
Αύγουστος στο Όσλο και δε λέει να καλοκαιριάσει. Τρεις μέρες τώρα βρέχει συνέχεια. Πέρσι τέτοια εποχή έκανε βόλτες στα Ελληνικά νησιά και φλέρταρε με το ήλιο. Με μέσο τη φωτογραφική του, γνώριζε κορίτσια και τους ζήταγε να στηθούν δίπλα από σκουριασμένες βάρκες και πάνω από τραπέζια με ρακόμελα και να του χαμογελάσουν. Αυτές, δεν έχω καταλάβει και εγώ ακριβώς, είτε λόγω της αγάπης τους προς τη κάμερα είτε λόγω της εξωτικής για τα δεδομένα τους εμφάνισής του, στήνονταν χωρίς δυσκολία. Του είχα πει πως όταν οι Ελληνίδες βλέπουν παιδιά ψηλά σαν και αυτόν, ξανθά και με πράσινα μάτια, αυτά δηλαδή που τα κορίτσια από το τόπο του έχουν βαρεθεί, θαμπώνονται όπως και αυτός όταν βλέπει ήλιο τόσες μέρες συνεχόμενα.
Μιας και φέτος δεν έβγαλε και πολλά λεφτά, και δεν είχε κανονίσει από νωρίς ταξίδι σε κάποια μεσογειακή χώρα, παίρνει φτηνή πτήση για το Βερολίνο να επισκεφτεί τη μάνα του. Τη μάνα του βέβαια λίγο δύσκολο να τη δει, αφού και αυτή τη τρέλα της κάνει κάθε καλοκαίρι και δε μένει και πολύ στο σπίτι, αλλά τουλάχιστον ο Λάρσον έχει το διαμέρισμα δικό του και τη πόλη που έχει τόσα πολλά να σου δείξει χωρίς να ξοδευτείς για το παραμικρό όπως στο Όσλο.
Του είχαν πει πως στο νησί των μουσείων απέναντι από αυτό της Περγάμου, υπάρχει ένα μεταμοντέρνο, με μια τεράστια εγκατάσταση στο εσωτερικό που είναι και το μοναδικό έκθεμα. Παίρνει λοιπόν -κλασικά- την cannon και πάει. Περίμενε μισή ώρα στην ουρά μέχρι να μπει στο κατασκεύασμα από σκαλωσιές που είχε ονομαστεί έκθεμα βλέποντας γύρω του πόστερ από αρχιτεκτονικά κινήματα σχεδόν έναν αιώνα πριν και μερικές οικογένειες βερολινέζων που είχαν φέρει τα παιδιά με τα καορτσάκια και περίμεναν και αυτοί. Το πως θα ανέβαζαν τα παιδιά και τα καροτσάκια από αυτή τη στενή σκάλα που είχε στηθεί για να σε βάλει στο εσωτερικό της εγκατάστασης ήταν ένα ερώτημα αλλά προς το παρόν εκείνος προτιμούσε να φωτογραφήσει αυτούς και τα παιδιά που απασχολούνταν με κατασκευές από lego.
Εκεί είδε και για πρώτη φορά εκείνη. Στην αρχή της σκάλας αυτός, στο τέλος αυτή, έστριψε το σώμα της να πετάξει το τσιγάρο μιας και είχε έρθει η ώρα μπει στην στο εσωτερικό της εγκατάστασης και τον είδε. Ένα βλέμμα. Κράτησε πέντε δευτερόλεπτα και μετά χάθηκε.
Στο τέλος της ξενάγησης είχε φορτώσει το μυαλό του σουρεαλιστικές εικόνες. Είχαν στήσει κουκλόσπιτα μέσα σε διαστημόπλοια. Είχαν στήσει αμπάρια πειρατικών πλοίων μέσα σε δεντρόσπιτα. Μεγάλες νεροτσουλήθρες που κατέληγαν σε μικρά κομμάτια αυτοκινητοδρόμων. ‘Όλα υπέροχα στημένα αλλά και βαρετά. Στο τέλος της ξενάγησης προσπάθησε να τη ξαναδεί αλλά εκείνη πουθενά.
Την επόμενη μέρα -ω! τι περίεργο- δεν είχε και πολύ όρεξη να βγει παρά τον καλό καιρό που έκανε έξω. Έμεινε σπίτι πειράζοντας φωτογραφίες στο άππλ και πίνοντας μπύρες. Πέντε έξι ώρες μπροστά στην οθόνη ώσπου αποβλακώθηκε και είπε να περπατήσει λίγο έξω. To σπίτι ήταν κοντά στο Lützowplatz δίπλα στο ποτάμι και όπως και να το κάνεις, όταν έχεις το πάρκο απέναντι απ το σπίτι σου είναι λίγο βλακεία να κάθεσαι να το βλέπεις μέσα από το δωμάτιο.
Περπατάει κατά μήκος του ποταμιού και καταλήγει στο μουσείο Bauhaus. Nα μπει ή να μη μπει; Να συνεχίσει τη βόλτα ή όχι και να κοιτάξει τις μίνιμαλ καρέκλες πάλι; Έλα τώρα. Ξέρεις την απάντηση. Ευρωπαίος είναι. Αφού δεν έχει παρέα να πάει να πιει μπύρες στο πάρκο, μπαίνει στο μουσείο. Τόσα χρόνια τα ίδια εκθέματα. Καρέκλες, φωτιστικά, μακέτες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες από τα κτήρια του Γκρόπιους και του Βαν ντερ Ρόε στη Βαϊμάρη και το Ντασάου.
Τα είδε όλα πάλι. Χωρίς να πλήττει. Είδε όμως και εκείνη. Πάλι. Αυτή τη φορά έπρεπε να της μιλήσει. Κάτι έπρεπε να πει. Και επειδή κάθε φορά που “κάτι πρέπει να πεις” κομπλάρεις, δένεται η γλώσσα σου και στη καλύτερη λες μια απ τα ίδια.
-Έρχεσαι συχνά εδώ;
-Όχι είναι η πρώτη φορά.
-Το βρίσκεις ενδιαφέρον;
-Για την εποχή του ναι, αλλά δε νομίζω ότι έχει κάτι κοινό με τη δική μας
Ήταν η καλύτερή του. Είχε βρει απάντηση έτοιμη να της πλασάρει και να αρχίσει τη κουβέντα.
-Μπά, δε συμφωνώ. Εγώ νομίζω ότι έχει πολλά κοινά η εποχή τους με τη δική μας.
-Α, ναι, αλήθεια; Θες να μου δώσεις μια συνέντευξη; Είμαι δημοσιογράφος και έχω να γράψω κάτι για το θέμα αλλά δε βρίσκω κανέναν να μου πει μια έγκυρη άποψη.
-Μπορώ να σου πω την άποψή μου. Τώρα, δε ξέρω αν είναι έγκυρη. Εσύ θα κρίνεις..
-Εντάξει, πάμε έξω να κάνουμε ένα τσιγάρο και να τα πούμε.
-Εντάξει πάμε. Εγώ θα πιω μια μπύρα.
Κάθισαν σε αυτή τη μικρή αυλή έξω απ το μουσείο με τέσσερα τραπέζια όλα κι όλα και εκείνη έβγαλε το μαγνητοφωνάκι. Του είπε πως θα τα καταγράψει όλα, να μιλήσει όπως θέλει, μιας και έτσι και αλλιώς θα συμμάζευε αργότερα σε ένα κείμενο και θα του το έδειχνε πριν το δημοσιεύσει. Εκείνος βέβαια, έτσι και αλλιώς θα μιλούσε όπως ήθελε. Βοηθούσε και η μπύρα που έλυνε ακόμα περισσότερο τη γλώσσα.
-Πες μου λοιπόν. Τι κοινό έχει η εποχή μας με τη δική τους;
-Η Γερμανία μετά το πρώτο πόλεμο βρισκόταν σε κρίση συνείδησης. Εκτός από τους επαχθείς όρους που της είχαν επιβάλλει η νικητές, η ήττα της σήμαινε και ήττα μιας νοοτροπίας. Της νοοτροπίας που ήθελε το Γερμανό πολίτη να πειθαρχεί στο κράτος και τις οδηγίες της ηγεσίας ακόμα και αν αυτές τον προτρέπουν να υποχωρήσει στις δημοκρατικές του ελευθερίες. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης έδωσε έστω και για λίγο σε σας τους Γερμανούς τη ψευδαίσθηση πως αν διευρυνθεί το δημοκρατικό πλαίσιο τότε το κακό δε θα επαναληφθεί. Ταυτόχρονα, η σχολή του Μπάουχάους συνέστησε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο. Έκανε κριτική στην υπερκατανάλωση ως τρόπο ζωής και ήθελε να την αντικαταστήσει με μια πιο συνετή διαχείριση των πόρων. Για αυτό το λόγο και οι λιτές γραμμές στα κτήρια, τα μεγάλα τζάμια για τη διαφάνεια και τα φτηνά μεν, γερά δε, υλικά που χρησιμοποιούσαν. Έτσι βγήκε και το σύνθημα “less is more”.
-Ωραία. Και τι σχέση έχει αυτό με την εποχή μας;
H σχέση υπάρχει στη σημερινή κρίση. Η κατάρρευση πολλών χρηματιστηρίων μετά το οικονομικό κραχ του 2008 οδήγησε σε αμφισβήτηση του μοντέλου της κατανάλωσης σε όλη την Ευρώπη και το Δυτικό κόσμο. Πολλοί σήμερα συγκρίνουν τη τάση των κρατών να περιορίσουν τις συναλλαγές τους με τη τάση απομόνωσης την εποχή του μεσοπολέμου. Την αδυναμία στήριξης όλων των δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν δημοκρατικά λόγω της υπερχρέωσης με την αδύναμη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Α! και τη σταδιακή άνοδο των εξτρεμιστών και στις δύο εποχές.
-Εντάξει. Και η σχολή Μπάουχαους που είναι σε όλα αυτά; που βρίσκεται σήμερα;
-Δε ξέρω! Μάλλον στη Κοπεγχάγη..
-Καλώς. Σε ευχαριστώ. Ηταν πολύ ενδιαφέροντα όσα είπες. (εκεί του χαμογέλασε)
-Τι αυτό ήταν; 2-3 ερωτήσεις.
-Ναι, δε χρειάζομαι κάτι παραπάνω.
-Θέλω να σου ζητήσω και εγώ κάτι.
-Τι; πες μου.
-Είμαι φωτογράφος και μένω εδώ κοντά..
(τον διέκοψε και του είπε) -Ναι είδα τη canon
-…ναι, και θα ήθελα να σε καλέσω στο στούντιο για μια φωτογράφηση αν δεν έχεις πρόβλημα! (χαμογελώντας)
-Σήμερα δε θα μπορέσω δυστυχώς, έχω κανονίσει, θα μπορώ όμως αύριο το μεσημέρι αν δεν έχεις πρόβλημα.
-Εντάξει θα σε περιμένω. Είπε και της έγραψε σε ένα χαρτί το όνομα και τη διεύθυνση του.
Την επόμενη μέρα τον επισκέφθηκε έχοντας μια εμφανώς πιο ανέμελη διάθεση. ‘Όταν τη ρώτησε που οφείλεται αυτή η διάθεση του είπε πως δεν είχε δουλειά εκείνη τη μέρα και ένιωθε αρκετά χαλαρή.
Πέρασε λίγη ώρα μέχρι να στηθεί στο κατάλληλο σημείο. Αρχικά προσπάθησε να τη φωτογραφήσει στο μπαλκόνι και έπειτα στο σαλόνι αλλά όλο τον δυσκόλευε το φως. Μια ήταν πολύ, μια ήταν ελάχιστο. Κάποια στιγμή την έστησε στην είσοδο της κρεβατοκάμαρας. Της ζήτησε να γδυθεί και της έδωσε ένα ποτήρι κρασί. Της είπε πως μπορεί να πίνει άμα θέλει και εκείνη το πήρε λίγο τοις μετρητής και έπινε κάθε λίγο.
Στο μεταξύ τον ρώταγε για τη ζωή του και τη σχέση του με τη κάμερα. Της είπε και αυτός πως έχει κάνει μερικά μαθήματα μόνο και θα ήθελε να συνεχίσει για να βελτιωθεί. Ενώ εκείνη συνέχιζε να είναι χαλαρή αυτός είχε αγχωθεί λίγο γιατί η μέρα περνούσε και το φως ήταν ελάχιστο. Εν τέλει κατάφερε να τη στήσει όπως ήθελε, μπροστά στη πόρτα, κρατώντας το ποτήρι με το φως να πέφτει στη μέση της. Του άρεσαν τα χρώματά της. Του θύμιζαν τις Ελληνίδες μου είπε την επόμενη εβδομάδα που συναντηθήκαμε.
Μου έδειξε και τις φωτογραφίες και τις βρήκα αρκετά καλλιτεχνικές. Αλλά πιο πολύ με ενδιέφερε το τι έγινε. Μου είπε πως του άρεσε σαν γυναίκα αλλά φοβόταν να κάνει κάτι παραπάνω. Εν τέλει δε χρειάστηκε γιατί έκανε εκείνη. Τον πλησίασε μετά από κάποια ώρα, που μάλλον είχε βαρεθεί να φωτογραφίζεται και άρχισε να του χαϊδεύει τα μαλλιά. Εκείνος πήρε το κουράγιο να τη φιλήσει, και τα υπόλοιπα, μου λέει, τα φαντάζεσαι…
Ε, ναι του λέω. Φαντάζομαι..
-Περάσατε καλά;
-Ναι! γιατί όχι;
-Δε ξέρω, απλά ρωτάω.
-Ναι, ήταν όμορφη κοπέλα. Δεν ήταν όμως σαν τις Ελληνίδες!
Εκείνη τη στιγμή, εκνευρίστηκα λίγο, και με ύφος τον ρωτάω:
-Καλά σοβαρά μιλάς; Τι παραπάνω έχουν οι Ελληνίδες;
-Έχουν χαμόγελο Kostas. Χαμογελάνε!
-Εντάξει Λάρς, άμα το λες εσύ
-θα γράψεις αυτή την ιστορία για μένα Kostas?
Να τη γράψω Λάρς αλλά καταλαβαίνεις ότι θα πρέπει για χάρη της αφήγησης να αλλάξω ορισμένα κομμάτια. Θα πρέπει να παραλείψω όλες εκείνες τις στιγμές που νιώσατε αμηχανία και να τις παρουσιάσω σαν να εξελίχθηκαν όλα ομαλά, χωρίς διακοπές. Θα πρέπει να παρουσιάσω εκείνη ως έτοιμη και αποφασιστική στη πρόσκλησή σου και εσένα ιστορικά ενήμερο βαθιά ως το κόκκαλο. Θα πρέπει ακόμα και να παραμορφώσω τον καιρό. Πως είναι δυνατό να έχει τόσο διαφορετικό καιρό στο Όσλο από το Βερολίνο; Και την εμφάνισή σας Λαρς, αυτή που δίνει την άτιμη τη πρώτη εντύπωση, και αυτή θα πρέπει να τη κάνω συμπληρωματική, ώστε στην ιστορία να φαίνεται πως ο ένας βρήκε ακριβώς το ταίρι του με τον άλλο.
Ο Λάρς είχε ήδη σβήσει από μπροστά μου καθώς ανέφερα όλα αυτά και είχα μείνει μόνος να περιεργάζομαι μια αινιγματική φωτογραφία. Την επόμενη φορά θα είμαι πιο ανεκτικός μαζί του ή με όποιον άλλο.