Feeds:
Posts
Comments

Πολύ πριν φτάσεις να πεις “δε θέλω”, έχεις πει πολλές φορές “δε μπορώ”.  Όσο αυξάνονται οι φορές που λες “δε μπορώ” τόσο λιγότερο το εννοείς. Όσο λιγότερο το εννοείς, τόσο λιγότερο σε πιστεύουν.

..//..

Οι φίλοι μας βλέπουν λίγο χειρότερα τη κακή πλευρά του εαυτού μας απ’ότι εμείς και λίγο έως πολύ καλύτερα τη καλή μας πλευρά.

..//..

Επειδή σ’αγαπάει στα χώνει ρε βλάκα. Αν δε σ’αγαπούσε θ’αδιαφορούσε, θα κοίταζε αλλού.

Αν συνεχίσω να γράφω τέτοιες παπαριές, που κατά τ’άλλα ισχύουν, θα καταντήσω σαν Φώτη και δε με ψήνει αυτή η προοπτική. Οπότε μάλλον πρέπει να τη ψάξω αλλιώς τη δουλειά.

Ανάγνωση 1η.

Παράλληλα με την εξέλιξη της μεγάλης ιστορίας που αφορά μια χώρα σε κρίση, συντελούνται σε οδυνηρά όμοιο βαθμό περίπου έντεκα εκατομμύρια άλλες ιστορίες προσωπικού και οικογενειακού χαρακτήρα. Σε άτυπη επικοινωνία με το κτήριο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, κτήριο που έχει οριστεί ως το σύγχρονο πεδίο αντιπαράθεσης της κεντρικής ιστορίας, βρίσκονται διάδρομοι των δημόσιων νοσοκομείων, κρατητήρια αστυνομικών τμημάτων, αίθουσες δικαστικών μεγάρων, ταμεία δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών, κεντρικές λεωφόροι της μητρόπολης, γραφεία διευθυντών ιδιωτικών εταιριών και σαλόνια οικογενειακών εστιών επ’ ευκαιρία αποχωρισμού των νεότερων και ικανότερων μελών τους.

Ιστορίες προσωπικές, κατά βάση θλιβερές, όχι τόσο λόγω πόνου όσο λόγω απώλειας της ελπίδας, η χώρα έχει ζήσει πολλές. Πάρα πολλές. Παράλληλα με τις προσωπικές, στον ίδιο ρυθμό, έχει βιώσει και τις συλλογικές.

Είναι μέρος της φυσιολογικής πορείας του λαού μιας χώρας, να κάνει λάθη και να τα ξεπερνά δημιουργώντας νέες ευκαιρίες, να σκοντάφτει και να ξανασηκώνεται, να συγκρούεται εκτός από το εξωτερικό του περιβάλλον με επιμέρους κομμάτια της εσωτερικής του δομής, διαφορετικά κάθε φορά, και να αναζητά μια ελάχιστη κοινή συνισταμένη που θα του δώσει τη δυνατότητα να προχωρήσει με όσο το δυνατό περισσότερο αξιοπρεπείς όρους.

Η ελάχιστη κοινή συνισταμένη, ο αναγκαίος συνεκτικός ιστός, δεν είναι άλλος από την αμοιβαία κατανόηση της αναγκαιότητας για αξιοπρεπή διαβίωση. Η απώλεια της βασικής αυτής προϋπόθεσης συνιστά και απώλεια της όποιας συλλογικής συνείδησης, της όποιας συλλογικής ελπίδας για ανάκαμψη.  Συνιστά την απαρχή ενός διχασμού.

Ανάγνωση 2η.

Χώρα σε βαθιά κρίση, οι επιπτώσεις τις οποίας δεν αφήνουν κανένα ανεπηρέαστο, δέχεται τη μια παρέμβαση στο βασικό της κορμό μετά την άλλη σαν χτύπημα βίαιο με ρυθμό σταθερό και επίκεντρο τα θεμέλια.

Χώρα σε βαθιά κρίση που χάνει βαθμιαία τον κοινωνικό της ιστό όσο τα μέτρα αντιμετώπισής της αγγίζουν τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και αφήνουν ανέπαφα τα υψηλά. Επιπλέον τα μέτρα αντιμετώπισης, βαθαίνουν την ύφεση πιο πολύ, αυξάνουν τα θύματα καθημερινά, και δίνουν την ανάσα στις προνομιούχες τάξεις να εξασφαλίσουν τον πλούτο τους εν όψη της επερχόμενης κατάρρευσης.

Σε μια ακόμα καθοριστική περίοδο της ιστορίας της, βιώνει την αδικία, τη παρακμή και τη πόλωση σε ιστορικά υψηλά. Η επιχείρηση διάσωσης ενός μόνο μέρους του συνόλου, ενδύεται με το δημόσιο λόγο της “εθνικής προσπάθειας” της “κοινής λογικής” , του “αυτονόητου” και του ενός και μοναδικού δρόμου. Κάθε συζήτηση για εναλλακτικές απαξιώνεται, χλευάζεται και όταν γίνεται κοινωνικό ρεύμα καταστέλλεται βίαια.

Η πόλωση όμως οδηγεί σε αδιέξοδο. Το ένα και μοναδικό αυτονόητο σε μια δημοκρατία, ο μηχανισμός παράκαμψης των αδιεξόδων, η εκλογική διαδικασία, έχει υπονομευτεί από το κυρίαρχο λόγο ως αιτία καταστροφής και εθνική απειλή.

Με αργό αλλά σταθερό ρυθμό και αρκούντως ηχηρά, όπως το άγαλμα στο βίντεο, το οικοδόμημα της εθνικής συμφιλίωσης δέχεται επαναλαμβανόμενους τριγμούς. Η όποια συλλογική συνείδηση υπήρχε αποχωρεί και της θέση παίρνει αρχικά η αδιαφορία και εν τέλει ο σπαραγμός.

Ανάγνωση 3η.

Η Ελλάδα δε θα τα καταφέρει. Οδηγήθηκε στην αναγκαία (;) συλλογική προσπάθεια 2 χρόνια πριν, και πλέον έχει εξαντλήσει τη δυνατότητα για περαιτέρω θυσίες. Οι έντεκα εκατομμύρια προσωπικές και οικογενειακές ιστορίες, όταν αφηγούνται καταλήγουν στο μεγαλύτερο μέρος τους στην απόγνωση. Πλέον έχουν διαλυθεί και οι τελευταίες ψευδαισθήσεις διάσωσης και το δοκιμαζόμενο πλήθος αναμένει τους τίτλους τέλους.

Το θέμα είναι να τα καταφέρουν οι Έλληνες. Να κοιτάξουν το μέλλον όσο πιο ψύχραιμα γίνεται και να δουν πως θα το οργανώσουν συλλογικά. Να στρέψουμε το βλέμμα στην επόμενη μέρα. Δεν είναι μόνο ευθύνη της Αριστεράς όπως γράφει ο Α.Λιάκος η οργάνωση της επόμενης μέρας. Είναι ευθύνη όλων όσων δοκιμαζόμαστε και δεν αδιαφορούμε για το διπλανό. Να αποδείξουμε στους εαυτούς μας πως σε  αυτή τη χώρα υπάρχει κοινωνία και όχι μόνο άτομα, δίκτυα ουσιαστικής αλληλεγγύης και όχι μόνο θεαματικές παραστάσεις θλίψης, ότι υπάρχει ανθρώπινο δυναμικό και όχι μόνο μιντιακά σκιάχτρα, ότι υπάρχει κατανόηση και ανθρωπιά που ξεπερνά κάθε συντονισμένη η μη διασπορά μίσους.

Γιατί αυτό θα είναι το επόμενο πραγματικό σοκ.  Όταν ολοκληρωθεί η προσπάθεια διαφύλαξης των προνομιούχων τάξεων και γίνει φανερό ποιοι διασώθηκαν σε βάρος του συνόλου, η αναζήτηση ευθυνών σε συνδυασμό με την εξαθλίωση θα δημιουργήσει οργή. Και για να αποφύγει την οργή, η κυρίαρχη τάξη θα διασπείρει το μίσος ανάμεσά μας με κάθε μέσο. Εκεί θα κριθούμε. Να καταφέρουμε να στηρίξουμε ο ένας τον άλλο. Να ξεκινήσουμε από τώρα αν δεν έχουμε ξεκινήσει ήδη. Να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις να ζήσουμε και την επόμενη μέρα.

Να μη φαγωθούμε μεταξύ μας.

“We’re not bad people. We just come from a bad place. ” Μετάφραση: Δεν είμαστε σκάρτοι άνθρωποι, απλά προερχόμαστε από μια σκάρτη περιοχή.

Στη Νέα Υόρκη του 2011 ο Μπράντον, παράλληλα με τη ζωή του κοινωνικά ενεργού, γυμνασμένου, γοητευτικού  και επιτυχημένου στελέχους μιας επιχείρησης, διατηρεί και μια ζωή μέσα στη ντροπή. Η αδυναμία του είναι πως δε μπορεί να ελέγξει την επιθυμία του για σεξ. Δε μπορεί να σταματήσει να το σκέφτεται. Δε μπορεί να σταματήσει να το κυνηγά με κάθε τρόπο, καταπιεζόμενος πάντα από τα όρια της κοινωνικής αποδοχής. Ζει μόνος, είναι μανιακός με τη καθαριότητα, δε δίνει αφορμές σε κανέναν, δε θέλει εισβολείς στο κόσμο που έχει δημιουργήσει στο μυαλό του και το μόνο που του δίνει ευχαρίστηση είναι η σεξουαλική πράξη. Η πράξη, και μόνο η πράξη, ξανά και ξανά. Η εισβολή απ’τη μια πλευρά της αδερφής του που κουβαλάει τα στερεότυπα της ανέμελης αρτίστας και απ’την άλλη μιας συναδέλφου την οποία φλερτάρει και ερωτεύεται, αρκούν για να διαλύσουν τον σιγά σιγά υπέροχο μικρόκοσμο στον οποίο ζούσε. Αρκούν; Δεν έχει σημασία. Ο σκηνοθέτης βάζει το θεατή να παρακολουθήσει πως συντελείται αυτή η διάλυση, και αυτή είναι η πεμπτουσία του έργου.

Αν κάποιος είχε τύχει να δει το “hunger” που σκηνοθέτησε το 2008 ο Steve McQueen, θα γνωρίζει ήδη πως ο άνθρωπος αυτός δεν περιγράφει απλά με όμορφες εικόνες τη πορεία ενός χαρακτήρα. Βυθίζεται ο ίδιος και βυθίζει και το θεατή στο σπαραγμό που συντελείται στο μέσα κόσμο του πρωταγωνιστή. Και οι φωτογραφίες του είναι καταπληκτικές.

Θυμάμαι να βλέπω το hunger στον κινηματογράφο να προσπαθώ να εξαιρέσω τον εαυτό μου από την οδύνη του πρωταγωνιστή. Του ίδιου πρωταγωνιστή παρεμπιπτόντως με το shame. Θυμάμαι να παρακολουθώ τον πολιτικό αγώνα του Bobby Sands,στη Βόρεια Ιρλανδία, την απεργία πείνας, και να ακούγεται “από πίσω”, η φωνή της Margaret Thatcher “There is no such thing as political murder, political bombing or political violence. There is only criminal murder, criminal bombing and criminal violence. We will not compromise on this”. Η λογική της διαίρεσης. Η λογική του “είτε, είτε”. Και στη μέση το ποινικό δίκαιο ως όπλο του ισχυρότερου.

Πάλι πίσω στη Νέα Υόρκη. Ο Μπράντον λόγω της αδερφής του και του φλέρτ που δε προχώρησε, έχει συσσωρεύσει καταπίεση και θέλει να ξεδώσει. Θα βγει να τη πέσει σε γκόμενα στο μπάρ και θα τα πάει καλά επειδή μπορεί, επειδή είναι καλός, θα βγει να τρέξει, θα βγει να ξεδώσει με άγνωστο σε σκοτεινό σημείο, θα βγει να βρει μια πόρνη πολυτελείας. Και μαζί της να φανταστεί πως κάνει όσα δε μπορεί να κάνει στη μη ντροπαλή ζωή.  Στην κατά τ’άλλα, όχι άπληστη και καταναλωτική ζωή.

Ο θεατής θα δει ένα χαρακτήρα να διαλύεται και το θέαμα είναι δραματικό. Νομίζεις πως μπορείς να καταλάβεις τι είναι καύλα για μια γκόμενα, τι είναι επιθυμία για μια γυναίκα, νομίζεις ότι μπορείς να καταλάβεις τι είναι πολιτικός αγώνας, τι είναι απεργία πείνας στις φυλακές, αλλά δε μπορείς. Αλλά δε μπορείς να καταλάβεις πως η επιθυμία γίνεται ασθένεια. Πως η επιθυμία γίνεται μαρτύριο που δε ξεπερνιέται.

Σε μια σκηνή στη ταινία η αδελφή του, του λέει: “Προσπαθώ! Προσπαθώ να σε βοηθήσω” Και της απαντάει με νεύρα: “Πως με βοηθάς, ε; Πως με βοηθάς, ε; ε; Κοίταξέ με! Έρχεσαι εδώ μέσα και μου γίνεσαι βάρος. Με καταλαβαίνεις; Είσαι ένα εμπόδιο! Με καταστρέφεις; Πως ακριβώς με βοηθάς; Ούτε τα πράγματά σου δε μαζεύεις. Σταμάτα να παίζεις το θύμα”. Και εκείνη φοβισμένη του λέει: “Δε παίζω το θύμα. Αν έφευγα, δε θα μάθαινα ξανά νέα σου. Δε το βρίσκεις θλιβερό αυτό; Είσαι αδελφός μου”

Χαρακτήρες που νομίζεις ότι τους ξέρεις. Προβλήματα που τα νομίζεις διαχειρίσιμα. Άνθρωποι που επειδή εμφανίζονται την επόμενη μέρα με το ίδιο κουστούμι, με το ίδιο χαμόγελο στο γραφείο νομίζεις πως δεν έχει αλλάξει τίποτα, ενώ τη προηγούμενη νύχτα όλος ο κόσμος μέσα τους μπορεί να έχει διαλυθεί. Άνθρωποι σαν το Θοδωρή Ηλιόπουλο που μπορεί να τον δεις μια μέρα στην Αθήνα αλλά όσα και αν σου πουν για την απεργία πείνας δε θα τους καταλάβεις ποτέ.

“Πριν μπω μέσα ήμουν απόλυτος, πίστευα πως… οι κακοί είναι στη φυλακή. Εδώ όμως αναγκάζεσαι να καταλάβεις πως το κακό είναι σχετικό, να παραδεχθείς πως δυνητικά φονιάς θα μπορούσε να είναι ο καθένας σε μια δοσμένη συγκυρία./Κάποιοι, άδηλων συμφερόντων, διαβάζουν τα γεγονότα σαν τις κλαίουσες ιτιές, κλαυθμηρίζουν για τον όλεθρο και την καταστροφή”

Και κάποιοι τα βιώνουν Θοδωρή. Αθήνα 2012. Σύνταγμα. Πείνα και ντροπή.

Δεν είμαστε σκάρτοι άνθρωποι. Απλά εμείς που δεν έχουμε πεινάσει ακόμα, δε θα τους καταλάβουμε.

skai.ενημέρωση.

Παρά τις αντικρουόμενες πληροφορίες για την στάση που τελικώς θα τηρήσουν οι ιδιώτες πιστωτές, οι ασφυκτικές πιέσεις που τους ασκούνται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Γερμανία αναμένεται να οδηγήσουν σε ένα αποτέλεσμα το οποίο θα καθιστά βιώσιμο το ελληνικό χρέος, θα “ανοίξουν το δρόμο” για τη σύναψη της νέα δανειακής σύμβασης και θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών στην ευρωζώνη γενικότερα.

κατα τ’άλλα,  στην υπόλοιπη Ευρώπη, τα νέα έχουν ως εξής:

Eurozone ministers fail to agree Greek debt deal. Fears that Greece could default on its massive debts are mounting after eurozone finance ministers in Brussels rejected an offer from the country’s private creditors late on Monday night.

same as it ever was

Μου αρέσουν αυτά τα μεγάλα ψυχοβγαλτικά e-mail. Ο αποστολέας έχει πιθανότατα συγκεντρώσει πολύ υλικό μέσα του, πολύ πόνο, πολύ ¨γαμώτο”, πολύ αδιέξοδο και το βγάζει όλο σε ένα μήνυμα. Ορισμένες φορές απαντάω και εγώ με αντίστοιχα μακροσκελή κείμενα, ορισμένες με σύντομες απαντήσεις, ορισμένες καθόλου αλλά αναλαμβάνω τη σχετική δράση λίγες μέρες μετά.

Μου κάνει εντύπωση ότι δεν υπάρχει το κουράγιο, δεν υπάρχει η διάθεση, δεν υπάρχει η άνεση να στα πει κατά πρόσωπο, αλλά με ένα mail ο άλλος βρίσκει τον κατάλληλο τρόπο να εκφραστεί. Και όταν λέω ο άλλος δεν εξαιρώ τον εαυτό μου.

Από όσα κείμενα και αν έχω διαβάσει με αφηγηματικό χαρακτήρα, ακόμα και με τα πιο ολοκληρωμένα να τα συγκρίνω, τα μηνύματα στο προσωπικό ταχυδρομείο είναι μακράν πιο συγκινητικά. Και αυτό γιατί μάλλον ο αποστολέας έχει βρει το τρόπο να πει αυτό που θέλει, όπως ακριβώς θέλει.

Το ερώτημα είναι γιατί να μη μπορεί να βρει το τρόπο στο πραγματικό χώρο και χρόνο να το κάνει. Γιατί να μη μπορεί να βρει το τρόπο όταν σε έχει απέναντί του. Γιατί στο πραγματικό κόσμο το στόμα να μένει μαγκωμένο;

Υποθέτω ότι έχει να κάνει με την αλληλεπίδραση. Το θάρρος είναι πιο εύκολο να το πάρεις όταν έχεις απέναντί σου μονάχα την οθόνη παρά δυο μάτια που σε κοιτάνε. Θα μπορούσα να βρω και άλλες απαντήσεις αλλά επειδή το θέμα το έχω δουλέψει μέσα μου, έχω καταλήξει ότι η απάντηση βρίσκεται στα μάτια.

Τις προάλλες που της μιλούσα έχοντας στο νου ότι ο χρόνος είναι περιορισμένος και δε θα ξαναβρεθούμε σύντομα, ήθελα να πω πολλά, και τα περισσότερα τα είπα χωρίς να τη κοιτάζω στα μάτια. Κοίταζα τους απέναντι, κοίταζα το ποτήρι, κοίταζα τα ρούχα της αλλά όχι τα μάτια.

Το φαινόμενο μάλιστα το έχω παρατηρήσει ακόμα και με φίλους, η συνεργάτες. Παίρνω περισσότερο θάρρος και μιλάω όταν μιλάω στο τοίχο. Αλλά δε μου αρέσει ο τοίχος.

Μου αρέσουν αυτά τα μεγάλα ψυχοβγαλτικά μάτια.

Αύγουστος στο Όσλο και δε λέει να καλοκαιριάσει. Τρεις μέρες τώρα βρέχει συνέχεια. Πέρσι τέτοια εποχή έκανε βόλτες στα Ελληνικά νησιά και φλέρταρε με το ήλιο. Με μέσο τη φωτογραφική του, γνώριζε κορίτσια και τους ζήταγε να στηθούν δίπλα από σκουριασμένες βάρκες και πάνω από τραπέζια με ρακόμελα και να του χαμογελάσουν. Αυτές, δεν έχω καταλάβει και εγώ ακριβώς, είτε λόγω της αγάπης τους προς τη κάμερα είτε λόγω της εξωτικής για τα δεδομένα τους εμφάνισής του, στήνονταν χωρίς δυσκολία. Του είχα πει πως όταν οι Ελληνίδες βλέπουν παιδιά ψηλά σαν και αυτόν, ξανθά και με πράσινα μάτια, αυτά δηλαδή που τα κορίτσια από το τόπο του έχουν βαρεθεί, θαμπώνονται όπως και αυτός όταν βλέπει ήλιο τόσες μέρες συνεχόμενα.

Μιας και φέτος δεν έβγαλε και πολλά λεφτά, και δεν είχε κανονίσει από νωρίς ταξίδι σε κάποια μεσογειακή χώρα, παίρνει φτηνή πτήση για το Βερολίνο να επισκεφτεί τη μάνα του. Τη μάνα του βέβαια λίγο δύσκολο να τη δει, αφού και αυτή τη τρέλα της κάνει κάθε καλοκαίρι και δε μένει και πολύ στο σπίτι, αλλά τουλάχιστον ο Λάρσον έχει το διαμέρισμα δικό του και τη πόλη που έχει τόσα πολλά να σου δείξει χωρίς να ξοδευτείς για το παραμικρό όπως στο Όσλο.

Του είχαν πει πως στο νησί των μουσείων απέναντι από αυτό της Περγάμου, υπάρχει ένα μεταμοντέρνο, με μια τεράστια εγκατάσταση στο εσωτερικό που είναι και το μοναδικό έκθεμα. Παίρνει λοιπόν -κλασικά- την cannon και πάει. Περίμενε μισή ώρα στην ουρά μέχρι να μπει στο κατασκεύασμα από σκαλωσιές που είχε ονομαστεί έκθεμα βλέποντας γύρω του πόστερ από αρχιτεκτονικά κινήματα σχεδόν έναν αιώνα πριν και μερικές οικογένειες βερολινέζων που είχαν φέρει τα παιδιά με τα καορτσάκια και περίμεναν και αυτοί. Το πως θα ανέβαζαν τα παιδιά και τα καροτσάκια από αυτή τη στενή σκάλα που είχε στηθεί για να σε βάλει στο εσωτερικό της εγκατάστασης ήταν ένα ερώτημα αλλά προς το παρόν εκείνος προτιμούσε να φωτογραφήσει αυτούς και τα παιδιά που απασχολούνταν με κατασκευές από lego.

Εκεί είδε και για πρώτη φορά εκείνη. Στην αρχή της σκάλας αυτός, στο τέλος αυτή, έστριψε το σώμα της να πετάξει το τσιγάρο μιας και είχε έρθει η ώρα μπει στην στο εσωτερικό της εγκατάστασης και τον είδε.  Ένα βλέμμα. Κράτησε πέντε δευτερόλεπτα και μετά χάθηκε.

Στο τέλος της ξενάγησης είχε φορτώσει το μυαλό του σουρεαλιστικές εικόνες. Είχαν στήσει κουκλόσπιτα μέσα σε διαστημόπλοια. Είχαν στήσει αμπάρια πειρατικών πλοίων μέσα σε δεντρόσπιτα.  Μεγάλες νεροτσουλήθρες που κατέληγαν σε μικρά κομμάτια αυτοκινητοδρόμων. ‘Όλα υπέροχα στημένα αλλά και βαρετά. Στο τέλος της ξενάγησης προσπάθησε να τη ξαναδεί αλλά εκείνη πουθενά.

Την επόμενη μέρα -ω! τι περίεργο- δεν είχε και πολύ όρεξη να βγει παρά τον καλό καιρό που έκανε έξω.  Έμεινε σπίτι πειράζοντας φωτογραφίες στο άππλ και πίνοντας μπύρες. Πέντε έξι ώρες μπροστά στην οθόνη ώσπου αποβλακώθηκε και είπε να περπατήσει λίγο έξω. To σπίτι ήταν κοντά στο Lützowplatz δίπλα στο ποτάμι και όπως και να το κάνεις, όταν έχεις το πάρκο απέναντι απ το σπίτι σου είναι λίγο βλακεία να κάθεσαι να το βλέπεις μέσα από το δωμάτιο.

Περπατάει κατά μήκος του ποταμιού και καταλήγει στο μουσείο Bauhaus. Nα μπει ή να μη μπει; Να συνεχίσει τη βόλτα ή όχι και να κοιτάξει τις μίνιμαλ καρέκλες πάλι; Έλα τώρα. Ξέρεις την απάντηση. Ευρωπαίος είναι. Αφού δεν έχει παρέα να πάει να πιει μπύρες στο πάρκο, μπαίνει στο μουσείο. Τόσα χρόνια τα ίδια εκθέματα. Καρέκλες, φωτιστικά, μακέτες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες από τα κτήρια του Γκρόπιους και του Βαν ντερ Ρόε στη Βαϊμάρη και το Ντασάου.

Τα είδε όλα πάλι. Χωρίς να πλήττει. Είδε όμως και εκείνη. Πάλι. Αυτή τη φορά έπρεπε να της μιλήσει. Κάτι έπρεπε να πει. Και επειδή κάθε φορά που “κάτι πρέπει να πεις” κομπλάρεις, δένεται η γλώσσα σου και στη καλύτερη λες μια απ τα ίδια.

-Έρχεσαι συχνά εδώ;

-Όχι είναι η πρώτη φορά.

-Το βρίσκεις ενδιαφέρον;

-Για την εποχή του ναι, αλλά δε νομίζω ότι έχει κάτι κοινό με τη δική μας

Ήταν η καλύτερή του. Είχε βρει απάντηση έτοιμη να της πλασάρει και να αρχίσει τη κουβέντα.

-Μπά, δε συμφωνώ. Εγώ νομίζω ότι έχει πολλά κοινά η εποχή τους με τη δική μας.

-Α, ναι, αλήθεια; Θες να μου δώσεις μια συνέντευξη; Είμαι δημοσιογράφος και έχω να γράψω κάτι για το θέμα αλλά δε βρίσκω κανέναν να μου πει μια έγκυρη άποψη.

-Μπορώ να σου πω την άποψή μου. Τώρα, δε ξέρω αν είναι έγκυρη. Εσύ θα κρίνεις..

-Εντάξει, πάμε έξω να κάνουμε ένα τσιγάρο και να τα πούμε.

-Εντάξει πάμε. Εγώ θα πιω μια μπύρα.

Κάθισαν σε αυτή τη μικρή αυλή έξω απ το μουσείο με τέσσερα τραπέζια όλα κι όλα και εκείνη έβγαλε το μαγνητοφωνάκι. Του είπε πως θα τα καταγράψει όλα, να μιλήσει όπως θέλει, μιας και έτσι και αλλιώς θα συμμάζευε αργότερα σε ένα κείμενο και θα του το έδειχνε πριν το δημοσιεύσει. Εκείνος βέβαια, έτσι και αλλιώς θα μιλούσε όπως ήθελε. Βοηθούσε και η μπύρα που έλυνε ακόμα περισσότερο τη γλώσσα.

-Πες μου λοιπόν. Τι κοινό έχει η εποχή μας με τη δική τους;

-Η Γερμανία μετά το πρώτο πόλεμο βρισκόταν σε κρίση συνείδησης. Εκτός από τους επαχθείς όρους που της είχαν επιβάλλει η νικητές, η ήττα της σήμαινε και ήττα μιας νοοτροπίας. Της νοοτροπίας που ήθελε το Γερμανό πολίτη να πειθαρχεί στο κράτος και τις οδηγίες της ηγεσίας ακόμα και αν αυτές τον προτρέπουν να υποχωρήσει στις δημοκρατικές του ελευθερίες. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης έδωσε έστω και για λίγο σε σας τους Γερμανούς τη ψευδαίσθηση πως αν διευρυνθεί το δημοκρατικό πλαίσιο τότε το κακό δε θα επαναληφθεί. Ταυτόχρονα, η σχολή του Μπάουχάους συνέστησε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο. Έκανε κριτική στην υπερκατανάλωση ως  τρόπο ζωής και ήθελε να την αντικαταστήσει με μια πιο συνετή διαχείριση των πόρων. Για αυτό το λόγο και οι λιτές γραμμές στα κτήρια, τα μεγάλα τζάμια για τη διαφάνεια και τα φτηνά μεν, γερά δε, υλικά που χρησιμοποιούσαν. Έτσι βγήκε και το σύνθημα “less is more”.

-Ωραία. Και τι σχέση έχει αυτό με την εποχή μας;

H σχέση υπάρχει στη σημερινή κρίση. Η κατάρρευση πολλών χρηματιστηρίων μετά το οικονομικό κραχ του 2008 οδήγησε σε αμφισβήτηση του μοντέλου της κατανάλωσης σε όλη την Ευρώπη και το Δυτικό κόσμο. Πολλοί σήμερα συγκρίνουν τη τάση των κρατών να περιορίσουν τις συναλλαγές τους με τη τάση απομόνωσης την εποχή του μεσοπολέμου. Την αδυναμία στήριξης όλων των δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν δημοκρατικά λόγω της υπερχρέωσης με την αδύναμη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Α! και τη σταδιακή άνοδο των εξτρεμιστών και στις δύο εποχές.

-Εντάξει. Και η σχολή Μπάουχαους που είναι σε όλα αυτά; που βρίσκεται σήμερα;

-Δε ξέρω! Μάλλον στη Κοπεγχάγη..

-Καλώς. Σε ευχαριστώ. Ηταν πολύ ενδιαφέροντα όσα είπες. (εκεί του χαμογέλασε)

-Τι αυτό ήταν; 2-3 ερωτήσεις.

-Ναι, δε χρειάζομαι κάτι παραπάνω.

-Θέλω να σου ζητήσω και εγώ κάτι.

-Τι; πες μου.

-Είμαι φωτογράφος και μένω εδώ κοντά..

(τον διέκοψε και του είπε) -Ναι είδα τη canon

-…ναι, και θα ήθελα να σε καλέσω στο στούντιο για μια φωτογράφηση αν δεν έχεις πρόβλημα! (χαμογελώντας)

-Σήμερα δε θα μπορέσω δυστυχώς, έχω κανονίσει, θα μπορώ όμως αύριο το μεσημέρι αν δεν έχεις πρόβλημα.

-Εντάξει θα σε περιμένω. Είπε και της έγραψε σε ένα χαρτί το όνομα και τη διεύθυνση του.

Την επόμενη μέρα τον επισκέφθηκε έχοντας μια εμφανώς πιο ανέμελη διάθεση. ‘Όταν τη ρώτησε που οφείλεται αυτή η διάθεση του είπε πως δεν είχε δουλειά εκείνη τη μέρα και ένιωθε αρκετά χαλαρή.

Πέρασε λίγη ώρα μέχρι να στηθεί στο κατάλληλο σημείο. Αρχικά προσπάθησε να τη φωτογραφήσει στο μπαλκόνι και έπειτα στο σαλόνι αλλά όλο τον δυσκόλευε το φως. Μια ήταν πολύ, μια ήταν ελάχιστο. Κάποια στιγμή την έστησε στην είσοδο της κρεβατοκάμαρας. Της ζήτησε να γδυθεί και της έδωσε ένα ποτήρι κρασί. Της είπε πως μπορεί να πίνει άμα θέλει και εκείνη το πήρε λίγο τοις μετρητής και έπινε κάθε λίγο.

Στο μεταξύ τον ρώταγε για τη ζωή του και τη σχέση του με τη κάμερα. Της είπε και αυτός πως έχει κάνει μερικά μαθήματα μόνο και θα ήθελε να συνεχίσει για να βελτιωθεί. Ενώ εκείνη συνέχιζε να είναι χαλαρή αυτός είχε αγχωθεί λίγο γιατί η μέρα περνούσε και το φως ήταν ελάχιστο. Εν τέλει κατάφερε να τη στήσει όπως ήθελε, μπροστά στη πόρτα, κρατώντας το ποτήρι με το φως να πέφτει στη μέση της. Του άρεσαν τα χρώματά της. Του θύμιζαν τις Ελληνίδες μου είπε την επόμενη εβδομάδα που συναντηθήκαμε.

Μου έδειξε και τις φωτογραφίες και τις βρήκα αρκετά καλλιτεχνικές. Αλλά πιο πολύ με ενδιέφερε το τι έγινε. Μου είπε πως του άρεσε σαν γυναίκα αλλά φοβόταν να κάνει κάτι παραπάνω. Εν τέλει δε χρειάστηκε γιατί έκανε εκείνη. Τον πλησίασε μετά από κάποια ώρα, που μάλλον είχε βαρεθεί να φωτογραφίζεται και άρχισε να του χαϊδεύει τα μαλλιά. Εκείνος πήρε το κουράγιο να τη φιλήσει, και τα υπόλοιπα, μου λέει, τα φαντάζεσαι…

Ε, ναι του λέω. Φαντάζομαι..

-Περάσατε καλά;

-Ναι! γιατί όχι;

-Δε ξέρω, απλά ρωτάω.

-Ναι, ήταν όμορφη κοπέλα. Δεν ήταν όμως σαν τις Ελληνίδες!

Εκείνη τη στιγμή, εκνευρίστηκα λίγο, και με ύφος τον ρωτάω:

-Καλά σοβαρά μιλάς; Τι παραπάνω έχουν οι Ελληνίδες;

-Έχουν χαμόγελο Kostas. Χαμογελάνε!

-Εντάξει Λάρς, άμα το λες εσύ

-θα γράψεις αυτή την ιστορία για μένα Kostas?

Να τη γράψω Λάρς αλλά καταλαβαίνεις ότι θα πρέπει για χάρη της αφήγησης να αλλάξω ορισμένα κομμάτια. Θα πρέπει να παραλείψω όλες εκείνες τις στιγμές που νιώσατε αμηχανία και να τις παρουσιάσω σαν να εξελίχθηκαν όλα ομαλά, χωρίς διακοπές. Θα πρέπει να παρουσιάσω εκείνη ως έτοιμη και αποφασιστική στη πρόσκλησή σου και εσένα ιστορικά ενήμερο βαθιά ως το κόκκαλο. Θα πρέπει ακόμα και να παραμορφώσω τον καιρό. Πως είναι δυνατό να έχει τόσο διαφορετικό καιρό στο Όσλο από το Βερολίνο; Και την εμφάνισή σας Λαρς, αυτή που δίνει την άτιμη τη πρώτη εντύπωση, και αυτή θα πρέπει να τη κάνω συμπληρωματική, ώστε στην ιστορία να φαίνεται πως ο ένας βρήκε ακριβώς το ταίρι του με τον άλλο.

Ο Λάρς είχε ήδη σβήσει από μπροστά μου καθώς ανέφερα όλα αυτά και είχα μείνει μόνος να περιεργάζομαι μια αινιγματική φωτογραφία. Την επόμενη φορά θα είμαι πιο ανεκτικός μαζί του ή με όποιον άλλο.

Δόθηκε χρόνος και υπομονή στην εγχώρια κειμενογραφία αλλά ο διαχειριστής αυτού του ιστολογίου δεν κατάφερε να ανασύρει από τη δεξαμενή του διαδικτύου κείμενο κυβερνητικού παράγοντα κατά προτίμηση εκ των πρωταγωνιστών της επιχείρησης διάσωσης που να καταδικάζει τα μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας που ο ίδιος εισήγαγε,  ως εξοντωτικά για τη κοινωνία.  Ας είναι. Το μαργαριτάρι της λογοτεχνίας θα το αναμένουμε με το νέο έτος όπου και το πολυπόθητο πλεόνασμα.

Με βασανιστικούς μαθηματικούς υπολογισμούς έγινε η προσπάθεια να εντοπιστεί χρονικά η εμφάνισή του. Μια πιο γενναία μείωση του ύψους του δημοσίου χρέους, ένα πιο γενναίο πρόγραμμα περικοπής δημοσίων δαπανών που θα απαλλάσσει πλέον τη πατρίδα από τα περιττά βάρη της διατήρησης της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης, ταυτόχρονα με μια τεράστια ώθηση που θα δώσει στις εξαγωγές και το τουρισμό ένα νέο υποτιμημένο νόμισμα. Όλα αυτά μαζί θα δώσουν τη δυνατότητα στο νέο χρέος μας να θεωρηθεί βιώσιμο και στο προϋπολογισμό μας να βρεθεί ισοσκελισμένος. Και κάπως έτσι η Ελλάδα θα διατηρήσει τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή οικογένεια προσφέροντας της το θέαμα της αέναης θυσίας που απαιτεί ο λαός της.

Ταυτόχρονα με τη θυσία της Ελλάδας, θυσιαζόμενος με τη σειρά του,  ο υπόλοιπος ευρωπαϊκός λαός θα ανακαλύπτει πόσο μάταιος ήταν ο ανταγωνισμός στον οποίο τον ανάγκασαν θαρραλέα να συμμετάσχει ανακυκλώνοντας στερεότυπα για μικρά γουρουνάκια και υπερεντατικά εργαζόμενους προτεστάντες μέρμηγκες.

Με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, αυτόν που γεμίζει τον διαχειριστή όταν τα διαβάζει και τα συλλέγει, παρατίθενται παρακάτω, τα πιο αντιπροσωπευτικά, περιεκτικά και επιμορφωτικά κείμενα που συνέλεξε κατά τη χρονιά που πέρασε, όχι μόνο για τη κρίση γύρω μας αλλά και για τη κρίση μέσα μας, με την ελπίδα μοναδικέ μου αναγνώστη, να δώσουν και σε σένα αυτή τη δόση διαύγειας που χάρισαν και σε μένα.

1) Ο Αντώνης Λιάκος, με τη ψυχραιμία του ιστορικού και τη γραφή ενός ακαδημαϊκού παρουσιάζει σε ένα εκτενές άρθρο τα αίτια και την εξέλιξη της κρίσης.  Μακράν το πιο περιεκτικό και διαφωτιστικό κείμενο που διάβασα το 2011. “θα πρότεινα να δούμε την κρίση που ξέσπασε το 2008 και συνεχίζεται στις περισσότερες χώρες ως διαδικασία ολοκλήρωσης της απο-αποικιοποίησης, ως η αντίστροφη διαδρομή από εκείνη που έδωσε παγκόσμια υπεροχή στη Δύση πριν από μισή χιλιετία. Ζούμε δηλαδή μια γιγαντιαία κρίση αναπροσαρμογής των οικονομικών και κοινωνικών δεδομένων σε πλανητικό επίπεδο. Τώρα αντιλαμβανόμαστε ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι η παιδική χαρά όπου τα παιγνίδια δεν συνεπάγονται μηδενικό άθροισμα. Στην κρίση αυτή αναπροσαρμογής, η οικονομία διαπλέκεται με την ισχύ

2) Το μίσος. Η ρητορική που αναπτύχθηκε από τους περίφημους συμβούλους επικοινωνίας, ίματζ μέηκερς και  ινφλουένσιαλς της κακιάς ώρας προκάλεσε τουλάχιστον εμετό στους ανθρώπους που επιμένουν να τοποθετούνται κριτικά στα γεγονότα. Η πολιτική της απαξίωσης των κοινωνικών κεκτημένων και  χρειαζόταν βέβαια και μια αντίστοιχη ρητορική να  διαχέει την ενοχή για τη παρακμή του σήμερα. “Χθες σε είχαν πασά, σήμερα τράγο αποδιοπομπαίο. Από τις σειρήνες της διαφήμισης ως τις προεκλογικές υποσχέσεις, εκεί έξω σε περίμενε ένας καλύτερος κόσμος, ένας κόσμος που σου ανήκε, που είχε πέσει στα πόδια σου και σε εκλιπαρούσε: «Έλα, πάρε με, αγόρασέ με, κάνε με δικό σου. Με δικαιούσαι». Ίσως για αυτό ακόμη και τις συναισθηματικές σου ματαιώσεις δεν τις αντιμετώπιζες με συντριβή, αλλά με αυτοδικαίωση: «Πώς μπορεί να μη με θέλει πια εμένα; Για να μη με θέλει σημαίνει ότι αυτή δεν άξιζε τον κόπο, αυτή δεν κατάλαβε πόσο ξεχωριστός είμαι, όλοι με θέλουν εμένα, η διαφήμιση με θέλει εμένα, η τράπεζα με με θέλει εμένα, έχω τρόπο εγώ, έχω αξία εγώ, έχω άκρες εγώ». Και να που τώρα βρίσκεσαι να τρως πόρτα όχι μόνο από έναν άνθρωπο, αλλά από την καινούρια αφήγηση της πραγματικότητας στο σύνολό της. Τώρα σε ματαιώνουν και υλικά και ηθικά. Τώρα φεύγει από πάνω σου όλη η προσοχή και πέφτει πάνω σου όλη η ενοχή.“Ο  old-boy κάνει μια σούμα της διαδικτυακής τους παρουσίας για το 2011 περιγράφοντας σε ένα κείμενο το πόσο απελευθερωτικό μπορεί να γίνει το μίσος.

3) “Η λύση στη κρίση. Η λύση στη κρίση”. Λύσεις εδώ, λύσεις εκεί, λύσεις παραπέρα και λύσεις πουθενά. Τον Ιούλιο και ενώ η Αθήνα γκρεμιζόταν με αιτία και αφορμή το “μεσοπρόθεσμο” ο Βενιζέλος ανακοίνωνε νέα μέτρα που έριχναν ραγδαία τα εισοδήματα πολλών εργαζομένων και μη, την ίδια στιγμή που καλούσε τον εφοπλιστικό κόσμο “να συζητήσουν μαζί τρόπους να συνεισφέρουν και αυτοί στη νέα δημοσιονομική προσπάθεια” Ας δούμε όμως χάρη σε ένα κείμενο της Ελευθεροτυπίας που είναι τα λεφτά και που είναι οι λύσεις. “«Το 2010, τα οικονομικά στοιχεία της ελληνικής σημαίας ήταν πολύ ικανοποιητικά. Η ελληνόκτητη ναυτιλία βρέθηκε στη πρώτη θέση διεθνώς αντιπροσωπεύοντας το 14,33 % της παγκόσμιας χωρητικότητας. Η ελληνική σημαία είναι πέμπτη στη διεθνή κατάταξη και πρώτη στην ΕΕ. Το επίτευγμα αυτό είναι αξιοσημείωτο σε ένα έτος αβεβαιότητας για την παγκόσμια ναυτιλία, όπου το παγκόσμιο εμπόριο συρρικνώθηκε κατά 4,50% αγγίζοντας επίπεδα χαμηλότερα του 2007. Στο τέλος Δεκεμβρίου 2010 οι παραγγελίες νεότευκτων πλοίων ελληνικών συμφερόντων ανήλθαν σε 490 πλοία (άνω των 1.000 gt) συνολικής χωρητικότητας 49,15 εκ dwt». Κρίση; Ποια κρίση;” και για το ίδιο ακριβώς θέμα, πιο “δημοσιονομικά” πάλι στην Ελευθεροτυπία ένα χρόνο πριν, το κείμενο με τίτλο “Αχ θάλασσά μου σκοτεινή..”, και τα δυο από την ομάδα του Ιού.

4) Οι νέοι που φεύγουν. Παράλληλα με την εικονική πραγματικότητα που επικρατούσε στο μυαλό του πρώην πρωθυπουργού, και αμέτρητων άλλων που των πλαισίωναν, μια άλλη πραγματικότητα γίνεται κτήμα σχεδόν σε κάθε οικογένεια με παραγωγικό και ανταγωνιστικό δυναμικό. Η φράση “κάθε οικογένεια και ένας εργαζόμενος” πολλούς τους σόκαρε, τον “έλικα” τον έκανε να γράψει ένα πολύ συγκινητικό κείμενο με τίτλο ” Κάθε οικογένεια και ένας μετανάστης“.

5) “Η πυραμίδα της διαφθοράς και η ηθική οργή” Ο Μιχάλης Π. εξηγεί γιατί η ηθικολογία καταλήγει πάντα να διογκώνει την διαφθορά, γιατί το κοινοβούλιο και εν γένει οι θεσμοί ΔΕΝ είναι οι κατεξοχήν υπεύθυνοι για την κατάντια μας, αλλά και πως έχουν καταφέρει διάφορες κοινωνίες να ξεπεράσουν αυτό το καρκίνωμα. Θαυμάσιο κείμενο.

6) “Όχι άλλη ξαπλώστρα”. Το παράθυρο του Παπαχελά βλέπει τα ακριβώς αντίθετα από το δικό μου και το δικό σου και οποιοδήποτε άλλου μπορεί να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στο φυσικό πλούτο της χώρας, τη φυσική ομορφιά και τα εν δυνάμει εμπορεύματα. “Εστίες ανάπτυξης” , από το Βυτίο.

7)Η κρίση γύρω μας και η κρίση μέσα μας. “Η κρίση…ο τρόμος“. Κείμενο που σε κάνει να ανατριχιάζεις με την αλήθεια του. Από το τον Απόστολο Φωτιάδη.

8) Στην Ελλάδα υπάρχει μια ομάδα εγκληματιών με καθαρά κολάρα και βρώμικα χέρια. Φεσώνουν το Δημόσιο, παίρνουν επιδοτήσεις, δάνεια που δεν δικαιούνται και πίνουν στην υγειά μας μπροστά στις κάμερες της τηλεόρασης που συστηματικά τους θαυμάζει. Αυτός ο πυρήνας, είναι ο ίδιος ο πυρήνας της εξουσίας. Της εξουσίας που αυτές τις μέρες, δεν αφήνει να δημοσιοποιηθούν τα ονόματα όσων χρωστούν εκατομμύρια στο Δημόσιο. Ο κατάλογος είναι κλειδωμένος στο γραφείο του προέδρου της Βουλής στο όνομα των προσωπικών δεδομένων. Ας ψηφίσουν έναν νόμο που θα άρει την απαγόρευση όπως το έκαναν για τρομοκράτες και για τα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας. Δεν το κάνουν. Γιατί απλώς προστατεύουν τον εαυτό τους, τους συγγενείς και την παρέα τους.  Ο Κώστας Βαξεβάνης, προετοιμάζει το κοινό για τους “μεγαλοοφειλέτες που όλοι αγαπήσαμε“, ένα ρεπορτάζ που κατόπιν πολιτικών παρεμβάσεων “δεν έπαιξ唨. Ευτυχώς υπάρχει το διαδίκτυο.

9) μέρα τη μέρα, σφυρηλατείται η ανθρωπιά μας. Το τυφλό τσιγγανάκι, το ορφανό αγοράκι, το κακοποιημένο κοριτσάκι, οι γονείς με το βαρύ αυτιστικό, το αδελφάκι με τη λευχαιμία, το παιδί που δε θα γυρίσει ποτέ σπίτι του. Πάντα υπάρχει ένας λόγος να είσαι ανάλγητος. Εγώ δε ξέρω κανέναν. Στη δική μου οικογένεια δεν έτυχε να με μεγαλώσουν με μίσος για τον γείτονα, γιατί είναι τεμπέλης, γιατί είναι κάφρος, γιατί είναι βολεμένος δημόσιος υπάλληλος. Πάντα υπάρχει ένας λόγος να μισείς. Εγώ δε ξέρω κανέναν. niemandsrose με λέξεις πρόκες για το “εφεδρικό μίσος” που πλασάρουν τα μίντια στο κόσμο μας.

10)Τώρα που και η γενιά μας απέκτησε το πολιτικό-εθνικό τραύμα της, το 1922, το 1944, το 1974 της, ξέρουμε ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον αυταρχισμό και τη φτώχεια: το ξέρουν όσοι έχασαν τα νιάτα τους μέσα στην Κατοχή και τον Εμφύλιο, μέσα στην Επταετία, το μαθαίνουμε κι εμείς. Κανείς δε θα γλυτώσει. Ο shraosha σου μαυρίζει τη ψυχή μεν, γράφει ωραία δε.

11) Εδώ λοιπόν ήρθε το τέλος. Έχω συλλέξει πολλά άλλα καλογραμμένα και επιμορφωτικά κείμενα τα οποία έχω κατατάξει σε διπλανή στήλη με το τίτλο “Αξιόλογα  Άρθρα”. Και να πω την αλήθεια θα ήθελα η καταμέτρηση να συνεχιστεί για να τα αναδείξω. Γνωρίζοντας όμως τα όρια ανοχής του αναγνώστη θα παραμείνω στα 11. Κλείνω με ένα κείμενο αισιόδοξο. Στο ίδιο μούντ δλδ που είμαι και εγώ τώρα που γράφω. Μπορεί να μην είναι το πλέον περιεκτικό και διαφωτιστικό ως προς το τι μέλλει γενέσθαι κείμενο, να μην είναι δηλαδή το “TEOTWAYKI” και το “TEOTWAYKI η επιστροφή” με τα οποία περιέγραφε τη χρεωκοπία εντός του ευρώ, και όλες του οι προβλέψεις μέχρι στιγμής έχουν βγει αληθινές, αλλά είναι ένα κείμενο του techie chan που αναδεικνύει τη δύναμη που έχουμε όλοι εμείς, οι χειριστές αυτής της χαλασμένης μηχανής και δεν το έχουμε καταλάβει. “ Ας σκεφτούμε μόνο τι σημαίνει η φράση “μοτέρ ισχύος 70 ίππων”. Παρά λοιπόν το γεγονός πως μας ανήκει μια τόσο εκπληκτική δύναμη από άποψη μέσων παραγωγής, αυτά τα μέσα μας φαίνονται στην καλύτερη περίπτωση διακοσμητικά. Τόσο γιατί τα έχουμε αγοράσει σ’ ένα διαφορετικό πλαίσιο (το αυτοκίνητο είναι για να μπλοκάρουμε στην κίνηση προσπαθώντας να πάμε στη δουλειά των 800ευρώ), όσο και γιατί από τον τρόπο που έχουν διαμορφωθεί τη στιγμή της πώλησης δεν είναι πολύ χρήσιμα (πχ τα αυτοκίνητα δεν έχουν κοτσαδόρο).

Καθώς προετοίμαζα αυτή τη συλλογή, έμαθα από τον Μ.Π. και για την αποχώρηση του Κώστα Αρβανίτη από τη “Πρωινή Ενημέρωση”. Έγινε και αυτή μετά τη παρέμβαση του ακατανόμαστου αντιπροέδρου. Αν αντέχεις λίγη ακόμα πολιτική οικονομία μοναδικέ μου αναγνώστη, δε θα σε κουράσω με κείμενο, παρά μόνο με βιντεάκι που στην εκπομπή του ο Γ.Σταθάκης συζητά τα μελλούμενα. Σου υπόσχομαι στα επόμενα πόστ περισσότερη λογοτεχνία και λιγότερους αριθμούς. Σου εύχομαι να αντέξεις τη κρίση αν και δεν αμφιβάλλω, ξέρουμε πια με ποιούς έχουμε μπλέξει, ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε όταν έρθει η ώρα να το κάνουμε.

Καλή δύναμη για το 2012 και

Κατά τ’άλλα, ή ίδια ευχή από μένα και εφέτος όπως πέρσι. Ευτυχισμένο το 2013!

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.