Feeds:
Posts
Comments

Archive for April, 2011

Με αφορμή τη θλιβερή επέτειο για την Ελλάδα, γνωστή εφημερίδα εθνικιστικού και μισαλλόδοξου ύφους, συγκρίνει τη χούντα των Συνταγματαρχών με τη σημερινή συγκυρία που πολλοί έχουν χαρακτηρίσει ως χούντα των αγορών. Για τις ανάγκες της εικόνας προσαρμόζει το φοίνικα με το σήμα του ΔΝΤ και το φαντάρο με το σημερινό πρωθυπουργό.

Δημοσιογράφος δηλωμένων φιλελεύθερων πεποιθήσεων το κοινοποιεί στη γνωστή ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης υπό το σχόλιο:  “Το πρόβλημα με αυτή την ακροδεξιά χυδαιότητα είναι ότι έχει αριστερή πατρότητα (π.χ. Λαφαζάνης). Έτσι προσφέρεται ένα καλό πάτημα για να αθωώνονται εκείνοι που έδεσαν χειροπόδαρα τον λαό, βασάνισαν και δολοφόνησαν πολίτες…. ”  Και κάπως έτσι ξεκινά ο δημόσιος διάλογος.

Ο γράφων, αφού πρώτα δηλώσει τη σαφέστατη προτίμησή του στη σημερινή δημοκρατία (δεν είναι άραγε αυτονόητο; ) από εκείνη των Συνταγματαρχών,  αναρωτιέται δημόσια και εν μέρει προκλητικά εάν τα ποσοστιαία θύματα βασανισμού και φυλακίσεων της χούντας είναι περισσότερα ή λιγότερα από αυτά της δημοκρατίας που την ακολούθησε.  Και ακολουθούν έκτοτε οι αναμενόμενοι αφορισμοί και οι εικονομαχίες.

Γίνεται επαναλαμβανόμενα λόγος υπέρ του αγαθού της ελευθερίας ως διακριτικό στοιχείο ανάμεσα σε μια δικτατορία και ένα αυταρχικό καθεστώς. Γίνεται επίσης ακόμα πιο συχνά λόγος για το τρόπο ανάδειξης μιας πολιτικής τάξης ως διακριτικό στοιχείο ανάμεσα στα δημοκρατικά και μη πολιτεύματα. Οι εκλογές και δη οι ελεύθερες θεωρούνται παράγοντας δημοκρατικής νομιμοποίησης ενός πολιτεύματος. Και ορθώς θεωρούνται.  Εδώ λοιπόν έγκειται και το πνεύμα της αρχικής μου ερώτησης που αν διατυπωθεί εν μέρει αχρηστεύει και τον πρόλογο που έκανα. Είναι η δημοκρατία εκτός από μια μεταφυσική ιδέα και ένα σύστημα από μετρήσιμους παράγοντες που αποδεικνύουν την ύπαρξή της; Οι εκλογικές διαδικασίες για παράδειγμα, σε συγκριτική και εμπειρική ανάλυση με άλλες χώρες ή άλλες εποχές, μπορούν να θεωρηθούν ως μετρήσιμο μέγεθος για τη ποιότητα ενός πολιτεύματος.

Αντίστοιχα θέτω το ερώτημα αν οι περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας που οδήγησαν σε κρατική βία και καταστολή, από ένα σημείο και μετά δύναται να αλλοιώσουν από μόνες τους τη ποιότητα του πολιτεύματος. Και σε ένα  δεδομένο πλαίσιο σκέψης, η απάντηση είναι καταφατική. Η τήρηση και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις επίσημες αρχές σε ένα (οποιοδήποτε) κράτος και δη των υπόλογων στη δικαιοσύνη κατηγορουμένων ή κρατουμένων, αποτελεί για ένα μεγάλο κομμάτι του δυτικού κόσμου μετρήσιμο μέγεθος για το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα που ονομάζουμε Δημοκρατία. Σχετικά πρόσφατα, οι “δείκτες” αυτοί, ενσωματώθηκαν και στο αναπτυξιακό πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών, υπενθυμίζοντας κατ’ αυτόν το τρόπο στην Οικουμένη, πως το αγαθό της Ανάπτυξης δεν περιορίζεται στη μεγέθυνση του ΑΕΠ αλλά λαμβάνει και ως παραμέτρους ανθρωπιστικές αξίες.

Είναι σύνηθες στον εγχώριο δημόσιο διάλογο η αποστροφή προς τα ποσοτικά μεγέθη και η εύκολη αναγωγή κάθε κοινής αξίας που στολίζεται με το επίθετο “μεγάλη”, στο επίπεδο της μεταφυσικής. Αυτή εδώ όμως η παρέμβαση επιθυμεί να καταδείξει πως η Δημοκρατία δεν είναι θρήσκευμα η δόγμα να μην επιδέχεται κριτικής και να προσβάλλονται οι πιστοί της. Είναι σύστημα κοινωνικο-πολιτικής οργάνωσης. Σύστημα δομημένο από ανθρώπινα όντα που είναι φυσιολογικό ενίοτε να σφάλλουν. Επίσης η πραγματική Δημοκρατία (σε αντίθεση με αυτή των Συνταγματαρχών) δεν φοβάται ούτε συγκρίσεις ούτε την αμφισβήτηση.

Επίσης υπάρχει και μια εξελιγκτική διαδικασία στα πλαίσια σκέψης που εν πολλοίς ωφείλεται στις κοινωνικές διεργασίες και τις αξίες κάθε εποχής. Σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, ζητούμενο και μέθοδος κοινωνικής ανάλυσης μπορεί να ήταν η εκλογικές διαδικασίες, σε μια άλλη μεταγενέστερη μπορεί να είναι η τήρηση και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο γράφων θα παραδεχθεί πως -αναπόφευκτα ίσως- κρίνει παλαιότερη εποχή με τα δεδομένα του “σήμερα” και τη σημερινή με τα δεδομένα του “σήμερα περισσότερο νομιμοποιημένων δημοκρατιών”, δηλαδή του επιθυμητού “αύριο”.

Για να γίνει μια έξοδος από τα εγχώρια δεδομένα με σκοπό να ανανεωθεί και να εμπλουτιστεί η επιχειρηματολογία, θα χρησιμοποιηθεί ως ιστορικό πλαίσιο ανάλυσης και -γιατί όχι- έμπνευσης η περίπτωση της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας. Ενός νέου κράτους, μιας Δημοκρατίας που προήλθε από την ενοχή και τη φρίκη που προκάλεσε ο Β’ Π.Π.

Για αρκετούς αναλυτές, ένας εξ΄αυτών o Peter Gay, το έδαφος για την άνοδο των Ναζί, προετοίμασε η ποιότητα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η καταχρεωμένη Γερμανία που έχασε τον Α’Π.Π., η πτώση της αυτοπεποίθησης του Γερμανικού λαού, η επίπλαστη ευημερία που βασιζόταν σε εξωτερικά δάνεια, ο υπερπληθωρισμός, η εναλλαγή των κομμάτων εξουσίας υπό το καθεστώς διαφθοράς, ο λαϊκισμός και η βίες δράσεις των μικρότερων κομμάτων και η επακόλουθη εκτόνωση του πλήθους στις κοινωνικά αδύναμες ομάδες (εβραίους, κομμουνιστές). Το τι ακολούθησε είναι γνωστό.

Αλλά ας έρθουμε στο ζητούμενο που είναι η ποιότητα της Δημοκρατίας στη μετά αυταρχική εποχή. Εν αρχή λοιπόν η λογοδοσία. Η μεταπολεμική πολιτική σκηνή της Γερμανίας λογοδότησε στους πολίτες της για τα εγκλήματά της, έστησε μνημεία για τη διατήρηση της μνήμης της φρίκης ως πηγή μελλοντικής αποτροπής της, δίκασε τους εγκληματίες χωρίς μετέπειτα εκπτώσεις στις ποινές. Έπειτα οι Θεσμοί. Η Γερμανία έθεσε ισχυρούς αντιναζιστικούς νόμους σε σημείο να καταστέλλει άγρια τις πορείες των νεοναζί και έθεσε το κόμμα τους εκτός νόμου με το δικαιολογητικό της πρόκλησης σε βίαιη διάλυση του κράτους. Τέλος το μέτωπο της Ανάπτυξης. Σε αστικό επίπεδο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη φύλαξη και αναμόρφωση περιοχών που ζούσαν μετανάστες ώστε να μη μεταβληθούν σε γκέτο, σε εθνικό επίπεδο εισήγαγε το κατώτατο μισθό και το δίχτυ κοινωνικής αλληλεγγύης που όχι μόνο μηδένισε την ανεργία αλλά άνοιξε θέσεις εργασίας και σε αλλοδαπούς. Μα το σημαντικότερο από όλα ήταν η παρέμβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα. Η πολιτική της πλήρους απαλλαγής από τη στερεοτυπική αντίληψη της ιστορίας, από τη κακομεταχείριση και την ενδο-σχολική βία ως στοιχείο διαπαιδαγώγησις και τα προγράμματα ένταξης όλο και περισσότερων πληθυσμιακών ομάδων στην εκπαιδευτική διαδικασία ώστε να αποτραπεί η κοινωνική περιθωριοποίηση.

Κατανοώ πως λόγω της επετείου είναι αναμενόμενο, ειδικά σε άτομα που κατά το παρελθόν καταπιέστηκαν από τη Δικτατορία, να κυριαρχεί το συναίσθημα επί της λογικής, και το συναίσθημα μετατρέπει την άποψη σε πλήρως υποκειμενική, πόσο μάλλον όταν συνοδεύεται και από προσωπικά βιώματα. Ίσως και αυτός να είναι ο λόγος που η συγκεκριμένη παρέμβαση τη συγκεκριμένη μέρα να αποδειχθεί και άτοπη. ‘Ίσως όμως και όχι. Άτομα της δικής μου γενιάς, που δεν έζησαν την επταετία, βρίσκονται σε πολύ πιο εύκολη θέση να αμφισβητήσουν τη ποιότητα της σημερινού πολιτεύματος. Αυτό δε σημαίνει, πως η κριτική είναι κακόπιστη. Κριτική μπορεί να γίνεται σε ένα πολίτευμα με καλή πίστη και με διάθεση βελτίωσης του υπάρχοντος προς όφελος ακόμα περισσότερων μερών του. Κριτική εν προκειμένω, δύναται να αναπτύσσεται ώστε να ελαχιστοποιηθούν τα θύματα της κρατικής βίας και των οργάνων καταστολής. Κριτική μπορεί να επικεντρώνεται σε φαινόμενα παράβασης καθήκοντος. Άλλωστε, η κοινωνική αντίσταση κατά την εποχή της Δικτατορίας προήλθε από άτομα που δεν είχαν πεισθεί ως προς τη ποιότητα της προσφερόμενης Δημοκρατίας, και εάν γίνει δεκτό πως αυτοί οι αμφισβητίες συνέβαλλαν στη κοινωνική πρόοδο, τουλάχιστον εις μνήμην τους ας αποδεχθούμε την αξία της αμφισβήτησης, δεδομένης της προσήλωσης στο δημόσιο συμφέρον και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ειδάλλως, εάν αποτραπεί η κάθε προσπάθεια κριτικής μέσω της υπερευαίσθητης αντίδρασης που προκαλεί η εκάστοτε δυσάρεστη βιωματική μνήμη, ή ακόμα χειρότερα η μνήμη μη εμπλεκομένων που έχει στοιχειοθετηθεί σε δευτερογενείς αφηγήσεις, τότε το υποκείμενο της κριτικής θα αντιμετωπίζεται ως άλλος “επί ξύλου κρεμάμενος”  στη ζωή του Bryan που τόσο εύστοχα έχουν αναπαραστήσει οι Monty Pithon!

Η ανοχή στη διαφορετική άποψη δεν αλλοιώνει αλλά εμπλουτίζει τη δημοκρατία, τα μετρήσιμα μεγέθη δεν είναι ο διάβολος, και η υπερβολική ευαισθησία καταλήγει να σκοτώνει το χιούμορ!

Advertisements

Read Full Post »

no reason manifesto.

Γράφεις ένα κείμενο σε στιγμές ευφορίας, σε στιγμές “έχω κάτι να πω”, και αφού το καταφέρεις νιώθεις τη χαρά της ολοκλήρωσης. Διαβάζεις το ίδιο κείμενο σε στιγμές δυσφορίας, σε στιγμές “δε με νοιάζει, δεν έχω να πω τίποτα σε κανένα, ο καθένας κάνει τη δική του ζωή, και όλοι μαζί τη κοινή μας όταν συναντιόμαστε” και δε παίρνεις πλέον χαρά απ το κείμενο που έγραψες.

Γίνεται διάλογος πάνω στο κείμενο και καταλαβαίνεις ότι ο καθένας καταλαβαίνει ο,τι θέλει, βγάζει το συμπέρασμα που θέλει, δε πα να μιλάς εσύ για τις νομοτέλειες αυτός θα αναγνώσει το δικό του μήνυμα. Αυτό όμως είναι και το φυσικό. Ένα έργο άπαξ και κοινωνικοποιηθεί απολαμβάνει των διαφορετικών ερμηνειών του εκάστοτε δέκτη. Το’ πε και ο Γκοντάρ. Δε γίνεται αλλιώς. Αυτό αποδεικνύει ότι κατά βάση είμαστε όλοι διαφορετικοί άνθρωποι και το μοναδικό κοινό είναι η ροή του αίματος στις φλέβες (για να μεταφράσω και τους editors).

Κείμενα για πρόσωπα συγκεκριμένα, γράφονται και καταλήγουν σε πρόσωπα συγκεκριμένα. Όλα τα υπόλοιπα καταγράφουν κοινές ανησυχίες και φιλοδοξούν να συζητηθούν σε ένα κοινό χώρο όπως αυτός εδώ. Και βέβαια, αγαπημένε μου αναγνώστη, κανένα κείμενο δεν είναι αυθεντία, καμία γνώμη υπεράνω κριτικής.  Άλλωστε ο χώρος που δημοσιεύονται, όπως λέει και ο υπότιτλος, αποτελεί εργαστήρι και όχι πωλητήριο.

Read Full Post »


It is naively assumed that the fact that the majority of people share certain ideas or feelings proves the validity of these ideas and feelings. Nothing is further from the truth… Just as there is a folie à deux there is a folie à millions. The fact that millions of people share the same vices does not make these vices virtues, the fact that they share so many errors does not make the errors to be truths, and the fact that millions of people share the same form of mental pathology does not make these people sane.

(Fromm, Erich. The Sane Society, Routledge, 1955, pp.14;15.)

Read Full Post »

mladé letá

Αν έτυχε κάποτε να γνωρίσεις και εσύ κάποιον με έφεση στο γραπτό λόγο, να τον γοητεύσεις ή να σε γοητεύσει και αυτό να γίνει αμοιβαία κατανοητό, λογικά θα με καταλάβεις. Οι λέξεις που αποφασίζουν να ταιριάξουν η μια δίπλα στην άλλη δεν απέχουν πολύ από τα βλέμματα που καθόλου τυχαία συμβαίνει να συναντηθούν. Γράφω αυτή τη σκέψη γιατί βασανίζομαι να καταλήξω αν αυτή η καθόλου τυχαία συνάντηση αποτελεί ερωτική στιγμή.  Αν μπορεί κάποιος να την εντάξει στις ερωτικές του εμπειρίες και να αντλήσει δύναμη απ’αυτή για να συνεχίσει στη ζωή. Μέχρι στιγμής δεν έχω βρει μια ζωντανή φωνή να μου το επιβεβαιώσει.

……..

Και τώρα θα σου μιλήσω για τις νομοτέλειες. Για τον αέναο αγώνα που δίνουν τα τυχαία γεγονότα απέναντι στα κατασκευασμένα, τα αληθινά συναισθήματα απέναντι στους στόχους και τα μέσα, η συνείδηση απέναντι στη χειραγώγηση.

Θα σου μιλήσω σαν ένας άνθρωπος που λατρεύει τα χρονοδιαγράμματα, τη τάξη, τη παραγωγικότητα και τα αποτελέσματα. Που πιστεύει όμως -και αυτό το άτιμο πράγμα που λέγεται πίστη ενδέχεται να είναι η μεγαλύτερη πηγή του κακού- πως κανένα συναίσθημα δε θα χωρέσει ποτέ σε κανένα καλούπι.

Δεν έχω διάθεση να σου εξιδανικεύσω τη δική μου πλευρά. Τη πλευρά των εραστών των ξεχασμένων μεταβλητών μιας συνάρτησης. Τη πλευρά που προτιμά τοφόβο σε συνθήκες αφύπνισης της συνείδησης από την ελπίδα σε συνθήκες φούσκας της συνείδησης. Η μάχη ενάντια στις νομοτέλειες δε δίνεται μονάχα με τις λέξεις. Όσο και αν αυτές θέλουν να έρθουν κοντά, όσο και αν μπορώ να γράψω λογοτεχνικά κείμενα και να σε γοητεύσω, η μάχη δίνεται και σώμα με σώμα. Πέρα από τη μητέρα των μαχών που δίνεται στη συνείδησή μας, το μεγάλο πεδίο χρόνια τώρα, είναι αυτό που μετράει στάσεις και συμπεριφορές.  Πόσο συνεπής μπορείς να είσαι σε όσα κηρύττεις ως αξίες? Πόσες από όλες αυτές μπορείς να συγκρατήσεις τη δύσκολη στιγμή? Πόσο γελοίος μπορείς να μην είσαι όταν ακολουθείς το δρόμο που μέχρι πριν από λίγο καιρό είχες απαξιώσει?  Αν καταφέρεις  μετά από μια ή περισσότερες μάχες να σώσεις ότι έχεις ιερό, τότε είναι που αποκτάς τη δύναμη να ανατρέπεις τις νομοτέλειες. Θα με ρωτήσεις, και με το δίκιο σου, μα γιατί να μπεις σε μια τέτοια περιπέτεια? Γιατί να μην αποδεχθείς από νωρίς τα τετελεσμένα της ζωής, το δρόμο που σχεδόν όλοι ακολούθησαν, τα λάθη που σχεδόν όλοι κάναν, τα συγνώμη που είπαν, και έληξαν το βίο τους όπως τόσοι και τόσοι άλλοι. Και όλα αυτά που στη ζωή για σένα είναι οι συνθήκες μιας ώριμης δημιουργίας, το βασανισμένο αποτέλεσμα μετά από μερόνυχτα άγχους και θλίψης, έρωτα και απογοήτευσης, αληθινής τέχνης, για εκείνους δεν είναι παρά το ντεκόρ στο σενάριο που γενιές τώρα επαναλαμβάνεται ανέπαφο.

Είναι απλό. Είναι βαρετό και αφόρητο! Πόση ζωή έχει απομείνει μέσα σου όταν τα όνειρα σου είναι προϊόντα διαφημιστικής εκστρατείας? Και ναι, να δεχθώ πως αν ακόμα δεν το έχεις καταλάβει είσαι ένα ακόμα θύμα της καταναλωτικής κοινωνίας και του δυτικού ονείρου. Είσαι ένας ακόμα Andy Kaufman.  Αλλά διάολε, το ξέρεις από καιρό, πως αργά η γρήγορα όλες οι φούσκες σκάνε. Μερικές φορές αργούν και ξυπνάς δίπλα σε ένα άγνωστο μετά από 20 χρόνια με 2 παιδιά στο γυμνάσιο, μερικές σκάνε νωρίς και ξυπνάς χωρίς γραμμάτια και δάνεια πάνω από το κεφάλι σου, παρά μόνο με τη πικρή υποχρέωση να πεις ένα “συγνώμη”. Και εδώ ενδέχεται και πάλι να χάσω το παιχνίδι και να μη καταφέρω να σε πείσω. Γιατί όπως και με το ανέκδοτο με τη Ρούλα Κορομηλά, μπορείς απλά να μου απαντήσεις: “Παίξαμε και χάσαμε, μέσα στη ζωή είναι αυτά!”. Ναι, αλλά και εγώ θα σου απαντήσω σαν εξυπνάκιας πως έχασες 20 χρόνια από τη ζωή σου. “Ε και?, εσύ τα κατάφερες καλύτερα?” θα μου απαντήσεις.

Εδώ λοιπόν θα καταλάβεις τι σημαίνει βασανίζομαι. Ακόμα και αν όλα τα επιχειρήματά μου είναι λογικά (σε ένα κόσμο που εξ’αρχής ξέρω πως η λογική δεν είναι ντε και καλά κοινή υπόθεση, ούτε και συνταγή για όλες τις χρήσεις) πρέπει με κάποιο τρόπο να σου αποδείξω πως και η στάση μου ήταν πηγή ευτυχέστερης ζωής, πως ο δικός μου δρόμος απέδωσε πιο πολλούς καρπούς και πως εν γένει η δική μου κοσμοθεωρία είναι πιο γαμάτη. Και καταλήγουμε στο ότι εγώ που σ’αγαπάω χρόνια τώρα, καταλήγω να σε ανταγωνιστώ. Έλεος δηλαδή.

Την ώρα αυτή που το κείμενό μου έχει αγγίξει τα όρια του κουραστικού πρέπει να βγάλω έναν άσσο από το μανίκι. Και εδώ που τα λέμε, είναι η κατάλληλη στιγμή να σου πω πως δε πιστεύω τυχαία στα “τυχαία γεγονότα”. Δεν είμαι παρατηρητής στη ζωή. Παίζω και εγώ μπάλα στο γήπεδό της. Έχω και εγώ στρατηγική για να βάζω γκολ και ας μη το κάνω πάντα θεαματικά. Πέρα όμως από αυτό, η και παράλληλα, η ζωή επιφυλάσσει εκπλήξεις. Against all odds, έχω δει τη ζωή να νικά το σίγουρο θάνατο, την αγάπη να νικά το χρόνο, την αισιοδοξία να νικά τη κατάθλιψη, την αυτοεκτίμηση να νικά τη παλιανθρωπιά. Αν με γνωρίζεις λίγο καλύτερα θα τα έχεις ζήσει και εσύ μαζί μου. Εν τέλει, έχω δει όλες αυτές τις γαμημένες νομοτέλειες να ανατρέπονται, και όχι μονάχα αυτό. Ξέρω και τη δύναμη που τις ανατρέπει. Ονομάζεται ειλικρίνεια και πίστη σε ένα καλύτερο αύριο.

Σκέψου τα όλα αυτά και θα τα ξαναπούμε. Δε χανόμαστε.

……

Εν τω μεταξύ, συνεχίζοντας από τη πρώτη παράγραφο, αν έτυχε ποτέ να γίνεις αποδέκτης γραπτών στεναγμών, αν σε άγγιξε έστω και μια παράγραφος από όσα διάβασες, είναι δύσκολο να προδώσεις αυτή τη σχέση που -θες δε θες- δημιουργήθηκε. Τα γράφω αυτά και αναρωτιέμαι τι είδους σκέψεις χορεύουν στο μυαλό των δημιουργών εικόνων, πόσο ο κόσμος τους ταιριάζει με τον τρέχοντα, πόσο τα όνειρά τους χάνονται η συγκρατούνται η μεταφέρονται σε άλλους κόσμους. Αν το καλοκαίρι της ψυχής δύναται να είναι αιώνιο όπως αναφέρει στα σλοβάκικα ο τίτλος του κειμένου. Αν υπάρχει ελπίδα για τους ονειροπόλους.

Read Full Post »

Ευρώπη.2

Τέτοιες μέρες αρκετά χρόνια πριν είχα επισκευτεί το Στρασβούργο. Τη πρώτη νύχτα είχα βρεθεί στο σπίτι της Έλλη, μιας φίλης του Σέμπ από τη Φινλανδία. Ήταν ένα τόσο όμορφο μέρος, και η αγωνία μου τότε να επισκευτώ μια διαφορετική πόλη από την Αθήνα το έκανε ακόμα ομορφότερο. Το Στασβούργο, le Carrefour de l’Europe, όπως έλεγε και μια μεγάλη πινακίδα στην είσοδο μετά τα Γαλλογερμανικά σύνορα, ήταν για μένα το ομορφότερο σημείο της Γερμανίας, μόνο που βρισκόταν στη Γαλλία.

Στο σπίτι της Ελλη είχαμε πάει μια μικρή επίσκεψη με απότερο σκοπό να τη πάρουμε να πάμε να γλεντήσουμε στο club “Mosquito” όπου μαζεύονταν και γίνονταν λιώμα όλοι οι ερασμιακοί φοιτητές. Παρεπιπτόντως θα τρώγαμε και βραδυνό. Και το βραδυνό που φάγαμε ήταν για μένα μεγάλη έκπληξη. Αφού συστηθήκαμε, συζητήσαμε και γνωριστήκαμε κάπως, μας ρώτησε αν πεινάμε ώστε να μας κεράσει. Και αφού βεβαίως της απαντήσαμε θετικά πήγε προς το ψηγείο. Την είδα να βγάζει το λάχανο και να το κόβει ώστε να γεμίσει τη ξύλινη πιατέλα μαζί με μερικές φέτες αλλαντικών. Λέω μέσα μου “ok, για μεζές, για να ξεκινήσουμε, καλά είναι”. Δεν ήταν όμως έτσι. Αυτό ήταν όλο κι’ όλο το βραδινό τους. Όταν πέρασε λίγο η ώρα και ήταν φανερό πως δεν θα μας προσέφερε τίποτε άλλο το μικροκαμωμένο φινλανδεζάκι, κοιταχτήκαμε με το Σέμπ και κάναμε υπομονή μέχρι να φύγουμε.

Στο σπίτι εκείνες τις μέρες ήταν και το αγόρι της που ήταν μόνιμος υπαξιωματικός στο φινλανδικό στραό. Κάθε φορά που γίνεται συζήτηση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις μεταναστευτικές ροές στην Ελλάδα και κόσμος γύρω μου αναρρωτιέται γιατί η χώρα μου εμφανίζεται σα μαύρο πρόβατο στο ζήτημα της διαχείρησης προσφύγων και μεταναστών, θυμάμαι εκείνη τη συζήτηση μαζί του. Αφού ξεπέρασα το αρχικό κόμπλεξ που είχα επειδή δε μου καθόταν καλά μια γλυκήτατη και ανοιχτόμυαλη σοσιαλίστρια σαν την Έλλη να τα’χει μ’ένα κομάντο, άρχισα να τον ρωτάω για τη δουλειά του.

Ο διάλογος είχε ως εξής: “Σε ποιό σώμα είσαι?”, (εκείνος) “Στις ειδικές δυνάμεις”, “και τι κάνετε συνήθως εκεί?”, (εκείνος) “βαρετές αποστολές”, βαρετός ήταν και ο τρόπος που μίλαγε, γιατί κάθε απάντηση 3 λέξεων έκανε από μέσα του για να τη βγάλει 5 λεπτά, “τι είδους απόστολές δηλαδή?”, (εκείνος) “ουσιαστικά φυλάμε τα σύνορα”, “απο ποιούς?”, (εκείνος) από τους Ρώσους που μπαίνουν μέσα παράνομα”. Μου εξήγησε ότι πολλές φορές κάθεται μόνος για μέρες στο χιόνι, κρυμμένος σε αυτοσχέδιο καταφύγιο στη Λαπονία με το όπλο στο χέρι φυλώντας περάσματα τα οποία χρησιμοποιούν Ρώσοι μαφιόζοι για να διακινήσουν λαθραία κόσμο. “και τι κάνετε όταν περνάν τα σύνορα?” , (εκείνος) “τους διώχνουμε”, “πως τους διώχνετε μέσα στη νύχτα? φωνάζετε? σας ακούνε? κάνουν ότι τους λέτε?, (εκείνος) “συνήθως όχι, παλιότερα ρίχναμε βολές στον αερα αλλά τώρα το αψηφούν και αυτό”, “και τι κάνετε? πυροβολείτε στο ψαχνό?”, (εκείνος) “ε, ναι, δε γίνεται αλλιώς”

Είχα πάθει ένα δεύτερο σοκ. Πάνω που ήμουν έτοιμος να εντυπωσιαστώ θετικά από την πολιτισμένη Ευρώπη με τις καθαρες πόλεις και τα συμμετρικά αριστοκρατικά κτήρια, δεχτηκα μια μικρή ένεση βαρβαρότητας. Και να σκεφτείς ότι ο εν λόγω κομάντος δεν έμοιαζε καθόλου με τους μαντραχαλάδες δικούς μας. Πιο πολύ για γυμνασμένο μεν, φοιτηταριό δε, τον έκοβες. Βέβαια όλα αυτά ξεχάστηκαν γρήγορα από το αλκοόλ που ακολούθησε και συνόδεψε τα επαναλαμβανόμενα πάρτυ, αλλά απ’ ότι φαίνεται ήταν προσωρινή η απώλεια μνήμης.

Την Έλλη την ξαναείδαμε το προηγούμενο καλοκαίρι όταν επισκευτήκαμε το Ελσίνκι. Τα είχε ακόμα με τον τύπο και μένανε μαζί. Πίνοντας καφέ σε ένα αριστοκρατικό (κατα τ’ άλλα) σημείο, συζητούσαμε για το πόσο ανοικτά ερχόταν στις εκδηλώσεις του προεδρικού μεγάρου η λεσβία υπουργός με τη σύντροφό της, την ανεργία στους πολιτικούς επιστήμονες, και για το ανύπαρκτο καλοκαίρι. Αύγουστο μήνα να έχει βροχές και το πολύ 15 βαθμούς κελσίου ήταν λίγο αποθαρρυντικό. Έψαχνε και αυτή για δουλειά μιας και μόλις είχε τελειώσει το μεταπτυχιακό. Δούλευε σε ένα ΜΚΟ αλλά τα χρήματα δεν ήταν αρκετά για να ζήσεις στη πανάκριβη Φινλανδία. Οπότε τι να κάνεις, συγκατοίκιση και ζαμπονολάχανο..

 

————

το κείμενο αποτελεί κατα κάποιο τρόπο συνέχεια του προηγούμενου “Ευρώπη”

Read Full Post »