Feeds:
Posts
Comments

Archive for June, 2011

όλα αυτά

Σκέφτομαι πως παρά τα όσα έζησα τις 2 αυτές μέρες στο Σύνταγμα και είδαν τα μάτια μου, και τα μάτια των φίλων μου, και τα μάτια όλης της Ελλάδας, παρά τις συζητήσεις που κάναμε και έκαναν είμαι σίγουρος τόσοι μα τόσοι άλλοι με αφορμή όλα αυτά, μια μερίδα του κόσμου θα πάει αύριο στη δουλειά του εντελώς αμέριμνη και ανέγγιχτη. Αυτή η μερίδα του κόσμου που κάθε φορά που γίνεται μια απεργία, που γίνονται επεισόδια με τραυματίες και χρήση βίας, που γίνεται μια συγκέντρωση με πολιτικό περιεχόμενο, αδιαφορεί εντελώς και λειτουργεί ωσάν αυτό να συμβαίνει σε έναν άλλο κόσμο, να αφορά κάποιον άλλο πιο γραφικό κόσμο. Σκέφτομαι και αγανακτώ πως υπάρχουν άνθρωποι στην ηλικία μου που βιώνουν τις κοινωνικές αλλαγές και διεργασίες εντελώς επιδερμικά. Για αυτούς ο κόσμος των υποχρεώσεων αρχίζει και τελειώνει στην ικανοποίηση των ζητούμενων του προϊσταμένου και ο κόσμος των δικαιωμάτων ορίζεται από το φάσμα των καταναλωτικών επιλογών.

Σκέφτομαι και αγανακτώ, πως παρά όλη αυτή την εκτεταμένη κρατική βία, τις εμφανείς και αναίτιες επιθέσεις των δυνάμεων καταστολής, και την ευρεία κοινωνική κατακραυγή, κάποιοι υποστηρικτές της εφαρμοζόμενης πολιτικής, φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές φλούφλιδες, new age γκατζετάκηδες της κακιάς ώρας και “συνετοί πολίτες”, όλο και κάτι στραβό θα βρουν να προσάψουν στη στάση του κόσμου απέναντι στη κυβέρνηση. Ξεκίνησε από το χαρακτηρισμό “απολιτίκ” και τώρα που το κίνημα έλαβε σαφώς συγκρουσιακά χαρακτηριστικά θα το απαξιώσουν προσάπτοντας του τάσεις ανομίας, βίας και οχλαγωγίας. Πάντα κάτι θα τους μυρίζει, πάντα κάτι θα τους ενοχλεί να δουν τα πράγματα όπως συνέβησαν παρ’ότι ίσως δε το περίμεναν.

Οι μεν τρέντηδες λοιπόν θα πάνε κανονικά στο γραφείο αύριο μη βλέποντας την ώρα να έρθει το Σ/Κ για πάρτυ και shopping, οι δε τρέντηδες θα αρχίζουν να σχολιάζουν και να μιζεριάζουν που ο κόσμος (οι άλλοι πάντα) δε βάζουν μυαλό να στηρίξουν τους σωστούς πολιτικούς και ικανούς διαχειριστές.

Για αυτό σκέφτομαι πως για αυτό το politically correct κομμάτι του κόσμου περισσότερο αξία θα έχει να ανατρέψω ένα κείμενο βεβαιοτήτων της Μιράντας πάρα να πω η να γράψω κάτι για τη συνεχιζόμενη παρακμή της δημοκρατίας σε αυτή τη χώρα.

Read Full Post »

Tο κείμενο είναι του Ηλία Πετρόπουλου. Οι υπογραμμίσεις δικές μου. Ειλικρινά δε ξέρω αν έχω ξαναδιαβάσει τόσο όμορφο κείμενο στη ζωή μου. Δε ξέρω άμα βρήκα εγώ το κείμενο ή με βρήκε εκείνο ετούτη τη στιγμή. Θα το διαβάσω, θα το ξαναδιαβάσω και νομίζω θα το διαβάζω για πολύ καιρό ακόμα. Όπως και να’χει, Βυτίε σ’ευχαριστώ.

Ηλίας Πετρόπουλος

Επικήδειος λόγος

Λόγος επικήδειος
διά τα παλαιά άγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,
αλλά συγχρόνως και ελεγεία
εις ανάμνησιν της ομορφιάς μιας γυναίκας
εξαιρετικώς αγαπηθείσης.


Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων, απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος. Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμένου εκουσίως έρωτος από τα ρεμπέτικα τραγούδια εξόχως ανιστορήθησαν. Τα ρεμπέτικα υπήρξαν κάποτε η παρηγοριά μας. Ήταν οι λευκοί ασπασμοί των παραγνωρισμένων. Αξιώθηκα να κρατήσω στα χέρια μου το βουβό, πλέον, μπουζούκι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δεν τραγουδούσαν οι γυναίκες (αυτές συνήθως αργά κατανοούν το πόσο αγαπήθηκαν), ούτε τα τραγουδούσαν οι σκληρόκαρδοι.

Όχι μόνο για την αλήθια, αλλά και για την ομορφιά της αλήθιας νιάζομαι. Μη μου στείλεις περιστέρια· μαντεύω τα λόγια αγάπης που θα μου πεις. Ο έρως συμβαίνει σαν δυστύχημα. Κρατούσα, τότε, σαν βιολί το σώμα σου, μα τώρα που είμαστε μακριά σ’ έχω φωτιά παντοτινή μες στην καρδιά μου. Θα ψάχνεις λυπημένη να με βρεις στους άδειους δρόμους και θα ρωτάς παντού για μένα, και στην περιρρέουσα μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών θα αναζητάς επί ματαίω παρηγοριά. Εφέτος ανήμερα το Πάσχα έβρεχε και η δολιότης πίκραινε την καρδιά μου. Το ξέρω· η θέση μου είναι στο νεκροταφείο. Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι. Δεν είμαι δικός μου. Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν. Θλιβερά βλέματα τέκνα της σιωπής μου. Ο θάνατος απόψε διώχνει το κάθε τι απ’ την ψυχή μου. Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.

Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία πού ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια. Τα ρεμπέτικα προήχθησαν εις μαυσωλείον αισθημάτων. Το να υποφέρεις απ’ του κόσμου τις πίκρες είναι αναγκαίον, και ίσως νόμιμο. Πάθος έδωσα και πάθος δεν έλαβα, κι ό,τι έπιασα έγινε στάχτη. Πολλά εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα. Ο πατέρας μου με γαλούχησε με τα τραγούδια αυτά. Έχτισα το παρόν βιβλίο, σα να έχτιζα χελιδονοφωλιά, προς χάριν του ισοβίου φίλου Τσιτσάνη. Την εγκαρτέρηση εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα.

Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (άχ, σβήνω) όταν εσύ χρησιμοποιείς τα αισθήματα μου σαν κέρματα. Αν πρόκειται κανείς να διατηρήσει την ευαισθησία του ας είναι ο ηττημένος. Τα ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ως αναμνήσεις. Ζήσαμε τις πιο εφιαλτικές νύχτες του αιώνος. Οι ενθυμήσεις ελλοχεύουν. Ένιωσα τα πάντα μόνον σαν πάθη. Άφησέ με νάμαι παράφορος, αφού η λογική είναι ο προθάλαμος της τρέλας. Υπήρξα ένας Ιδανικός Φαύνος. Θα σε γκρεμίσω με δάκρυα, ζοφερή πολυαγαπημένη.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς. Και μόνον όποιος τα πλησιάσει με αγνό αίσθημα τα νιώθει και τα χαίρεται. Γιατί, η καρδιά με καρδιά μετριέται.

Έκλεισεν ό κύκλος των ρεμπέτικων τραγουδιών. Ανήκουν πια στο παρελθόν τα τραγούδια αυτά. Χοροστατώ μοιραίως στό μνημόσυνο τους αφού ο *** κυμαίνεται, τη νύχτα αυτή, μεταξύ ευφημίας και επιβιώσεως.

Αίφνης σκοτείνιασε η πλάση και η αυτοκτονία απέβη το όνειρο εκάστου εχέφρονος ανθρώπου. Ο θεηφόρος έρως μόνη πειθώ τής ζωής. Φυλακτά σε σχήμα καρδίας αντίκρυσα στο βυζαντινό μουσείον Αθηνών. Στα λάσια μπράτσα των ρεμπέτηδων συχνά βλέπω κεντημένη μιά καρδιά με φυλλοκάρδια, όπου στη μέση της έχει το όνομα της πολυαγαπημένης.

Οι νεοελληνικοί αιώνες εγκυμονούσαν τα ρεμπέτικα τραγούδια. Στον έρωτα ο χρόνος ετάχθη υπέρ των ανδρών. Αφότου γεννηθήκαμε ο θάνατος αναμένει. Ήπια τα χίλια πικρά όχι, πριν καταπιαστώ με τα ρεμπέτικα. Οι χαρές, όπως και οι ηδονές, οδηγούν στην γνήσια θλίψη. Σαν χειρονομίες σφοδρού κοπετού μοιάζουν τα φτερουγίσματα αυτουνών που χορεύουν ζεϊμπέκικο. Ο Γιάννης Τσαρούχης ξέρει γιατί αποκαλεί τον ζεϊμπέκικο Χορό των Χορών. Ίσως, μόνον ένας ερωτευμένος μπορούσε να συντάξει τον επικήδειο των ρεμπέτικων τραγουδιών, πού εξακολουθούν να φαντάζουν σαν μαγικός λουλουδότοπος μακρινός, οριστικά χαμένος και απροσπέλαστος. Ο νους του ανθρώπου (ισχυρός ως ο έρως, πανίσχυρος ως ο θάνατος) εξακοντίζεται προς το παρελθόν. Η θλίψη αποτελεί την ηχώ τών ερωτικών λαϊκών ασμάτων. Είθε, σύντομα τα ελληνόπουλα να διδάσκονται στα σχολεία την απαράμιλλη μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών.

Θα σταδιοδρομήσω του λοιπού ως προδότης. Κατάβαθα κι εγώ, κατάβαθα κι εσύ, πληγώσαμε τις καρδιές μας. Όλη νύχτα με ξυπνούσαν οι αναστεναγμοί μου. Είμαι φίλος των νεκρών. Το επόμενο πάθος με σώζει από το προηγούμενο, μα κάθε πάθος κατακάθεται στην παλίμψηστη ψυχή μου σαν μαυρίλα, και τότε η αυτοκτονία υποδύεται την λύτρωση. Η ιδιοφυΐα είναι η μόνη αποδεκτή μορφή παραφροσύνης, ο δε οίκτος φόρτος αλλοτρίων δυστυχιών. Οι μεγάλοι έρωτες, όλοι τους, είναι σαν ερωτικό παράπονο. Ο έρως στερείται νίκης. Αρχίζει και τελειώνει με ήττα του ανδρός. Σαν τον Αχιλλέα ήσουνα υπερήφανη και σκληρόκαρδη· όμως, ώρα σου καλή, όπου κι αν βρίσκεσαι, γλυκιά μου αγαπημένη.

Καθώς χαμένο σκυλί, σκυλί του δρόμου, σέρνομαι αυτές τις μαύρες μέρες με άδεια καρδιά και κάθε δειλινό πέφτω, πέφτω, σ’ ένα βάραθρο πέφτω. Βέβαια οι γυναίκες στερούνται φαντασίας και πάθους, αλλά εγώ αγάπησα και αγαπήθηκα, κι εσένα δείχνω όταν ερωτηθώ για το νόημα του έρωτος. Λιποτάκτης στην μυριάνθρωπη έρημη Αθήνα που με τρομοκρατεί κι όλο με εξωθεί προς την αυτοκτονία. Η απαισιοδοξία είναι απόδειξη ανθρωπιάς. Εγώ ειμί ο εχθρός μου. Στην ηλικία όπου τώρα πια έφτασα το νιώθω πεντακάθαρα πως είμαι ένας αποτυχημένος. Δεν θα σκεφτόμουνα ποτέ δίχως το συνοικέσιον της μελαγχολίας. Συχνά κλέβω ψυχές, μα εσύ δεν είσαι κοντά μου, ούτε σε ξένα χέρια. Γέρασα με ερωτευμένη καρδιά εφήβου. Είναι υπερβολή να ζεις με αγάπη κι είναι επικίνδυνο να κατέχεις, τόσο πολύ, τα μυστικά της ψυχής σου. Αδυνατώ να θάψω τις αναμνήσεις κι αυτό θα προσδιορίσει τον θάνατο μου. Την κοίτη του τάφου μου είδα. Πόσες μέρες, πόσα χρόνια, θα άντεχες εσύ μιά ζωή δίχως ελπίδες;

Αργείς· η ψυχή μου παγώνει. Κάθομαι τα βράδια, ολομόναχος, κατάμονος, στο καμαράκι που ξέρεις, και κατηγορώ τον εαυτό μου, κι όλο σκέφτομαι περί της αδυσωπήτου φθοράς των αισθημάτων. Ο νους μου αρμενίζει προς την απελπισία. Σκότωσαν, κάποτε, πολλούς φίλους γύρω μου κι από τότε ζω σαν πουλί τρομαγμένο. Σε περιμένω μέρα και νύχτα και κάθε αυγή να ξαναγυρίσεις σε καρτερώ. Με παρασύρει η καρδιά μου (εσύ, γλυκιά μου, ακόμη την κυβερνάς) σε αναπολήσεις της εξαίσιας μορφής σου, που ούτε μπορώ ούτε θέλω να ξεχάσω, και που αφότου εχάθη σε μαύρα σκοτάδια μ’ έριξε. Εκείνην που κάθεται αντίκρυ μου την έχω μες στα στήθια μου. Οι σκιές των δολοφονηθέντων φίλων, και ψες τη νύχτα, όπως κάθε νύχτα, ήρθαν αργοσαλεύοντας στον ύπνο μου, και τάχα ήσουνα μαζί τους, μισοκρυμένη, σιωπηλή, μαραμένη. Ευλαβούμενος της μνήμης των περιδιαβάζω στην Οδόν Αναπαύσεως. Όταν φεύγει η αγαπημένη είναι σαν νάχει πεθάνει. Στα μάτια σου τα σημάδια της προδοσίας. Η ομορφιά μιας γυναίκας είναι ένα ένδυμα ευχαριστήσεως. Κλείσε με στην καρδιά σου κι ας το ξέρουμε μόνον εμείς οι δυό.

Ήκμασαν τα ρεμπέτικα τραγούδια την εποχή που μετρούσαμε τάφους. Η δράση σχεδόν αποβλακώνει τον άνδρα. Οι άνδρες των ρεμπέτικων τραγουδιών απεχθάνονται τους μετριοπαθείς. Είναι σοφός όποιος αγαπά κι ελπίζει, και είναι σοφώτατος όποιος λυπάται. Ο ερωτευμένος καταντάει μισός άνθρωπος. Ο οίκτος δέον να θεωρείται της αγάπης η ανάληψις. Έρωτα μάθετε οι ενοικούντες επί της γης. Πάντα οι απογοητευθέντες σώζουν την οικουμένη. Μιά ειδική λεβεντιά απαιτείται για νάναι κανείς ανήθικος. Η λογική μου εδρεύει στην καρδιά μου. Ο έρως θρέφει (αλίμονο) τους ιδεώδεις. Τα του παρελθόντος αγλαΐζονται. Ο κυνισμός φαίνεται πως είναι ο θώραξ των ευαισθήτων, που τους προφυλάσσει από τον δαίμονα της ενδοσκοπήσεως. Ο οίκτος έρχεται με τα χρόνια. Η σκέψη είναι δυστυχία. Εξ οίκτου αμαρτάνω. Τρομάζω όταν σκέφτομαι. Υπήρξες τόσον ωραία που σε σεβόμουνα. Είναι αντιδραστικός κι ο αρνούμενος να αποθάνει. Αντιφάσκω, άρα ζω. Η αυτοκτονία είναι έκφραση ανταποδοτική της κοινωνικής ποινής του ψυχικού εξοστρακισμού. Η μόνη προσωπική χειρονομία στην αυτοκτονία είναι η αυτόχειρη εκτέλεση μιάς κοινωνικής αποφάσεως. Στον έρωτα ενός ανδρός, πιθανώτατα, έχει μεγαλύτερη σημασία το ζέον αίσθημα παρά το όνομα της αγαπημένης. Η κεφαλή μου, τώρα, σε προσκέφαλο φέρετρον, κι όχι στα γόνατα σου, τώρα, αναπαύεται. Έναν σταυρό σού χάραξα στο μέτωπο και σε σημάδεψα. Μοναξιά θωπεία θανάτου.

Τα μάτια της προοιώνιζαν την καταδίκη. Τίποτε δεν μου στοίχισε ο χωρισμός· τίποτ’ άλλο εκτός από την ενθρόνιση της μελαγχολίας. Μάλλον δεν υπάρχουν γυναίκες ανιδιοτελώς ερωτευμένες. Η γυνή φιλοδοξεί να αποβεί νεκροθάφτης του αγαπημένου της. Θάνατοι και θάνατοι θα διαβούν μα συ θα βαστάς μέσα μου. Εσύ, που απουσιάζεις κι ωστόσο νιώθω να με κοιτάς με χίλια μάτια. Εσύ, που ήσουνα εκείνη με τα πικρά δάκρυα και τα ολόγλυκα φιλιά. Η δεινή, εσύ, που μ’ ανάγκασες ν’ αγαπήσω τα λουλούδια περισσότερο απ’ τους ανθρώπους. Εσύ, η λύκων βρώσις κι ο άγγελος των επιγείων λιβαδιών.

Έπραξαν το πάν για να μαράνουν την ζωντανή καρδιά των ρεμπέτηδων. Οι μεγάλες ψυχές αντιφάσκουν. Ισχυρότερη μνήμη είναι η μνήμη της καρδιάς. Ο λυρισμός ήταν η μόνη επιτρεπτή στους ρεμπέτες πολυτέλεια. Τρυφερότης περιβάλλει, σαν δροσερό φύλλωμα, τα παλαιά αισθήματα. Για μιαν ακόμη φορά, στην άκρη τού γκρεμού, αλλάζω ψυχή κι ο νους μου ανθοφορεί. Καλβίνος του αγνού έρωτος, ελπίζω πως και η πλέον άσπλαχνη αγαπημένη δεν δύναται να σκοτώσει την ποίηση που κρύβει μέσα του ένας σιωπηλός άνδρας.

Βασικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι λαϊκά άσματα της αγάπης και, ειδικώτερα, της ερωτικής εγκαταλείψεως. Τουλάχιστον τα μισά ρεμπέτικα έχουν τον έρωτα θέμα τους, και τα πιο πολλά απ’ αυτά θρηνούν τον ερωτικό χωρισμό· την πικρότατη ορφάνια. Ο ρεμπέτης γνωρίζει ότι ο έρως είναι μεταθετό αίσθημα και ότι ο οίκτος των επικυριάρχων η αγάπη είναι. Τόσο έδειραν τα πάθη τους ανθρώπους των ρεμπέτικων τραγουδιών ώστε απώλεσαν το δικαίωμα να εκπροσωπούν τον εαυτό τους. Στα δημώδη άσματα ο εραστής καταπλήσσει με την ανδρεία, ενώ ο εραστής των ρεμπέτικων τραγουδιών εκλιπαρεί, καθικετεύει, ελκύει διά του οίκτου. Σε λιτανεία μετήλλαξε τον πανδαμάτορα έρωτα το ρεμπέτικο τραγούδι, όπου οι περιπτύξεις είναι ψυχικές οι δε μνήμες δεσπόζουν. Τυγχάνων ορθόδοξος ερωτικός πρωθιερεύς αντιλαμβάνομαι σαφώς πως αν δεν χτίσεις μιά ζωή σφαλμάτων και αμαρτιών δεν θα εξαρθείς εις υπήκοον τού θανάτου, πως οπωσδήποτε καλύτερα είναι να σε σκοτώσουν παρά να αυτοκτονήσεις αφού η ανίκητη τρομερή πλειοψηφία των μοχθηρών ούτε αιδημοσύνην ούτε χλωρόν φόβον ένιωσε ποτέ, και, πως η καρδία οίκος της ψυχής εστίν. Η φιληδονία είναι αληθινή αρρώστια. Το γυμνό κορμί σου (ευφροσύνη της οράσεώς μου) οδηγεί στο φθινόπωρο, στο φθινόπωρο. Ουσιαστικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι ερωτικές επιστολές. Ο άνθρωπος είναι δύο. Δεν σε αναπολώ παρά σαν μιαν όμορφη κοπέλα (ώ, μεγαλείον των υψηλών γυναικών) να έρχεσαι με την αγκαλιά γεμάτη άνθη, και τότε σε φιλούσα και με αντιφιλούσες, πίστη μου κι ελπίδα μου. Αγάπησα κάποιαν κυπαρισσένια τέως άγνωστη που δεν ξεχνιέται. Εορτή των Νεκρών η μέρα του χωρισμού. Είπες παντού πως με μισείς, σαν όμως ξανανταμώσαμε, την ύστατη φορά, εδάκρυσες και με τρυφερότητα άπλωσες το πολύτιμο φιλντισένιο χέρι σου στο ιδρωμένο μέτωπό μου. Τώρα εδώ κοντά φτερουγίζεις — μακριά μου όσο ποτέ. Με θυμάσαι άραγε ακόμη, φευγάτη μου αγάπη;

Οι ερωτευμένοι χρησιμοποιούν ολόχρυσα λόγια, λόγια πού καίνε, αν και η αγάπη νιώθεται και δεν την αποδεικνύουν. Οι ερωτευμένοι εκφράζονται με υπερβολές γιατί διαβιούν εν υπερβολαίς. Όσο κι αν ο άνθρωπος έχει βουνό την καρδιά αδυνατεί να αγαπήσει πολλές φορές στη ζωή του. Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής. Τέτοιους έρωτες ψάλλουν τ’ αδέρφια μου, οι έσχατοι ρεμπέτες.

Αθήναι, Μάιος 1967.

(από το βιβλίο “Ρεμπέτικα Τραγούδια”)


Μικρός Απόπλους
http://www.mikrosapoplous.gr/
Ιανουάριος 2005

Read Full Post »

Ενδέχεται το αύριο να είναι μια άλλη μέρα. Ενδέχεται και όχι. Ενδέχεται η μέρες να έχουν μια λογική και χρονική συνέχεια. Να διαδέχονται η μια την άλλη αδιάκοπα. Χωρίς νύχτες. Να είναι ο οργανισμός αυτός που επιδεικνύει μια παθολογική αδυναμία αποφυγής της νάρκωσης του ύπνου, του συνεκτικού ιστού των ημερών. Ενδέχεται το αύριο να είναι η ίδια μέρα και να είναι σήμερα. Ένα συνεχές σήμερα που δεν ελπίζει σε κάτι διαφορετικό όπως υποκρύπτει η ευχή να είναι το αύριο μια άλλη μέρα. Χωρίς αρχή λοιπόν, και χωρίς προκαθορισμένο τέλος, και ενώ η νύχτα έξω σιωπά αλλά η νύχτα μέσα φωνάζει “sleep tonight, sleep tonight”,  ξημερώνει μια ίδια μέρα που απ’ έξω θα είναι πλήρως διαφορετική από τη προηγούμενη και από μέσα…

και από μέσα;

Read Full Post »

Στέλιο Ράμφο θέλω να ξέρεις ότι σε συμπαθώ. Παρ’τι έχεις σπουδάσει φιλοσοφία στα Παρίσια και διδάξει στις Γαλλίες, που όπως και να το κάνεις είναι συνταγή αποτυχίας στο καιρό που ζούμε, σε συμπαθώ.

Σε εκτιμώ γιατί μιλάς σαν άνθρωπος και όχι σαν ιερέας από άμβωνος υψώνοντας το δείκτη προς το πλήθος ή το συνομιλητή. Σέβομαι τη προσπάθειά σου να μεταδόσεις στο βάρβαρο τούτο πλήθος που λέγεται σύγχρονη Ελλάδα τη προτεσταντική ηθική. Την αξία στην εργασία και το σεβασμό στο νόμο και το δημόσιο χώρο. Καταλαβαίνω το πόνο που σε πιάνει κάθε φορά που τούτοι εδώ οι Έλληνες κυριεύονται από “αχαλίνωτη έκρηξη συναισθήματος” και ετοιμάζονται να μαχαιρωθούν αντι να σκύψουν ψύχραιμα ο καθένας πάνω από τη δουλειά του και να προκόψουν. Σέβομαι τέλος τη συστηματική σου αποδόμηση σε κάθε είδους Σωτήρα αυτής της χώρας, με το σταυρό στο χέρι η χωρίς.

Δεν αντέχω όμως το payroll Στέλιο. Είναι δύσκολες οι ώρες που περνάμε όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά. Είναι ίσως τα λεφτά που κάποτε υπήρχαν μα τώρα έχουν κάνει φτερά.  Και μαζί με αυτά και η περίθαλψη, η δικαιοσύνη, η γνώση και όπως φαίνεται και η λογική.

Πονάει που λές ακόμα πιο πολύ πως λεφτά μπορεί να μην υπάρχουν για όλους αλλά για τις τράπεζες κάτι βρέθηκε. Στην αρχή ήταν 28 δις, αλλά με αρκετό σπρώξιμο φτάσαν τα 108. Διάβασε Στέλιο εδώ, και εδώ.

Και έχουν και ένα δίκιο και αυτές οι τράπεζες να ζητούν όλο και περισσότερο χρήμα στα ταμεία τους. Γιατί άμα το διοχέτευαν στην αγορά κάτι θα γινόταν, θα είχαμε επενδύσεις και θα αντιμετωπίζαμε την ανεργία. Δε βγαίνει όμως από τα ταμεία.

Το χρήμα που λες αυτό Στέλιο, έρχεται με τη μορφή δανεισμού του Ελληνικού κράτους από τη γνωστή παρέα ΕΕ,ΕΚΤ,ΔΝΤ. Και κάθε φορά που η πάρέα αυτή μας δανείζει, μας ζητά να υπογράψουμε και ένα μνημόνιο συνεργασίας. Το οποίο ενίοτε έχει ρήτρες που μας κάνουν όλους χαρούμενους και ευτυχισμένους όπως η συγχώνευση ή κατάργηση προβληματικών ΔΕΚΟ και το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων (ανάθεμα και αν έγινε ποτέ, φαρμακείο και να’χω λεφτά δε μπορώ ν’ανοίξω) ενίοτε κλείνει νοσοκομεία και ορίζει τα 592 ευρώ ως βασικό μισθό.

Δε ξέρουμε ποιός από όλους της παρέας που υπογράφει θέλει ακριβώς τι αλλά το σίγουρο είναι πως χρήμα δανειζόμαστε μα χρήμα δε βλέπουμε. Είναι λογικό λοιπόν να θέλουν οι Τράπεζες να κρατούν το χρήμα για τους μετόχους τους και πέραν τούτου να μην αλλάζει τίποτα. Σε αυτή τη λογική είναι ίσως λογικό να θέλουν να προπαγανδίσουν την επιθυμία τους. Να δώσουν μια διαφήμιση στο ΣΚΑΙ. Να δώσουν δυο, να δώσουν τρείς, να δίνουν συνέχεια τέλος πάντων.

Να χρηματοδοτήσουν και μια εκπομπή σαν του Πορτοσάλτε που ρωτά εσένα για το γένος των Ελλήνων, τις χρόνιες ψυχοπαθολογίες του έθνους, τους πολλαπλούς του διχασμούς από την Επανάσταση μέχρι τον Εμφύλιο. Το πολιτιστικό του δυίσμό ανάμεσα στην άχρονη ανατολή και τη χρονικά ορισμένα δύση, που έντεχνα μεταφράζεται ως εθνική διπολική διαταραχή, ως διαρκές εμπόδιο προς τη πολυπόθητη ανάπτυξη.

Είναι λογικό να θέλει να στις κάνει αυτές τις ερωτίσεις ο Άρης, Στέλιο. Εμπορικά να το δεις, αποδίδει. Αλλά η ερώτηση που στο τέλος θα σου κάνει, και το ξέρεις, είναι: “να το δεχτούμε ή όχι το μνημόνιο κ.Ράμφο;” και ταυτόχρονα θα πέφτει και ο χορηγός της εκπομπής και εσύ θα ανασκουμπώνεσαι, και εγώ μαζί, γιατί και να συμφωνείς με 2-3 μέτρα από το ακατανόμαστο, καταλαβαίνεις το χορό των δις που γίνεται από πίσω και μαζεύεσαι όπως και να’χει κάπως.

Σε καταλαβαίνω Στέλιο. Ίσως είναι η ώρα να διακόψεις τη σχέση σου και εσύ με τη τηλεόραση. Ίσως είναι ώρα να ξεκουραστείς.

Read Full Post »