Feeds:
Posts
Comments

Archive for July, 2011

   

 Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι, στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος αλλά η παράδοση του είναι τεράστια. Χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη για την ανθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη.

Στην εορτάζουσα δημοκρατία είχαν πλέον αποφασίσει ποιος είναι ο κύριος εχθρός και πως θα τον αντιμετωπίσουν. Τα χρόνια που την έκαναν να ωριμάσει μπορεί να άφησαν ορισμένους βασανιστές του παλιού καθεστώτος να ορίζουν το επιτυχημένο επιχειρείν μέσα από εκβιασμούς, λαθρεμπόριο χρυσού, αφορολόγητη διοίκηση νυχτερινών κέντρων και επαρχιακών ομάδων ποδοσφαίρου στημένου πρωταθλήματος αλλά ποτέ δεν έκαναν εκπτώσεις σε όσους ανέλαβαν δράση για να χτυπήσουν τις βασικές της λειτουργίες. Δεν έχει σημασία αν ήταν παιδιά 20 χρονών που έβαλαν χύτρες να εκραγούν μπροστά από τη κατοικία της οικονομολόγου σοσιαλίστριας που πριν την αποκάλυψη της χρεοκοπίας έκρωζε πως λεφτά υπάρχουν ή τη κατοικία του πρώην υπουργού που φρόντισε να τιμωρήσει την ανήσυχη ζαρντινιέρα με το τρόπο που πραγματικά της αξίζει, αλλάζοντάς της θέση. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως όσοι αμφισβητούν τη λάμψη της εορτάζουσας δημοκρατίας πρέπει να τιμωρούνται για να μπορούν όλοι οι υπόλοιποι να κοιμούνται ήσυχοι. Ακόμα και αν αυτή η τιμωρία είναι να χάσουν 25 χρόνια ζωής έγκλειστοι. Δεν έχει σημασία αν δεν πείραξαν κανένα. Σημασία έχει πως χτύπησαν εκεί που δεν έπρεπε.

Στη παραπαίουσα δημοκρατία μαζί με τα ταμεία είχαν χρεοκοπήσει και οι λέξεις. Απεγνωσμένα οι θεματοφύλακες της προσπαθούσαν να πείσουν πως τα απανωτά πιστωτικά συμβάντα ήταν προϊόντα αλαζονείας των ξένων και όχι ανικανότητας των δικών. Για να αποφύγουν τον πανικό έλεγαν δημόσια πως προτιμούν τον όρο αμετάφραστο. Πωλούσαν στους ξένους τη πίστη τους με ομόλογα όλο και πιο φτηνά. Για να εισπράξουν λίγη δόξα έκαναν φιέστες που τραγουδούσαν τα χαμηλά των επιτοκίων της. Μα κανείς δεν τους ακούσε. Οι ξένοι αγόραζαν μέσα από μια αρρωστημένη διαδικασία που ήθελε όλους τους εταίρους να χρηματοδοτούν τα σκουπιδόχαρτα των ισχυρών και όλοι μαζί το αποκαλούσαν διάσωση. Δεν είχε πλέον σημασία αν θα μπορούσε η δημοκρατία κάτι να ξαναπουλήσει, αν θα έβγαινε από το βραχνά του χρέους σε τριάντα χρόνια ρημαγμένη, βασανισμένη, ανήμπορη και καταδικασμένη. Σημασία έχει να μη βρεθούν ποτέ οι λέξεις που θα το αποκαλύψουν, και αν βρεθούν να χάσουν -ει δυνατόν- το νόημα τους, 25 χρόνια από τη ζωή τους, και αν δε γίνει και αυτό δυνατό, τότε η όποια καταδίκη να φανεί σαν νίκη, κάτι σαν γιορτή της δημοκρατίας.

Το χρυσάφι άλλωστε ήταν που έκανε πάντα τη δημοκρατία να λάμπει και όχι οι θάλασσες και όχι ο αγώνας του λαού της.

Advertisements

Read Full Post »

ανχάπι ντέι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διάβολε σε ποιο όνειρο θα μ’επισκευτείς;

στο πρώτο ή στο τελευταίο;

θα μ’αφήσεις τουλάχιστον να χαρώ την αρχή;

θα μου δώσεις τον απαραίτητο χρόνο;

Μαζί δεν ήμασταν που τα λέγαμε Διάβολε;

Μαζί δεν είχαμε συμφωνήσει να βάλουμε φωτιά στο δάσος και να το παρατήσουμε;

Μαζί δεν είπαμε να επιστρέψουμε μετά από καιρό και ο,τι έχει φυτρώσει να το φροντίσουμε;

Γιατί σπας τη συμφωνία διάβολε;

Τώρα τα λόγια μας που’ναι γεμάτα στεναγμούς

βρίσκουν μονάχα αδιέξοδο στα χαλασμένα όνειρα

και οι συμφωνίες που κάναμε παλιά

έχουν γίνει ο περίγελος της τρέχουσας συγκυρίας.

Read Full Post »

Artist: Caroline Caux-Evans
Title: INTELLECTUAL MASTURBATION

Τι νόημα έχει να γράφεις ένα κείμενο για να πολεμήσεις το λαϊκισμό όταν δεν έχεις μια συγκεκριμένη πρόταση; Τι νόημα έχει σε συνθήκες κοινωνικής κατάρρευσης και πολιτικής ανικανότητας να καταδικάζεις συμπεριφορές χωρίς να τις ονοματίζεις;  Εν τέλει, όταν είσαι ”πνευματικός άνθρωπος” και γνωρίζεις πως αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας οδήγησαν σε μεγάλο βαθμό σε αυτή τη κρίση και μοιάζουν περισσότερο με κινήσεις ομάδας απατεώνων παρά με ομάδας ορθολογιστών διαχειριστών, τι νόημα έχει να ελπίζεις πως από αυτούς θα έρθει κάποια λύση και σωτηρία;

Αυτά ήταν τα ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα μετά τη δημοσίευση του κειμένου με τον τίτλο “Τολμήστε”.Πολύ περισσότερο από την ασάφεια και την υποκρισία που συνόδεψε το κείμενο-παρέμβαση των “32 πνευματικών ανθρώπων” πάντως, μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που έγινε δεκτό από μερίδα των αναγνωστών. “Επιτέλους!”  Ήταν το επιφώνημα που βγήκε αβίαστα από αναγνώστες που ανέμεναν μια κάποια αντίδραση των πνευματικών ανθρώπων στο συνεχιζόμενο σκηνικό παρακμής της χώρας του οποίου γινόμαστε όλοι μάρτυρες.

Αλήθεια, είχαμε τόσο πολύ ανάγκη την παρέμβασή τους; νιώθαμε τόσο ανίκανοι χωρίς αυτούς; Και τώρα που τη διαβάσαμε ανακουφιστήκαμε; Στείλαμε δηλαδή το απαραίτητο μήνυμα προς τη πολιτική ηγεσία; Θα έλεγα, κρίνοντας από τις πολιτικές εξελίξεις των ημερών που ακολούθησαν 15,16 και 17 Ιουνίου ότι η σοβαρότητα του κειμένου είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα των πολιτικών εξελίξεων.

Γιατί λοιπόν υποκριτικοί; “Γιατί λειτουργούν σαν άλλοθι απέναντι στο κακό που ενδημεί χρόνια μολύνοντας τους πάντες κι όχι μόνο τους ευκαιριακούς διεκπεραιωτές της εξουσίας. Και γιατί αυτή τη κρίση την ανέχθηκαν εν τη γενέσει της, αν δεν την προετοίμασαν μέσα στην εγωπαθή ματαιοδοξία τους, όλοι αυτοί οι «καλλιτέχνες» του εαυτού τους, οι ιδιοτελείς εκατομμυριούχοι της αλλότριας ευαισθησίας και οι λαμπροί εκπρόσωποι της θεσμικής διαμαρτυρίας. Όλοι αυτοί που ούτε διαπαιδαγώγησαν ως όφειλαν ούτε ενημέρωσαν εγκαίρως αυτόν τον πλαδαρό και διόλου αξιοπρεπή λαό για τα μελλούμενα δεινά. ”  έγραψε ο Μάνος Στεφανίδης

Γιατί λοιπόν ασαφές; “Το κείμενο απαντάει με σαφήνεια στο αιώνιο ερώτημα ως προς τον χρόνο που χρειάζεται για να αρχίσει να γράφεται ένα κείμενο, από την στιγμή που νομίζεις ότι σου κλείνουν το μάτι. Η απάντηση είναι ότι απαιτείται απειροελάχιστος χρόνος. Για να εξηγούμαι: από την στιγμή που άρχισε να συζητιέται η πρόταση για κυβέρνηση τεχνοκρατών, με ταυτόχρονη τοποθέτηση «προσώπων κύρους» επικεφαλής μεγάλων οργανισμών, και τα γκάλοπ έδειχναν μεγάλη αποδοχή αυτής της ιδέας, μέχρι την δημοσίευση του κειμένου, πέρασαν ελάχιστα 24ωρα, και με δεδομένες τις συνεννοήσεις που πρέπει να έγιναν, η σύλληψη για να γραφτεί το κείμενο, από τους όποιους πρωτεργάτες, πρέπει να συνέβη σχεδόν αμέσως μετά το δελτίο των 8 που μιλούσε για τεχνοκράτες.”  όπως έγραψε ο Κώστας Γαβρόγλου.

Και εν τέλει, γιατί το κείμενο τους μπορεί να κατηγορηθεί ότι αγγίζει τα όρια της γελοιότητας; “Υπογράφοντάς το, δεν νομιμοποίησαν μόνο όσα λέει αλλά και τον τρόπο που τα λέει. Και για αυτόν τον τρόπο, για αυτήν την μορφή είναι υπόλογοι. Δεν το λέω μεταφορικά αλλά κυριολεκτικά: αρχίζοντας να το διαβάζω από ένα σημείο και ύστερα στα αυτιά μου ακουγόταν η φωνή του Γιώργου Παπανδρέου. Ο οποίος Πρωθυπουργός εκλέχτηκε και όχι λογοτέχνης και ο οποίος όταν μιλάει ξύλινα, μιλάει εν πάση περιπτώσει ακολουθώντας μια παράδοση δεκαετιών. Και μάλιστα μιλάει, δεν γράφει. Οι 32 -ή εν πάση περιπτώσει οι «από τα γράμματα και τις τέχνες» εξ αυτών- τι δικαιολογία έχουν για το ότι «δεν υπάρχει πρόταση που να μην ισχύει μέσα στην απόλυτη γενικότητά της, εξ ου και το συναίσθημα της πλήξης που δημιουργεί το όλον»;  όπως σημείωσε ο old-boy.

Τέλος ένα εύστοχο σχόλιο για τη κριτική στο λαϊκισμό έκανε το red notebook ” Σάμπως όμως είναι η πρώτη φορά; Όλη η δεκαετία του ΄80 δεν χαρακτηρίστηκε από το πρωτόφαντο φαινόμενο του λαϊκισμού που το ΠΑΣΟΚ έφερε και το οποίο κυριάρχησε εγχαράσσοντας τις συνειδήσεις των πολιτών; Για εκείνον τον λαϊκισμό, και τότε, κανείς δεν είχε βγει να μιλήσει (εκτός του Άγγελου Ελεφάντη, με το βιβλίο αναφοράς πια, Στον αστερισμό του λαϊκισμού, εκδόσεις Ο Πολίτης, Αθήνα 1991). Όταν γεννιόταν και ανδρωνόταν ο λαϊκισμός στην Ελλάδα, όλοι αυτοί που σήμερα μιλούν, εσιώπησαν…

Αφού λοιπόν η πολιτική ηγεσία αφουγκράστηκε τους ανησυχούντες ακαδημαϊκούς και ανθρώπους του πνεύματος, συσκέφθηκε με τον εαυτό της, ανέλαβε τις ευθύνες της, και πήρε τις απαραίτητες αποφάσεις οι οποίες με αίσθημα ανακούφισης έγιναν δεκτές από τον δημόσιο χώρο στον οποίο λογοδοτεί.

Και η ζωή στο μικρό βασίλειο της Δανιμαρκίας του Νότου συνεχίστηκε αμείωτη και υπερήφανη..

το κείμενο γράφτηκε για το lasttapes weekly.

Read Full Post »

Κατάλαβε με! του λέει, δεν έχω πολύ χρόνο μπροστά μου, δε ξέρω αύριο τι θα συμβεί! Τι εννοείς δε ξέρεις αύριο τι θα συμβεί; τη ρωτάει, ποιος ξέρει το αύριο; ποιος κάνει σχέδια για το αύριο; Δε με καταλαβαίνεις! εκείνη επέμενε, δεν είναι τα πράγματα όπως παλιά, τώρα έχουν δυσκολέψει, έχω έγνοιες στο κεφάλι μου, έχω προβλήματα και δεν τ’αντέχω όλα μόνη. Μα δεν είσαι μόνη της απαντά εκείνος, εγώ είμαι εδώ δίπλα σου, δε με βλέπεις; Ναι είσαι εδώ τώρα δίπλα μου, αύριο όμως θα είσαι; θα σε έχω κοντά μου όταν σε θέλω; Μα δε με είχες πάντα κοντά σου έως τώρα; γιατί τα ρωτάς αυτά; Τα ρωτάω γιατί ανησυχώ, του λέει, δε ξέρω τι συμβαίνει και φοβάμαι, το τελευταίο καιρό φοβάμαι όλο και πιο πολύ. Χωρίς πολύ σκέψη την αγκάλιασε και τη φίλησε δείχνοντάς της πως δεν υπάρχει λόγος ν’ανησυχεί, εκείνος ήταν εκεί. Εκείνος ήταν εκεί αλλά εκείνη ήτανε σίγουρη ότι αυτός δεν είχε καταλάβει.

.              .              .              .                 .           .           .             .               .

Νιώσε με του λέει, μη φοβάσαι! Βάλε το χέρι σου κάτω απ’τη φούστα μου, άγγιξε με εκεί που έχω ιδρώσει, μη φοβάσαι! Τη κοίταζε επίμονα μήπως και χάσει κάποια αποστροφή της και κάνει κάποιο λάθος που θα την ενοχλήσει. Την κοίταζε επίμονα και ταυτόχρονα δε μπορούσε να ελέγξει το χέρι του καθώς χανόταν ανάμεσα στα πόδια της. Τη κοίταζε και φοβόταν, αλλά δε δίσταζε πια. Έλα πιο κοντά του έλεγε συνεχώς, σφίξε με, πάρε με στην αγκαλιά σου, κάνε με δικιά σου, κάνε με ότι θέλεις! Ζαλισμένος και ερεθισμένος ακολουθούσε τις εντολές στο συνεχές της επιθυμίας του χωρίς αναστολές πια. Απολάμβανε κάθε τεταρτημόριο του δευτερολέπτου σαν μοναδικό και ανεπανάληπτο, σαν να μην υπήρχε αύριο, σαν να μην ήθελε να υπάρχει αύριο παρά μόνο το τώρα να σταματήσει και να υπάρχει για πάντα. Φίλα με! του έλεγε εκείνη, μη σταματάς, φίλα με παντού.

Read Full Post »