Feeds:
Posts
Comments

Archive for September, 2011

Για να καταλάβω πως σκέφτονται παρακαλουθω τους λογαριασμούς τους στο φέησμπουκ στο τουήτερ, στα μπλόγκ τους, στα κανάλια τους, στα παραπολιτικά κουτσομπολιά τους.  Πίνω μαζί τους καφέ, τους παίρνω τηλέφωνο στη γιορτή τους, μετράω την ανάσα τους, ακούω τις απαντήσεις τους προσεκτικά, συγκρίνω πάντα τα λεγόμενα με τα πεπραγμένα τους, διαβάζω τις επιθέσεις τους και αναζητώ την ανοχή τους.

Για να κατλάβω πως σκέφτονται, αν σκέφτονται, μπαίνω στο ρόλο τους και μερικές φορές όσο δε πάει. Τόσο που χάνομαι και ξεχνάω να βγω. Θέλω πάντα, ακόμα και στις πιο απανθρωπες συνθήκες, να βρίσκω το δίκιο της άλλης πλευράς, ακόμα και τη στιγμή της δολοφονίας να αναγνωρίζω το όποιο δίκιο του εκτελεστή. Γιατί πιστεύω ότι είμαστε άνθρωποι. Ότι όλοι είμαστε άνθρωποι και κάποιοι πέφτουμε σε μεγαλύτερα λάθη, άλλοι σε μικρότερα και σχεδόν αμελητέα ανάλογα με τη συγκυρία. Και η συγκυρία ξέρω πως είναι απάνθρωπη, οπότε ο καθένας μετριέται διαφορετικά.

Τις περισσότερες φορές που δε βρίσκω ίχνος ανοχής στα λόγια τους εξαγριώνομαι. Αλλά ευτυχώς κρατά για λίγο. Έπειτα παρατηρώ πως στον εγκέφαλό μου ξεκινά μια μακρά διαδικάσία σχετικοποίησης, εκλογίκευσης και στο μέτρο του δυνατού κατανόησης.  Τους σιχαίνομαι όμως. Δε γίνεται να το ξεπεράσω. Τουλάχιστον τώρα, δε γίνεται.

‘Εβλεπα γνωστούς μου από το σχολείο, το πανεπιστήμιο, το στρατό, να παίρνουν βαλίτσες και να φεύγουν όχι σε ένα κλίμα ξέφρενου κοσμοπολιτισμού όπως προσπαθούν να το παρουσιάσουν τα κανάλια τους, αλλά από ανάγκη. Γιατί όπως και να το κάνουμε τώρα είμαστε νέοι, τώρα δουλευει το μυαλό μας, τώρα μπορούνε να τρέξουν τα πόδια μας, τώρα σε αυτή την απάνθρωπη συγκυρία ζητήθηκε από τη γενιά μας να δημιουργήσει το μέλλον της, να κουραστεί πάνω από το κοινό της χωράφι με την ελπίδα να βάλει ένα καρπό. Και έκανα και εγώ το ίδιο με όσο πιο αισιόδοξους όρους μπορούσα.  Με χαμόγελο και πίστη στα πόδια που με κρατάν και στους πραγματικούς φίλους που με στηρίζουν. Γιατί κανένας από όλους αυτούς τους ξεφτιλισμένους δεν αξίζει να μας κάνει δυστυχισμένους.

Δε μιλάω για αυτούς που παίρνουν αποφάσεις. Δε τους ξέρω άλλοστε. Δεν είναι από εδώ. Δεν τους εξέλεξε κανείς. Όσοι πιστεύουμε στη Δημοκρατία αλλιώς λειτουργήσαμε και άλλους ορίσαμε να μας κυβερνάν. Και αν αυτοί θέλουν να πιστεύουν πως είναι “είκοσι περίεργοι τύποι που σώζουν την πατρίδα, στέκονται πάνω σε μια νησίδα μόνοι τους, ενώ τα ορμητικά νερά του ποταμού Χάντσον τους χτυπούν” για μένα είναι το θέατρο της γελοιότητας.

Μιλάω για την αυλή τους. Για τη δική μου γενιά.  Κοινωνικά ευαίσθητοι τη περίοδο της ευμάριας, φιλελεύθεροι, αδιάφοροι και αναίσθητοι τη περίοδο της κρίσης. Ξεπουλημένοι από τη κούνια. Τα γκόλντεν μπόυς των υπουργικών γραφείων. Οι κοσμοπολίτες συνταξιδευτές των υπουργών με το χίπστερ ντύσιμο και και τις ρετρό φωτογραφίες. Δημοσιολόγοι που βγάζουν πύρηνα σχόλια για το δημόσιο τομέα χαϊδεύοντας στο αυτί το αγανακτησμένο κοινωνικό σώμα με τους υπαλλήλους που διόρισαν τα δικά τους αφεντικά (!) χωρίς ποτέ μα ποτέ να έχουν δουλέψει στον ιδιωτικό. Παπαρολογούντες της ύφεσης και της ανεργίας με γονείς στην Εκάλη και καταθέσεις στην Ελβετία. Διαφημιστές της συγχρονης νεανικής τάσης που λέγεται επιχειρηματικότητα χωρίς να έχουν δουλέψει ποτέ σε μαγαζί, χωρίς να έχουν χάσει ποτέ σαββατοκύριακο από τη ζωή τους κουβαλόντας εμπορεύματα. Πάμπλικ σπίκερς του εθελοντισμού και της καινοτομίας αυτοί που αναπαράγουν τα τσιτάτα του Στίβ Τζόπς και για κάθε τους βήμα ζητάν αντάλλαγμα.

Αυτοί είναι τα δημόσια πρόσωπα της δικής μου γενιάς. Της γενιάς των 25-35. Τα πρόσωπα που στον αγώνα να μη χάσουν τα προνόμια της ευλογημένης δεκαετίας, τα προνόμια που τους χάρισε απλόχερα η γενιά των πατεράδων μας για να σπουδάσουν, να ταξιδεψουν, να ερωτευτούν, να δημιουργήσουν κάτι παραπάνω, προσκολήθηκαν σε ένα σύστημα εξουσίας που ξεψυχάει ξερνώντας καθημερινά αηδίες και μίσος.  Γαντζώθηκαν από τα σακάκια των πρωτοπαλίκαρων της αρπαχτής ελπίζοντας να ζήσουν το δικό τους μύθο ευδαιμονίας, και βγάζουν τη γλώσσα στα κεκτημένα μιας γενιάς που αντρώθηκε στη κοινωνική βία και τη πολιτική ανομαλία, για να ζήσουμε εμείς με αξιοπρέπεια. Για να μπορέσουμε σε μια κρίση σαν και αυτή να έχουμε όχι μόνο τα βασικά, αλλά και τη δυνατότητα να βγαίνουμε για ποτάκι στο γκάζι, τη δυνατότητα να φοράμε camper. Θυμήθηκα τώρα την Αντιγόνη Λυμπεράκη που καθόταν δίπλα μου πριν μερικά χρόνια και αναρωτιώταν με ποιο δικαίωμα γκρινιάζει η γενιά μου, η γενιά του “Τσοβόλα δώστα όλα”

Αυτοί για μένα φέρθηκαν χειρότερα από τους πατεράδες τους. Χειρότερα από τους ξεπουλημένους που τους διόρισαν. Αυτοί θα έπρεπε να είναι στη θέση μας και να ζούνε στο εξωτερικό με νύχια και με δόντια για κάτι λιγότερο απ’ το ελάχιστο και όχι εμείς.

Για το δικό μας πείσμα όμως εμείς θα περάσουμε καλά. Για το γαμώτο που μας κάνει να τσαντιζόμαστε όταν βλέπουμε τενεκέδες να δουλεύουν σε γραφεία ως “επιστημονικό προσωπικό” και λαμβάνουν σοβαρούς μισθούς χωρίς να το αξίζουν, εμείς θα σκύψουμε το κεφάλι, θα δουλεψουμε παραπάνω και τα βράδια θα γυρνάμε στα σπίτια μεθυσμένοι και αγκαλιασμένοι. Θα δώσουμε τον αγώνα για αξιοπρέπεια και χαρά μαζί με τους ισπανούς, τους ιταλούς, τους πορτογάλους και όσους άλλους αποφασίσει η διεθνής χρηματαγορά μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων να εξορίσει. Η ευτυχία μας, που θα στηριχθεί στα δικά μας πόδια, στα δικά μας χέρια, στα δικά μας μυαλά, θα είναι η εκδίκησή μας. Όχι λοιπόν Βυτίε, όχι shraosa. Δε θα τους κάνουμε τη χάρη να συνεχίσουμε να γράφουμε μανιφέστα της ήττας. Θα τους δώσουμε τη κατάθλιψη να τη βάλουν εκεί που ξέρουν.

Το πρωί θα δουλεύουμε σκληρά όπου και όπως καλύτερα μπορούμε, και το βράδυ θα παρτάρουμε ακόμα σκληρότερα. “ein mann an de avant ein mann an de morgen” που λένε και οι βόρειοι. Και στο ενδιάμεσο, στο παράλληλο, στη κάθε περίπτωση, θα βοηθάμε τον όποιο συνάνθρωπο έχει την ανάγκη μας και μπορούμε.

Και όπλα μας θα είναι αυτά που δεν αγοράζονται και δεν πουλιούνται: η αλληλεγγύη, η αξιοπρέπεια, η αγάπη. Και η φωτιά που θα τους κάψει…

Read Full Post »

τα παρακάτω.

Υπάρχει ένα βιντεάκι που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στο ιντερνέτ και μιλά για ανατροπές και καταστροφές.

Τιμώντας λοιπόν τα τόσα χρόνια έρευνας και επιστημονικής κατάρτησης που με διακρίνουν, θέλω να του πώ, “Συγνώμη φίλε, αλλά πολύ πριν από σένα, πολύ πιο κατανοητά και περιληπτικά τα έχει πει η Λίτσα αυτά.

Συγνώμη κιόλας.

Read Full Post »

Ναι σ’αγαπώ και ήθελα να στο πω. Να σου πω πως αυτό το καλοκαίρι πέρασα καλά και είδα πολλά. Είδα εσένα σε πολλές εκδοχές και με έκανες να δω και εμένα διαφορετικά. Σε είδα να κολυμπάς στη Σύρο και να μαυρίζεις στον ήλιο μέχρι να σκουρίνεις και εσύ και η μέρα. Σε είδα να μοιράζεσαι το φαγητό σου μαζί μου στη Μάνη και γέλασα αρκετά. Πέρασες απ το σπίτι μου μια νύχτα και είπαμε ακόμα περισσότερα. Σε είδα να χορεύεις μέχρι να τελειώσει το πιοτό στα πανηγύρια του χωριού μου. Σε χόρεψα όμως και εγώ στις συναυλίες. Ήπια μαζί σου καφεδάκι. Ήπια ποτάκι. Σε είδα ανάμεσα στα κτήρια της πόλης, τη νύχτα, όταν σε φώτιζαν οι προβολές. Σε μέθυσα με λόγια και όνειρα σε ουζερί στην Αλεξάνδρας. Σε ακολούθησα στο Αγκίστρι κάνοντας κάμπιγκ ανάμεσα σε τόσα φρικιά. Σε άκουσα να τραγουδάς δίπλα μου τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά.

Ξέρω πως πλέον δε ψαρώνεις, και όταν σου λέω πως θα φύγω δε στεναχωριέσαι πια. Ξέρεις και ξέρω πως δε χανόμαστε όσο και αν είμαι μακριά. Και είναι όμορφο που να πάρει γιατί διαλύει τη μελαγχολία και τη κάνει χαρά. Αυτό που προσπαθούσα καιρό είναι τώρα μπροστά.

Σου ζήτησα μια μικρή παράταση. Να μη τελειώσει αυτό το καλοκαίρι με το Αύγουστο αλλά λίγες μέρες μετά. Και μου την έδωσες. Σε ξεγέλασα και εγώ και έφυγα. Δε ξέρω πόσο θα μείνω αλλά σύντομα θα γυρίσω, και πάλι θα σε ρωτήσω, μ’αγαπάς λιγάκι;

Read Full Post »