Feeds:
Posts
Comments

Archive for November, 2011

Ομοιότητες

‘Ενας ψυχίατρος που βαριέται τη θεραπεία με τα ραντεβού, ένας τζίντζερ που δε μπορεί να σταυρώσει ραντεβού. ‘Ενας ψυχίατρος που καταπιέζεται μέσα σ’ενα κουστούμι και ένα γραφείο, ένας τζίντζερ που καταπιέζεται από μια μάνα και ένα κινητό.  Στη μικρή τους επανάσταση από τη καθημερινότητα συναντιούνται στο δρόμο και εκεί ο τζίνττζερ θα γίνει προστατευόμενος του γιατρού. Ο τζίντζερ είνα εσωστρεφείς και καταθλιπτικός και ο γιατρός εξωστρεφείς και αλήτης. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Ο μικρός θα μάθει πλέον τη ζωή απ’ τον μεγάλο.

Για να αποκτήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό του ο μικρός πρέπει να φάει σκατά. Να παίξει ξύλο, να χουφτώσει, να ρισκάρει τη ζωή του. Και για να βρεί ενδιαφέρον στη ζωή του ο μέγάλος πρέπει να κάνει το μικρό μάγκα.

Ξεκινάνε για ένα ταξίδι στην Ιρλανδία, τη χώρα των τζίντζερ αγνοώντας κάθε ρίσκο. Έτσι και οι δύο θα ικανοποιήσουν το σκοπό της ζωής τους. Ο μικρός δε θα αισθάνεται πια μόνος και διαφορετικός και ο μεγάλος δε θα αισθάνεται πια μόνος και φυσιολογικός.

-Γιατί δε θες να μείνεις στη χώρα σου;

-Γιατί η ζωή μου δεν είναι φυσιολογική.

-Και τι είναι φυσιολογικό στη ζωή;

Το Notre Jour Viendra έχει ομοιότητες με το fight club στη βάση της μιας προσωπικότητας που συμπληρώνει την άλλη, που δε μπορεί χωρίς την άλλη. Ο Romain Gavras φλερτάρει με τις ομοιότητες βάζοντάς τους πρωταγωνιστές να φορέσουν τα ίδια, να κουρευτούν το ίδιο, να βρίσουν το ίδιο, να χαθούν το ίδιο.  Σε μια σκηνή ο Gavras δείχνει ένα κοριτσάκι να παρατηρεί το γιατρό που ερωτοτροπεί με δυο φιλήδονα κορμιά χωρίς να τους νοιάζει το αύριο. Το μάτι του παχουλού κοριτσιού που κοίταζε το γλυκό και δεν το άγγιζε, και καταπιεζόταν είναι το μάτι του θεατή που βλέπει το ερωτικό τρίο και δεν το αγγίζει, και καταπιέζεται.

Το μυστικό- λένε- για να ξεπεράσεις τα συμπλέγματα, και να προχωρήσεις, να τη πέσεις στη γκόμενα π.χ., να μιλήσεις στο αφεντικό, να τα σπάσεις στο δρόμο, να ανοιχτείς στο κόσμο, είναι να μη σε νοιάζει το αύριο.

Η ταινία μιλά για μια μέρα που θα έρθει. Για ένα αύριο. Παράλληλα, περιμένοντας αυτό το αύριο, ζούνε αυτό το άγριο σήμερα.  Εκείνη η μέρα, η δική μας μέρα, πότε θα έρθει;

Εκατομμύρια διαφορετικοί καταπιεσμένοι σε αυτό το κόσμο αναμένουν ένα καλύτερο αύριο. Μια καλύτερη μέρα να ρθει. Και πολλοί από αυτούς πεθαίνουν περιμένοντας. Να κάνουμε ένα πείραμα λοιπόν. Να πούμε πως δεν υπάρχει αύριο. Πως δε μας νοιάζει ο χρόνος τι θα φέρει. Πως μας νοιάζει το σήμερα. Πως σήμερα θα κοιτάξουμε να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη με ότι μέσα διαθέτουμε. Πως σήμερα θα πούμε στο κορίτσι πόσο μας αρέσει. Πως σήμερα θα πούμε στο αφεντικό πόσο μας πρήζει. Πως σήμερα θα βγούμε και θα διασκεδάζουμε επειδή σήμερα θέλουμε να διασκεδάσουμε και όχι το Σάββατο που βγαίνουν όλοι.  Πως σήμερα θα μαζευτούμε στη Ταχρίρ, στη Πουέρτα ντελ Σόλ και δε ξέρω και εγώ που αλλού και θα φωνάξουμε όλοι μαζί . Πως θα αφήσουμε όλους τους άλλους που βάζουν εμπόδια σε κάθε σήμερα να περιμένουν αυτοί το αύριο. Τι δηλαδή και αν δε μας βγεί σε καλό; Τι δηλαδή και αν το μετανιώσουμε; Δεν είναι καλύτερα να μετανιώσουμε για κάτι που κάναμε παρά για κάτι που αναβάλλαμε;

Θα πάω έλεγε ενα τραγούδι και ας μου βγεί και σε κακό. Τι άλλαξε με τι δική μας γενιά; Τι πήγε στραβά; Γιατί η γενιά του πατέρα Γαβρά και το Αγγελόπουλου κινηματογραφούσαν τα κινήματα στην Ευρώπη και η γενιά του Γαβρά jr. και του Λάνθιμού κινηματογραφούν την οικογένεια και τη καταπίεση; Μια πρώτη απάντηση θα δώσει κάποιος λέγοντας ότι τα τελευταία χρόνια η ζωή στην Ευρώπη άλλαξε. Από τη ταργμένη δεκαετία του ’60 και του ’70 με το διπολικό κόσμο προσγειώθηκε στη δεκαετία του 80 και του 90 της μη εναλλακτικής, της τάξης και της προόδου.

Μια άλλη απάντηση μπορεί να δώσει κάποιος στο που βρίσκονται οι λύσεις. Κάποτε οι λύσεις δίνονταν στους δρόμους, στους δημόσίο χώρο.  Νομίζω δηλαδή. Σήμερα δίνονται μέσα μας. Στη συνείδησή μας. Και εκεί μάλλον χάνονται πιο εύκολα. Τις προάλλες, βλέποντας αυτό το καλοδουλεμένο ντοκυμανταίρ για τη Κυψέλη, άκουσα τη φράση για αυτή την αγαπημένη περιοχή, “είναι ωραία εδώ στη Κυψέλη γιατί δεν είσαι προφυλαγμένος, δε μένεις σε ένα κλουβί, δε νιώθεις ότι όλα είναι ωραία, αν όλα πάνε καλά με μένα”. Ποιός καταφερτζής διέδωσε αυτό το ψέμμα “όλα πάνε καλά με μένα” δε ξέρω. Ψυχολόγος ήταν, ψυχίατρος, διαφημιστής; Δε ξέρω. Ποιός μπορεί να πει με σιγουριά “όλα πάνε καλά με μένα”; Ποιός αλήτης μας έκανε να πιστεύουμε πως άμα προσπαθήσουμε “όλα μπορούν να πάνε καλά με μένα”; Ποιός είναι τόσο μάγκας και σε φορτώνει με ενοχές όταν “όλα δεν πάνε καλά με σένα”;

Σ’ενοχλούν τα μαλλιά μου; θα τα αφήσω να μακρύνουν!

Οι πράξεις μου, η συμπεριφορά μου, σε ενοχλούν; Ε τότε θα το παρακάνω!

Και τέλος, παρά το συνεχιζόμενο σαρκασμό σου, θα παραμείνω αδιάφορος.

Και τότε, θα γίνω τελικά αυτό που πρέπει να είμαι.

Και παρόλη την απαίχθεια, παρόλη τη ντροπή,

Θα μ’αγαπήσεις.

Για αυτό που είμαι!

Read Full Post »

alarm.

Ένα σάπιο κρέας τρώγεται εδώ και δέκα χρόνια στην αυλή της κοινωνίας. Ένα σάπιο κρέας προσβάλει με μούχλα τη συνείδησή μας και μαζί ό,τι αποκαλούμε πολιτισμό. Τη νοημοσύνη, τι κριτική, την ανοχή, την αλλυλεγγύη, τη κατανόηση και τη ψυχραιμία.

Περιφέρεται από πρεσβεία σε πρεσβεία κάνοντας θελήματα και κλείνοντας ακριβές συμφωνίες με θωρακισμένα υπουργεία. Στρατολογεί τους καλύτερους των ρουφιάνων της Κατεχάκη και των μιζαδόρων της Μεσογείων και τους αποκαλεί πολιτικά στελέχη. Χαϊδεύει κάθε παραστρατημένο υστερικό μαχαιροβγάλτη είτε με τα λόγια του για τους ξένους προς αυτόν είτε με τις άκρες του σε αίθουσες δικαστηρίων είτε με τα σάλια του στους σιδερόφρακτους φρουρούς μπροστά στις κάμερες.

Ένα μιντιακό τέρας σπέρνει την αρώστια του κάθε μέρα σε κάθε κανάλι σε κάθε ζώνη σε κάθε εκπομπή σε κάθε ευκαιρία. Ένα μιντιακό κτήνος που τρέφει και τρέφεται από την ακροαματικότητα. Ένα κτήνος που βάφεται από τη λάμψη της σχολής μανεκέν της γυναίκας του χαρίζοντάς της τη προστασία του. Ένα κτήνος που στολίζει και στολίζεται από τηλεοπτικά κουτσομπολιά και κουτσομπόλες.  Τραγουδιάρες και καλλιτεχνικούς μάνατζερ. Μπαλαδόρους και πλασιέδες ιστορικοφανών αρχαιοελληνικών μύθων. Νοσταλγούς του στέμματος και των βασανηστηρίων.

Ένα κοίτος που απ τα σαγόνια του καλύπτονται παραστρατιωτικοί, παραθρησκευτικοί και λαθρέμποροι. Ένα κοίτος που χαρίζει τη κοιλιά του για ξέπλυμα βρωμικου χρήματος σε μεσάζοντες εξοπλιστικών, γραφεία τύπου τραπεζών και υπουργών, δικαστών, εθνικών προμηθευτών και εργολάβων.

Ενα αδέσποτο που ζεσταίνεται σε κάθε παγωνιά από όλα τα γνωστά πολιτκά τζάκια με μεγάλη χαρά αλλά με ακόμα μεγαλύτερη από το τζάκι εκείνο του αιωνόβιου αποστάτη.

Προβάλλεται κάθε βράδυ στους δέκτες σας προβάλλοντας των εγωισμό του, τον υστερικό εθνικισμό του, την αλήθεια του ως μοναδική αλήθεια και αποτέλεσμα του ορθού λόγου.

Αν αφήσουμε αυτό το τέρας που μας τρώει να χορτάσει, θα γίνουμε μέρος του εμετού του, κομμάτι απ τα δικά του σκατά.  Αν νομίζει πως επειδή οι φύλακες άνοιξαν παράνομα τη πόρτα και το αμόλησαν στο πλήθος, το πλήθος θα φοβιθεί, τότε θα τους πάρει και θα τους σηκώσει όλους μαζί.

Read Full Post »

Η σοσιαλδημοκρατία έφτασε στο απόγειό της από  την περίοδο 1945 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Εκείνη την εποχή, αντιπροσώπευε μια ιδεολογία και ένα κίνημα που ήθελε να διασφαλίσε το ρόλο του κράτους στην ανακατανομή του πλούτου προς όφελος της πλειοψηφία του πληθυσμού με διάφορους τρόπους : διεύρυνση των εκπαιδευτικών και των υγειονομικών υποδομών, διασφάλιση χαμηλότερου εφφυημένου εισοδήματος μέσω προγραμμάτεων που υποστηρίζουν τις ανάγκες των ομάδων που δεν έχουν πρόσβαση σε επίπεδα επαγγελματικού μισθού, ιδιαίτερα στα παιδιά και τους ηλικιωμένουςμ,  και προγράμματα για τη μείωση της ανεργίας.

Η σοσιαλδημοκρατία υποσχόταν συνεχώς ένα καλύτερο μέλλον για τις επόμενες γενιές, ένα είδος μόνιμης αύξησης των εθνικών και των οικογενειακών εισοδημάτων.  Αυτό ονομαζόταν το κράτος πρόνοιας. Ήταν μια ιδεολογία που υποστήριζε την άποψη ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε να «μεταρρυθμιστεί» και να αποκτήσει ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο.

Η σοσιαλδημοκρατία ήταν πιο ισχυρή στη Δυτική Ευρώπη, τη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες (όπου οι εκεί σοσιαλδημοκράτες  ονομάζονταν New Deal Δημοκράτες) – εν ολίγοις, στις πλούσιες χώρες του παγκόσμιου συστήματος, αυτές που  θα μπορούσαν να ονομαστούν “το πανευρωπαϊκό σύστημα”.

Ήταν τόσο μεγάλη επιτυχία της που οι κεντροδεξιοί αντίπαλοι τους, ενσωμάτωσαν και αυτοί την έννοια του κράτους πρόνοιας, προσπαθώντας απλώς να μειώσουν το κόστος και την έκταση του. Στον υπόλοιπο κόσμο, τα κράτη προσπάθησαν να ακολουθήσουν  αυτή τη τάση με προγράμματα εθνικής «ανάπτυξης».

Η σοσιαλδημοκρατία ήταν ένα ιδια’ιτερα επιτυχημένο πρόγραμμα εκείνης της περιόδου. Ουσιαστικά υποστηριζόταν από δύο πραγματικότητες εκείνης της εποχής: την απίστευτη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία δημιούργησε τους πόρους που έκαναν δυνατή την αναδιανομή και  ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτείών στον πασκόσμιο σύστημα, το οποίο εξασφάλιζε τη σχετική σταθερότητα του παγκόσμιου συστήματος,και κυρίως η απουσία σοβαρής απειλής βίας σε αυτή την πλούσια περιοχή.

Αυτή η ρόδινη εικόνα δεν κράτησε πολύ. Οι δύο πραγματικότητες εξέπνευσαν. Η παγκόσμια οικονομία σταμάτησε να επεκτείνεται και  εισήλθε σε μια μακρά στασιμότητα, την οποία ζούμε ακόμα και οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν τη σημαντική  αν και αργή, παρακμή τους ως ηγεμονική δύναμη. Και οι δύο αυτές πραγματικότητες έχουν επιταχυνθεί σημαντικά κατά το εικοστό πρώτο αιώνα.

Η νέα εποχή που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970 έφερε το τέλος της  κεντρώας συναίνεσης σχετικά με τις αρετές του κράτους πρόνοιας και της κρατικά σχεδιασμένης «ανάπτυξης».  Αντικαταστάθηκε από μια νέα, πιο δεξιάς ιδεολογίας, που ονομάζεται ποικιλοτρόπως νεοφιλελευθερισμός ή “η Συναίνεση της Ουάσιγκτον” , η οποία κήρυξε στην ουσία τις αρετές της εξάρτησης από τις αγορές και όχι  από τα κράτη-κυβερνήσεις. Το πρόγραμμα αυτό λέγεται ότι βασίζεται σε μια δήθεν νέα πραγματικότητα της «παγκοσμιοποίησης» σύμφωνα με την οποία «δεν υπήρχε εναλλακτική λύση.”

Η εφαρμογή νεοφιλελεύθερων προγραμμάτων  φάνηκε να διατηρεί τα αυξανόμενα επίπεδα της «ανάπτυξης» στις χρηματιστηριακές αγορές, αλλά ταυτόχρονα οδήγησε σε άνοδο τα παγκόσμια επίπεδα  χρέους, της ανεργίας και σε μείωση των πραγματικών εισοδημάτων για τη μεγάλη πλειοψηφία των πληθυσμών ανά το κόσμο. Επιπλέον, τα κόμματα που προωθούσαν αριστερά ή κεντρώα σοσιαλδημοκρατικά προγράμματα,  μετακινήθηκαν σταδιακά προς τα δεξιά, αποφεύγοντας ή μειώνοντας τη στήριξη για το κράτος πρόνοιας και αποδεχόμενα ότι ο ρόλος των μεταρρυθμιστικών κυβερνήσεων έπρεπε να μειωθεί σημαντικά.
Όταν οι αρνητικές επιπτώσεις για την πλειοψηφία των πληθυσμού έγιναν αισθητές ακόμη και στο εσωτερικό του εύπορου ευρωπαϊκού χώρου, έγιναν αισθητές ακόμη πιο έντονα και στον υπόλοιπο κόσμο.  Τι έπρεπε να κάνουν τότε οι κυβερνήσεις τους ;  Άρχισαν να εκμεταλλεύονται  τη σχετική οικονομική και γεωπολιτική πτώση των Ηνωμένων Πολιτειών (και ευρύτερα της Ευρώπης), εστιάζοντας στα δικά τους εθνικά προγράμματα «ανάπτυξης». Χρησιμοποίησαν τη δύναμη των κρατικών μηχανισμών τους και το συνολικά μειωμένο κόστος παραγωγής για να γίνει και αυτές “αναδυόμενες” οικονομίες.  Όσο πιο “αριστερή” η φρασεολογία τους και η προεκλογικές τους δεσμεύσεις, τόσο περισσότερο ήταν αποφασισμένοι να προσφέρουν «ανάπτύξη».

Θα καταφέρει να ευοδώσει αυτό που απέφερε καρπούς για τον υπόλοιπο ευρπαϊκό χώρο μετά το 1945 ; Είναι περισσότερο από προφανές ότι δεν μπορεί να ευοδώσει, παρά τους αξιοσημείωτους ρυθμούς «ανάπτυξης» ορισμένων από αυτές τις αναδυόμενες χώρες – ιδιαίτερα, οι  λεγόμενες BRICs (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) – κατά τα τελευταία πέντε ως δέκα χρόνια. Και αυτό γιατί υπάρχουν ορισμένες σοβαρές διαφορές μεταξύ της τρέχουσας κατάστασης του παγκόσμιου συστήματος τη μεταπολεμική περίοδο.

Πρώτη, το πραγματικό επίπεδο του κόστους παραγωγής. Παρά τις νεοφιλελεύθερες προσπάθειες για τη μείωσή του, είναι στην πραγματικότητα τώρα σημαντικά υψηλότερο από ό, τι ήταν τη μεταπολεμική περίοδο , και να απειλεί τις πραγματικές δυνατότητες της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αυτό κάνει τον καπιταλισμό ως σύστημα λιγότερο ελκυστικό για τους καπιταλιστές, οι πιο διορατικοί από τους οποίους αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους για να εξασφαλίσουν τα προνόμιά τους.

Δεύτερη, η ικανότητα των αναδυόμενων χωρών να αυξήσουν βραχυπρόθεσμα την απόκτησή πλούτου, έχει ασκήσει μεγάλη πίεση στη διαθεσιμότητα των πόρων για την παροχή των αναγκών τους.  Ως εκ τούτου, δημιουργείται ένας συνεχής αυξανόμενος ανταγωνισμός για την απόκτηση γης, νερού, τροφίμων, και ενεργειακών πόρων, ο οποίος όχι μόνο οδηγεί σε άγριες μάχες αλλά επακόλουθα και στη μείωση της παγκόσμιας δυνατότητας των καπιταλιστών να συσσωρεύουν κεφάλαιο.

Τρίτη, η τεράστια επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής έχει δημιουργήσει εντέλει μια πολύ σοβαρή πίεσηπληγή στο οικοσύστημα, όπως το ότι ο κόσμος έχει εισέλθει σε μια κλιματική κρίση, της οποίας οι συνέπειες απειλούν την ποιότητα ζωής σε όλο τον κόσμο. Έχει ενθαρρύνει, επίσης, ένα κίνημα για τη ριζική επανεξέταση της αρετής της «μεγένθυσης» και της «ανάπτυξης» σαν οικονομικούς στόχους.  Το συνεχώς αυξανόμενο αίτημα για μια διαφορετική “πολιτισμένη” προοπτική είναι αυτό που ονομάζεται στη Λατινική Αμερική το κίνημα του «Buen Vivir» (ένα βιώσιμο κόσμο).

Τέταρτη, τα αιτήματα των κατώτερων ομάδων για πραγματικό βαθμό συμμετοχής στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του κόσμου έχει αρχίσει να απευθύνονται όχι μόνο στους «καπιταλιστές», αλλά και σε”αριστερές” κυβερνήσεις που προωθούν σε εθνικό επίπεδο την «ανάπτυξη».

Πέμπτη, ο συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων, καθώς και την ορατή μείωση της μέχρι πρότινως ηγεμονικής δύναμης, έχει δημιουργήσει ένα κλίμα συνεχούς και ριζικής διακυμάνσης τόσο στην παγκόσμια οικονομία όσο και τη γεωπολιτική κατάσταση, η οποία είχε παραλυτικά αποτελέσματα τόσο στον κόσμο των επιχειρήσεων όσο  και στις κυβερνήσεις. Ο βαθμός αβεβαιότητας – όχι μόνο μακροπρόθεσμα αλλά και τα πολύ βραχυπρόθεσμα – έχει κλιμακωθεί σημαντικά, και μαζί με αυτόν και το πραγματικό επίπεδο βίας.
Η σοσιαλδημοκρατική λύση έχει γίνει μια ψευδαίσθηση. Το ερώτημα για τη συντριπτική πλειοψηφία των πληθυσμών στον κόσμο είναι τι θα την αντικαταστήσει .


το κείμενο the socialdemocratic-illusion/ Immanuel Wallerstein μεταφράστηκε για την ομάδα του  ppol

Read Full Post »