Feeds:
Posts
Comments

Archive for January, 2012

“We’re not bad people. We just come from a bad place. ” Μετάφραση: Δεν είμαστε σκάρτοι άνθρωποι, απλά προερχόμαστε από μια σκάρτη περιοχή.

Στη Νέα Υόρκη του 2011 ο Μπράντον, παράλληλα με τη ζωή του κοινωνικά ενεργού, γυμνασμένου, γοητευτικού  και επιτυχημένου στελέχους μιας επιχείρησης, διατηρεί και μια ζωή μέσα στη ντροπή. Η αδυναμία του είναι πως δε μπορεί να ελέγξει την επιθυμία του για σεξ. Δε μπορεί να σταματήσει να το σκέφτεται. Δε μπορεί να σταματήσει να το κυνηγά με κάθε τρόπο, καταπιεζόμενος πάντα από τα όρια της κοινωνικής αποδοχής. Ζει μόνος, είναι μανιακός με τη καθαριότητα, δε δίνει αφορμές σε κανέναν, δε θέλει εισβολείς στο κόσμο που έχει δημιουργήσει στο μυαλό του και το μόνο που του δίνει ευχαρίστηση είναι η σεξουαλική πράξη. Η πράξη, και μόνο η πράξη, ξανά και ξανά. Η εισβολή απ’τη μια πλευρά της αδερφής του που κουβαλάει τα στερεότυπα της ανέμελης αρτίστας και απ’την άλλη μιας συναδέλφου την οποία φλερτάρει και ερωτεύεται, αρκούν για να διαλύσουν τον σιγά σιγά υπέροχο μικρόκοσμο στον οποίο ζούσε. Αρκούν; Δεν έχει σημασία. Ο σκηνοθέτης βάζει το θεατή να παρακολουθήσει πως συντελείται αυτή η διάλυση, και αυτή είναι η πεμπτουσία του έργου.

Αν κάποιος είχε τύχει να δει το “hunger” που σκηνοθέτησε το 2008 ο Steve McQueen, θα γνωρίζει ήδη πως ο άνθρωπος αυτός δεν περιγράφει απλά με όμορφες εικόνες τη πορεία ενός χαρακτήρα. Βυθίζεται ο ίδιος και βυθίζει και το θεατή στο σπαραγμό που συντελείται στο μέσα κόσμο του πρωταγωνιστή. Και οι φωτογραφίες του είναι καταπληκτικές.

Θυμάμαι να βλέπω το hunger στον κινηματογράφο να προσπαθώ να εξαιρέσω τον εαυτό μου από την οδύνη του πρωταγωνιστή. Του ίδιου πρωταγωνιστή παρεμπιπτόντως με το shame. Θυμάμαι να παρακολουθώ τον πολιτικό αγώνα του Bobby Sands,στη Βόρεια Ιρλανδία, την απεργία πείνας, και να ακούγεται “από πίσω”, η φωνή της Margaret Thatcher “There is no such thing as political murder, political bombing or political violence. There is only criminal murder, criminal bombing and criminal violence. We will not compromise on this”. Η λογική της διαίρεσης. Η λογική του “είτε, είτε”. Και στη μέση το ποινικό δίκαιο ως όπλο του ισχυρότερου.

Πάλι πίσω στη Νέα Υόρκη. Ο Μπράντον λόγω της αδερφής του και του φλέρτ που δε προχώρησε, έχει συσσωρεύσει καταπίεση και θέλει να ξεδώσει. Θα βγει να τη πέσει σε γκόμενα στο μπάρ και θα τα πάει καλά επειδή μπορεί, επειδή είναι καλός, θα βγει να τρέξει, θα βγει να ξεδώσει με άγνωστο σε σκοτεινό σημείο, θα βγει να βρει μια πόρνη πολυτελείας. Και μαζί της να φανταστεί πως κάνει όσα δε μπορεί να κάνει στη μη ντροπαλή ζωή.  Στην κατά τ’άλλα, όχι άπληστη και καταναλωτική ζωή.

Ο θεατής θα δει ένα χαρακτήρα να διαλύεται και το θέαμα είναι δραματικό. Νομίζεις πως μπορείς να καταλάβεις τι είναι καύλα για μια γκόμενα, τι είναι επιθυμία για μια γυναίκα, νομίζεις ότι μπορείς να καταλάβεις τι είναι πολιτικός αγώνας, τι είναι απεργία πείνας στις φυλακές, αλλά δε μπορείς. Αλλά δε μπορείς να καταλάβεις πως η επιθυμία γίνεται ασθένεια. Πως η επιθυμία γίνεται μαρτύριο που δε ξεπερνιέται.

Σε μια σκηνή στη ταινία η αδελφή του, του λέει: “Προσπαθώ! Προσπαθώ να σε βοηθήσω” Και της απαντάει με νεύρα: “Πως με βοηθάς, ε; Πως με βοηθάς, ε; ε; Κοίταξέ με! Έρχεσαι εδώ μέσα και μου γίνεσαι βάρος. Με καταλαβαίνεις; Είσαι ένα εμπόδιο! Με καταστρέφεις; Πως ακριβώς με βοηθάς; Ούτε τα πράγματά σου δε μαζεύεις. Σταμάτα να παίζεις το θύμα”. Και εκείνη φοβισμένη του λέει: “Δε παίζω το θύμα. Αν έφευγα, δε θα μάθαινα ξανά νέα σου. Δε το βρίσκεις θλιβερό αυτό; Είσαι αδελφός μου”

Χαρακτήρες που νομίζεις ότι τους ξέρεις. Προβλήματα που τα νομίζεις διαχειρίσιμα. Άνθρωποι που επειδή εμφανίζονται την επόμενη μέρα με το ίδιο κουστούμι, με το ίδιο χαμόγελο στο γραφείο νομίζεις πως δεν έχει αλλάξει τίποτα, ενώ τη προηγούμενη νύχτα όλος ο κόσμος μέσα τους μπορεί να έχει διαλυθεί. Άνθρωποι σαν το Θοδωρή Ηλιόπουλο που μπορεί να τον δεις μια μέρα στην Αθήνα αλλά όσα και αν σου πουν για την απεργία πείνας δε θα τους καταλάβεις ποτέ.

“Πριν μπω μέσα ήμουν απόλυτος, πίστευα πως… οι κακοί είναι στη φυλακή. Εδώ όμως αναγκάζεσαι να καταλάβεις πως το κακό είναι σχετικό, να παραδεχθείς πως δυνητικά φονιάς θα μπορούσε να είναι ο καθένας σε μια δοσμένη συγκυρία./Κάποιοι, άδηλων συμφερόντων, διαβάζουν τα γεγονότα σαν τις κλαίουσες ιτιές, κλαυθμηρίζουν για τον όλεθρο και την καταστροφή”

Και κάποιοι τα βιώνουν Θοδωρή. Αθήνα 2012. Σύνταγμα. Πείνα και ντροπή.

Δεν είμαστε σκάρτοι άνθρωποι. Απλά εμείς που δεν έχουμε πεινάσει ακόμα, δε θα τους καταλάβουμε.

Read Full Post »

skai.ενημέρωση.

Παρά τις αντικρουόμενες πληροφορίες για την στάση που τελικώς θα τηρήσουν οι ιδιώτες πιστωτές, οι ασφυκτικές πιέσεις που τους ασκούνται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Γερμανία αναμένεται να οδηγήσουν σε ένα αποτέλεσμα το οποίο θα καθιστά βιώσιμο το ελληνικό χρέος, θα “ανοίξουν το δρόμο” για τη σύναψη της νέα δανειακής σύμβασης και θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών στην ευρωζώνη γενικότερα.

κατα τ’άλλα,  στην υπόλοιπη Ευρώπη, τα νέα έχουν ως εξής:

Eurozone ministers fail to agree Greek debt deal. Fears that Greece could default on its massive debts are mounting after eurozone finance ministers in Brussels rejected an offer from the country’s private creditors late on Monday night.

Read Full Post »

same as it ever was

Μου αρέσουν αυτά τα μεγάλα ψυχοβγαλτικά e-mail. Ο αποστολέας έχει πιθανότατα συγκεντρώσει πολύ υλικό μέσα του, πολύ πόνο, πολύ ¨γαμώτο”, πολύ αδιέξοδο και το βγάζει όλο σε ένα μήνυμα. Ορισμένες φορές απαντάω και εγώ με αντίστοιχα μακροσκελή κείμενα, ορισμένες με σύντομες απαντήσεις, ορισμένες καθόλου αλλά αναλαμβάνω τη σχετική δράση λίγες μέρες μετά.

Μου κάνει εντύπωση ότι δεν υπάρχει το κουράγιο, δεν υπάρχει η διάθεση, δεν υπάρχει η άνεση να στα πει κατά πρόσωπο, αλλά με ένα mail ο άλλος βρίσκει τον κατάλληλο τρόπο να εκφραστεί. Και όταν λέω ο άλλος δεν εξαιρώ τον εαυτό μου.

Από όσα κείμενα και αν έχω διαβάσει με αφηγηματικό χαρακτήρα, ακόμα και με τα πιο ολοκληρωμένα να τα συγκρίνω, τα μηνύματα στο προσωπικό ταχυδρομείο είναι μακράν πιο συγκινητικά. Και αυτό γιατί μάλλον ο αποστολέας έχει βρει το τρόπο να πει αυτό που θέλει, όπως ακριβώς θέλει.

Το ερώτημα είναι γιατί να μη μπορεί να βρει το τρόπο στο πραγματικό χώρο και χρόνο να το κάνει. Γιατί να μη μπορεί να βρει το τρόπο όταν σε έχει απέναντί του. Γιατί στο πραγματικό κόσμο το στόμα να μένει μαγκωμένο;

Υποθέτω ότι έχει να κάνει με την αλληλεπίδραση. Το θάρρος είναι πιο εύκολο να το πάρεις όταν έχεις απέναντί σου μονάχα την οθόνη παρά δυο μάτια που σε κοιτάνε. Θα μπορούσα να βρω και άλλες απαντήσεις αλλά επειδή το θέμα το έχω δουλέψει μέσα μου, έχω καταλήξει ότι η απάντηση βρίσκεται στα μάτια.

Τις προάλλες που της μιλούσα έχοντας στο νου ότι ο χρόνος είναι περιορισμένος και δε θα ξαναβρεθούμε σύντομα, ήθελα να πω πολλά, και τα περισσότερα τα είπα χωρίς να τη κοιτάζω στα μάτια. Κοίταζα τους απέναντι, κοίταζα το ποτήρι, κοίταζα τα ρούχα της αλλά όχι τα μάτια.

Το φαινόμενο μάλιστα το έχω παρατηρήσει ακόμα και με φίλους, η συνεργάτες. Παίρνω περισσότερο θάρρος και μιλάω όταν μιλάω στο τοίχο. Αλλά δε μου αρέσει ο τοίχος.

Μου αρέσουν αυτά τα μεγάλα ψυχοβγαλτικά μάτια.

Read Full Post »

Αύγουστος στο Όσλο και δε λέει να καλοκαιριάσει. Τρεις μέρες τώρα βρέχει συνέχεια. Πέρσι τέτοια εποχή έκανε βόλτες στα Ελληνικά νησιά και φλέρταρε με το ήλιο. Με μέσο τη φωτογραφική του, γνώριζε κορίτσια και τους ζήταγε να στηθούν δίπλα από σκουριασμένες βάρκες και πάνω από τραπέζια με ρακόμελα και να του χαμογελάσουν. Αυτές, δεν έχω καταλάβει και εγώ ακριβώς, είτε λόγω της αγάπης τους προς τη κάμερα είτε λόγω της εξωτικής για τα δεδομένα τους εμφάνισής του, στήνονταν χωρίς δυσκολία. Του είχα πει πως όταν οι Ελληνίδες βλέπουν παιδιά ψηλά σαν και αυτόν, ξανθά και με πράσινα μάτια, αυτά δηλαδή που τα κορίτσια από το τόπο του έχουν βαρεθεί, θαμπώνονται όπως και αυτός όταν βλέπει ήλιο τόσες μέρες συνεχόμενα.

Μιας και φέτος δεν έβγαλε και πολλά λεφτά, και δεν είχε κανονίσει από νωρίς ταξίδι σε κάποια μεσογειακή χώρα, παίρνει φτηνή πτήση για το Βερολίνο να επισκεφτεί τη μάνα του. Τη μάνα του βέβαια λίγο δύσκολο να τη δει, αφού και αυτή τη τρέλα της κάνει κάθε καλοκαίρι και δε μένει και πολύ στο σπίτι, αλλά τουλάχιστον ο Λάρσον έχει το διαμέρισμα δικό του και τη πόλη που έχει τόσα πολλά να σου δείξει χωρίς να ξοδευτείς για το παραμικρό όπως στο Όσλο.

Του είχαν πει πως στο νησί των μουσείων απέναντι από αυτό της Περγάμου, υπάρχει ένα μεταμοντέρνο, με μια τεράστια εγκατάσταση στο εσωτερικό που είναι και το μοναδικό έκθεμα. Παίρνει λοιπόν -κλασικά- την cannon και πάει. Περίμενε μισή ώρα στην ουρά μέχρι να μπει στο κατασκεύασμα από σκαλωσιές που είχε ονομαστεί έκθεμα βλέποντας γύρω του πόστερ από αρχιτεκτονικά κινήματα σχεδόν έναν αιώνα πριν και μερικές οικογένειες βερολινέζων που είχαν φέρει τα παιδιά με τα καορτσάκια και περίμεναν και αυτοί. Το πως θα ανέβαζαν τα παιδιά και τα καροτσάκια από αυτή τη στενή σκάλα που είχε στηθεί για να σε βάλει στο εσωτερικό της εγκατάστασης ήταν ένα ερώτημα αλλά προς το παρόν εκείνος προτιμούσε να φωτογραφήσει αυτούς και τα παιδιά που απασχολούνταν με κατασκευές από lego.

Εκεί είδε και για πρώτη φορά εκείνη. Στην αρχή της σκάλας αυτός, στο τέλος αυτή, έστριψε το σώμα της να πετάξει το τσιγάρο μιας και είχε έρθει η ώρα μπει στην στο εσωτερικό της εγκατάστασης και τον είδε.  Ένα βλέμμα. Κράτησε πέντε δευτερόλεπτα και μετά χάθηκε.

Στο τέλος της ξενάγησης είχε φορτώσει το μυαλό του σουρεαλιστικές εικόνες. Είχαν στήσει κουκλόσπιτα μέσα σε διαστημόπλοια. Είχαν στήσει αμπάρια πειρατικών πλοίων μέσα σε δεντρόσπιτα.  Μεγάλες νεροτσουλήθρες που κατέληγαν σε μικρά κομμάτια αυτοκινητοδρόμων. ‘Όλα υπέροχα στημένα αλλά και βαρετά. Στο τέλος της ξενάγησης προσπάθησε να τη ξαναδεί αλλά εκείνη πουθενά.

Την επόμενη μέρα -ω! τι περίεργο- δεν είχε και πολύ όρεξη να βγει παρά τον καλό καιρό που έκανε έξω.  Έμεινε σπίτι πειράζοντας φωτογραφίες στο άππλ και πίνοντας μπύρες. Πέντε έξι ώρες μπροστά στην οθόνη ώσπου αποβλακώθηκε και είπε να περπατήσει λίγο έξω. To σπίτι ήταν κοντά στο Lützowplatz δίπλα στο ποτάμι και όπως και να το κάνεις, όταν έχεις το πάρκο απέναντι απ το σπίτι σου είναι λίγο βλακεία να κάθεσαι να το βλέπεις μέσα από το δωμάτιο.

Περπατάει κατά μήκος του ποταμιού και καταλήγει στο μουσείο Bauhaus. Nα μπει ή να μη μπει; Να συνεχίσει τη βόλτα ή όχι και να κοιτάξει τις μίνιμαλ καρέκλες πάλι; Έλα τώρα. Ξέρεις την απάντηση. Ευρωπαίος είναι. Αφού δεν έχει παρέα να πάει να πιει μπύρες στο πάρκο, μπαίνει στο μουσείο. Τόσα χρόνια τα ίδια εκθέματα. Καρέκλες, φωτιστικά, μακέτες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες από τα κτήρια του Γκρόπιους και του Βαν ντερ Ρόε στη Βαϊμάρη και το Ντασάου.

Τα είδε όλα πάλι. Χωρίς να πλήττει. Είδε όμως και εκείνη. Πάλι. Αυτή τη φορά έπρεπε να της μιλήσει. Κάτι έπρεπε να πει. Και επειδή κάθε φορά που “κάτι πρέπει να πεις” κομπλάρεις, δένεται η γλώσσα σου και στη καλύτερη λες μια απ τα ίδια.

-Έρχεσαι συχνά εδώ;

-Όχι είναι η πρώτη φορά.

-Το βρίσκεις ενδιαφέρον;

-Για την εποχή του ναι, αλλά δε νομίζω ότι έχει κάτι κοινό με τη δική μας

Ήταν η καλύτερή του. Είχε βρει απάντηση έτοιμη να της πλασάρει και να αρχίσει τη κουβέντα.

-Μπά, δε συμφωνώ. Εγώ νομίζω ότι έχει πολλά κοινά η εποχή τους με τη δική μας.

-Α, ναι, αλήθεια; Θες να μου δώσεις μια συνέντευξη; Είμαι δημοσιογράφος και έχω να γράψω κάτι για το θέμα αλλά δε βρίσκω κανέναν να μου πει μια έγκυρη άποψη.

-Μπορώ να σου πω την άποψή μου. Τώρα, δε ξέρω αν είναι έγκυρη. Εσύ θα κρίνεις..

-Εντάξει, πάμε έξω να κάνουμε ένα τσιγάρο και να τα πούμε.

-Εντάξει πάμε. Εγώ θα πιω μια μπύρα.

Κάθισαν σε αυτή τη μικρή αυλή έξω απ το μουσείο με τέσσερα τραπέζια όλα κι όλα και εκείνη έβγαλε το μαγνητοφωνάκι. Του είπε πως θα τα καταγράψει όλα, να μιλήσει όπως θέλει, μιας και έτσι και αλλιώς θα συμμάζευε αργότερα σε ένα κείμενο και θα του το έδειχνε πριν το δημοσιεύσει. Εκείνος βέβαια, έτσι και αλλιώς θα μιλούσε όπως ήθελε. Βοηθούσε και η μπύρα που έλυνε ακόμα περισσότερο τη γλώσσα.

-Πες μου λοιπόν. Τι κοινό έχει η εποχή μας με τη δική τους;

-Η Γερμανία μετά το πρώτο πόλεμο βρισκόταν σε κρίση συνείδησης. Εκτός από τους επαχθείς όρους που της είχαν επιβάλλει η νικητές, η ήττα της σήμαινε και ήττα μιας νοοτροπίας. Της νοοτροπίας που ήθελε το Γερμανό πολίτη να πειθαρχεί στο κράτος και τις οδηγίες της ηγεσίας ακόμα και αν αυτές τον προτρέπουν να υποχωρήσει στις δημοκρατικές του ελευθερίες. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης έδωσε έστω και για λίγο σε σας τους Γερμανούς τη ψευδαίσθηση πως αν διευρυνθεί το δημοκρατικό πλαίσιο τότε το κακό δε θα επαναληφθεί. Ταυτόχρονα, η σχολή του Μπάουχάους συνέστησε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο. Έκανε κριτική στην υπερκατανάλωση ως  τρόπο ζωής και ήθελε να την αντικαταστήσει με μια πιο συνετή διαχείριση των πόρων. Για αυτό το λόγο και οι λιτές γραμμές στα κτήρια, τα μεγάλα τζάμια για τη διαφάνεια και τα φτηνά μεν, γερά δε, υλικά που χρησιμοποιούσαν. Έτσι βγήκε και το σύνθημα “less is more”.

-Ωραία. Και τι σχέση έχει αυτό με την εποχή μας;

H σχέση υπάρχει στη σημερινή κρίση. Η κατάρρευση πολλών χρηματιστηρίων μετά το οικονομικό κραχ του 2008 οδήγησε σε αμφισβήτηση του μοντέλου της κατανάλωσης σε όλη την Ευρώπη και το Δυτικό κόσμο. Πολλοί σήμερα συγκρίνουν τη τάση των κρατών να περιορίσουν τις συναλλαγές τους με τη τάση απομόνωσης την εποχή του μεσοπολέμου. Την αδυναμία στήριξης όλων των δικαιωμάτων που κατακτήθηκαν δημοκρατικά λόγω της υπερχρέωσης με την αδύναμη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Α! και τη σταδιακή άνοδο των εξτρεμιστών και στις δύο εποχές.

-Εντάξει. Και η σχολή Μπάουχαους που είναι σε όλα αυτά; που βρίσκεται σήμερα;

-Δε ξέρω! Μάλλον στη Κοπεγχάγη..

-Καλώς. Σε ευχαριστώ. Ηταν πολύ ενδιαφέροντα όσα είπες. (εκεί του χαμογέλασε)

-Τι αυτό ήταν; 2-3 ερωτήσεις.

-Ναι, δε χρειάζομαι κάτι παραπάνω.

-Θέλω να σου ζητήσω και εγώ κάτι.

-Τι; πες μου.

-Είμαι φωτογράφος και μένω εδώ κοντά..

(τον διέκοψε και του είπε) -Ναι είδα τη canon

-…ναι, και θα ήθελα να σε καλέσω στο στούντιο για μια φωτογράφηση αν δεν έχεις πρόβλημα! (χαμογελώντας)

-Σήμερα δε θα μπορέσω δυστυχώς, έχω κανονίσει, θα μπορώ όμως αύριο το μεσημέρι αν δεν έχεις πρόβλημα.

-Εντάξει θα σε περιμένω. Είπε και της έγραψε σε ένα χαρτί το όνομα και τη διεύθυνση του.

Την επόμενη μέρα τον επισκέφθηκε έχοντας μια εμφανώς πιο ανέμελη διάθεση. ‘Όταν τη ρώτησε που οφείλεται αυτή η διάθεση του είπε πως δεν είχε δουλειά εκείνη τη μέρα και ένιωθε αρκετά χαλαρή.

Πέρασε λίγη ώρα μέχρι να στηθεί στο κατάλληλο σημείο. Αρχικά προσπάθησε να τη φωτογραφήσει στο μπαλκόνι και έπειτα στο σαλόνι αλλά όλο τον δυσκόλευε το φως. Μια ήταν πολύ, μια ήταν ελάχιστο. Κάποια στιγμή την έστησε στην είσοδο της κρεβατοκάμαρας. Της ζήτησε να γδυθεί και της έδωσε ένα ποτήρι κρασί. Της είπε πως μπορεί να πίνει άμα θέλει και εκείνη το πήρε λίγο τοις μετρητής και έπινε κάθε λίγο.

Στο μεταξύ τον ρώταγε για τη ζωή του και τη σχέση του με τη κάμερα. Της είπε και αυτός πως έχει κάνει μερικά μαθήματα μόνο και θα ήθελε να συνεχίσει για να βελτιωθεί. Ενώ εκείνη συνέχιζε να είναι χαλαρή αυτός είχε αγχωθεί λίγο γιατί η μέρα περνούσε και το φως ήταν ελάχιστο. Εν τέλει κατάφερε να τη στήσει όπως ήθελε, μπροστά στη πόρτα, κρατώντας το ποτήρι με το φως να πέφτει στη μέση της. Του άρεσαν τα χρώματά της. Του θύμιζαν τις Ελληνίδες μου είπε την επόμενη εβδομάδα που συναντηθήκαμε.

Μου έδειξε και τις φωτογραφίες και τις βρήκα αρκετά καλλιτεχνικές. Αλλά πιο πολύ με ενδιέφερε το τι έγινε. Μου είπε πως του άρεσε σαν γυναίκα αλλά φοβόταν να κάνει κάτι παραπάνω. Εν τέλει δε χρειάστηκε γιατί έκανε εκείνη. Τον πλησίασε μετά από κάποια ώρα, που μάλλον είχε βαρεθεί να φωτογραφίζεται και άρχισε να του χαϊδεύει τα μαλλιά. Εκείνος πήρε το κουράγιο να τη φιλήσει, και τα υπόλοιπα, μου λέει, τα φαντάζεσαι…

Ε, ναι του λέω. Φαντάζομαι..

-Περάσατε καλά;

-Ναι! γιατί όχι;

-Δε ξέρω, απλά ρωτάω.

-Ναι, ήταν όμορφη κοπέλα. Δεν ήταν όμως σαν τις Ελληνίδες!

Εκείνη τη στιγμή, εκνευρίστηκα λίγο, και με ύφος τον ρωτάω:

-Καλά σοβαρά μιλάς; Τι παραπάνω έχουν οι Ελληνίδες;

-Έχουν χαμόγελο Kostas. Χαμογελάνε!

-Εντάξει Λάρς, άμα το λες εσύ

-θα γράψεις αυτή την ιστορία για μένα Kostas?

Να τη γράψω Λάρς αλλά καταλαβαίνεις ότι θα πρέπει για χάρη της αφήγησης να αλλάξω ορισμένα κομμάτια. Θα πρέπει να παραλείψω όλες εκείνες τις στιγμές που νιώσατε αμηχανία και να τις παρουσιάσω σαν να εξελίχθηκαν όλα ομαλά, χωρίς διακοπές. Θα πρέπει να παρουσιάσω εκείνη ως έτοιμη και αποφασιστική στη πρόσκλησή σου και εσένα ιστορικά ενήμερο βαθιά ως το κόκκαλο. Θα πρέπει ακόμα και να παραμορφώσω τον καιρό. Πως είναι δυνατό να έχει τόσο διαφορετικό καιρό στο Όσλο από το Βερολίνο; Και την εμφάνισή σας Λαρς, αυτή που δίνει την άτιμη τη πρώτη εντύπωση, και αυτή θα πρέπει να τη κάνω συμπληρωματική, ώστε στην ιστορία να φαίνεται πως ο ένας βρήκε ακριβώς το ταίρι του με τον άλλο.

Ο Λάρς είχε ήδη σβήσει από μπροστά μου καθώς ανέφερα όλα αυτά και είχα μείνει μόνος να περιεργάζομαι μια αινιγματική φωτογραφία. Την επόμενη φορά θα είμαι πιο ανεκτικός μαζί του ή με όποιον άλλο.

Read Full Post »