Feeds:
Posts
Comments

Archive for October, 2012

“When a man ventures out so decisively as I have done, and upon a subject moreover which affects so profoundly the whole of life as does religion, it is to be expected of course that everything will be done to counteract his influence, also by misrepresenting, falsifying what he says, and at the same time his character will in every way be at the mercy of men who count that they have no duty towards him but that everything is allowable. Now, as things commonly go in this world, the person attacked usually gets busy at once to deal with every accusation, every falsification, every unfair statement, and in this way is occupied early and late in counterattacking the attack.”

Η Κατερίνα είναι 20 χρονών και ζει στο Γκέτεμποργκ στη Σουηδία. Ο στόχος της ζωής της είναι να καταφέρει να μην καταλήξει σαν τη μητέρα της. Άνεργη, αλκοολική, άπλυτη και ασταθής. Για να το πετύχει αλλάζει συνήθειες. Σταματά τα social media, τα συχνά ραντεβού, αλλάζει μουσικές προτιμήσεις, μένει σταθερά με το ίδιο αγόρι.

Όμως και πάλι είναι δύσκολο να κρατηθεί.

Κάποια στιγμή επισκέπτεται τη Φιλαρμονική και μαγεύεται. Το μέγαρο, η διαρρύθμιση, ο συγχρονισμός των οργάνων, η επιμέλεια, η τάξη. Εκεί βρίσκει την ευκαιρία και για μια ευυπόληπτη εργασία, μια ευκαιρία που θα αρπάξει απ’τα μαλλιά στήνοντας τη νέα της ζωή.

Και πάλι όμως δεν είναι αρκετά. Η μεγάλη αλλαγή θα έρθει όταν ερωτευτεί. Ο μαέστρος είναι το πρόσωπο που συμπυκνώνει στα μάτια της όλα τα στοιχεία της αγνότητας. Η κλίση του στη μουσική, το ενδιαφέρον του για τη ποίηση, η επαγγελματική του εμμονή στη τελειότητα. ” Η αντοχή είναι το μόνο που μετράει στη ζωή” θα της επαναλάβει τη δήλωση του Kierkegaard και θα τη κερδίσει. Η Κατερίνα θα γίνει η αδυναμία του και αυτός η εξάρτησή της. H Κατερίνα βάζει πλέον σε τάξη τη ζωή της. Ζει με τη συνοδεία της κλασσικής μουσικής και τη προστασία του μαέστρου. Ντύνεται όμορφα, χαμογελά συχνά, έχει πρόγραμμα.

Όμως η ζωή έχει γυρίσματα. Η γυναίκα του μαέστρου επιστρέφει και η σχέση τους χαλάει. Ο μαέστρος θα αναγκαστεί να της αφαιρέσει και τη δουλειά. Η Κατερίνα πρέπει να αντεπιτεθεί. Να τον κερδίσει πίσω, και αυτόν και τη ζωή που έστησε. Η θλίψη γίνεται εκνευρισμός και στη συνέχεια βία. Βία όπως παλιά που ζούσε στη σκιά της μητέρας της.

Πως κερδίζεις πάλι πίσω ένα όνειρο; Πως επαναλαμβάνεις αυτό που χάθηκε όταν άνοιξαν τα μάτια σου;

Η αντοχή είναι το μόνο που μετράει στη ζωή της είχε πει.

Τι σημαίνει αυτό; τον ρώτησε.

Ό,τι ουσιαστικά μπορείς να καταφέρεις τα πάντα στη ζωή, αρκεί να έχεις το κουράγιο μέσα σου. Και βέβαια να μη γίνεις παρανοϊκή προσπαθώντας να το καταφέρεις.

Αυτή η τελευταία λεπτομέρεια δεν παίρνει συνήθως την αξία που της αναλογεί. Πόσο μπορεί κανείς να επικεντρωθεί σε ένα στόχο; πότε η επιθυμία χάνει την αγνότητα και γίνεται εμμονή; Και όταν είσαι ερωτευμένος, υπάρχει ποτέ περίπτωση να διακρίνεις το όριο;

Αναζητώ την απάντηση στα λόγια του Μαρμαρινού. « Έχουν γίνει εξαιρετικά δυσδιάκριτα όλων των ειδών τα όρια, είτε ως δικαιώματα είτε ως υποχρεώσεις, κι αυτό δημιουργεί μια ρευστότητα γύρω μας. Δεν ξέρουμε πού τελειώνει το εγώ και πού αρχίζει ο άλλος. Κι αυτό αν συμβεί στον έρωτα το καταλαβαίνω, αλλά να συμβαίνει σε όλα τα άλλα… Περνάμε μια περίοδο κουρνιαχτού: Εχουν θαμπώσει όλα. Κι αυτό είναι μια μορφή ζόφου. Και μέσα σ’ αυτό έχουμε χάσει λίγο την προσωπική μας ευπρέπεια, την οποία έχουμε ανάγκη για μας και τους άλλους. Και η επιθετικότητα προς τους άλλους έχει να κάνει με το ότι δεν είμαστε εμείς καλά με τον εαυτό μας.».

[..] « Έχουμε εναποθέσει τα όριά μας σε ένα περίεργο διάλειμμα. Είμαστε συνέχεια σε ένα διάλειμμα, σαν να μην έχει χτυπήσει το κουδούνι. Ίσως το κουδούνι να μπορέσει να μας συνεφέρει απ’ αυτό το διάλειμμα. Η ανάληψη μιας στοιχειώδους προσωπικής ευθύνης για τον καθένα. Είναι σαν να είμαστε σε άσχημες, άτυπες, ανεξέλεγκτες και απλήρωτες διακοπές… Αλλά οικειοθελώς κανείς δεν περνάει μέσα στην τάξη. Έχουμε ανάγκη δομής για να συγκροτηθούμε ως άτομα».

Η Κατερίνα, όπως και η ηρωϊδα του Μαρμαρινού, όπως και πολλές άλλες γύρω μας, δεν έχει καταλάβει ότι το κουδούνι έχει χτυπήσει. Μοιράζεται μαζί μας την απογοήτευση για τον εραστή που την πρόδωσε προσπαθώντας να εκλογικεύσει την εκδίκηση που παίρνει. Η Κατερίνα θα προσπαθήσει μάταια να τον ξανακερδίσει, θα προσπαθήσει μάταια να αντικαταστήσει τη γυναίκα του, θα φτάσει ως τα άκρα προσποιούμενη ότι παραμένει στο κέντρο. Όλα μάταια.

Για το καλό όμως της Κατερίνας, και της κάθε Κατερίνας είναι καλό να ειπωθεί ένα πράγμα. Έχεις το δικαίωμα να χτυπήσεις μια φορά το κεφάλι σου στο τοίχο τιμωρώντας τον εαυτό σου για το λάθος που έκανες. Έχεις το δικαίωμα να χτυπήσεις το κεφάλι σου στο τοίχο μια δεύτερη φορά για να ξεσπάσεις. Να διώξεις από μέσα σου τη βια που δέχτηκες. Έχεις και το δικαίωμα να το χτυπήσεις μια τρίτη φορά. Η φορά που πρέπει να καταλάβεις πως πλέον δεν υπάρχει κάποιος λόγος να το χτυπάς. Πως πλέον απέναντί σου είναι ένας τοίχος και τίποτα παραπάνω. Και κάθε φορά που τραυματίζεσαι πεθαίνεις όλο και περισσότερο.

Άλλωστε ακόμη και ένας ερωτευμένος άνδρας έχει αναλαμπές αξιοπρέπειας, ξεσπάσματα επιθετικότητας απέναντι στο αντικείμενο του έρωτά του, επειδή αυτός ο έρωτας τον βάζει σε μια θέση έλλειψης, εξάρτησης.  Για αυτό και μπορεί να επιθυμεί γυναίκες που δεν είναι ερωτευμένος , έτσι ώστε να επιστρέψει στην ανδροπρεπή  θέση που αναστέλλει  όταν είναι ερωτευμένος.

Οπότε Κατερίνα μη σκας. Δεν αξίζουμε τόσα δάκρυα οι άντρες.  ‘Oπως είπα και σε προηγούμενο πόστ “Έχει πόνους η ζωή πολλούς να μας κεράσει. Δε χρειάζεται να της φορτώνουμε φτιαχτούς δικούς μας”

=/=/=

Το φιλμ “pure” μπορεί κανείς να παρακολουθήσει δωρεάν από το mubi στα σουηδικά με αγγλικούς υπότιτλους με απλή εγγραφή. Κατά τη διάρκεια της ταινίας ακούγονται κομμάτια των από τη Φιλαρμονική του Γκέτεμποργκ, στοιχείο σπάνιο για ταινία και ιδιαίτερης αισθητικής αξίας.

Advertisements

Read Full Post »

Φεύγοντας από τη προηγούμενη δουλειά, το αφεντικό μου οργάνωσε goodbye dinner για να με αποχαιρετήσει. To ντίνερ περιλάμβανε σάντουιτς και χυμό μήλου για κάθε παρευρισκόμενο. Παρευρισκόμενοι ήταν ο ίδιος, 2 γραμματείς, 3 κανονικοί υπάλληλοι και η περίπτωσή μου. Τα σάντουιτς κόστισαν 28 ευρώ(4 ευρώ το καθένα)  και οι χυμοί 4 ευρώ και οι 2. Το σύνολο 32 ευρώ το ντίνερ, το οποίο έγινε στο γραφείο του.

Το θέμα που κυριάρχησε στη συζήτηση ήταν -αναπόφευκτα- τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας. Η συζήτηση ξεκίνησε με πολύ συμπόνια για το δράμα των συμπατριωτών μου και αγωνία για το πως θα ξεπεραστεί αυτή η δύσκολη συγκυρία. Να σημειώσω σε αυτό το σημείο ότι η συζήτηση ελάμβανε χώρα σε γραφείο που βρίσκεται στον πλέον ακριβό εμπορικό δρόμο των Βρυξελλών και αποστολή του ήταν να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα μιας μερίδας βιομηχάνων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης αναπόφευκτα ήρθε στη συζήτηση η χαμηλή συνεισφορά των συμπατριωτών μου στα δημόσια ταμεία. Κοινώς, το στερεότυπο “οι ‘Ελληνες δεν πληρώνουν τους φόρους τους”. Ναι, βέβαια, δεν είναι όλοι οι Έλληνες ίδιοι, ναι βέβαια δεν είναι και οι Βέλγοι πάντοτε συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους στην εφορία, αλλά ξέρεις, κάποια αιτία πρέπει να έχει το πρόβλημα και οι εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας την προσέφεραν εκείνη την εποχή συντονισμένα και με αριθμούς. Σε αυτό το σημείο επίσης να σημειώσω πως ο μισθός που μου προσφέρθηκε αρχικά,  ήταν πολύ πιο κάτω από τον βασικό και χωρίς διάθεση να υπογραφεί κάποιο συμβόλαιο. Συνεχίσαμε τη συζήτηση φτάσαμε στο άλλο μεγάλο θέμα εκείνων των ημερών, το υψηλότατο επίπεδο μέσου μισθού που απολαμβάνει ο μέσος Έλληνας.  Εκεί, αν και αρχικά επετεύχθη συμφωνία στο τραπέζι για τη χρόνια παθογένεια αυτή, και εγώ μάταια προσπαθούσα να αμφισβητήσω τους αριθμούς που απλόχερα είχαν επίσης προσφέρει η εφημερίδες, κατάφερα να επιφέρω μια ρωγμή ασυμφωνίας στη συζήτησή τους. Ο διαχωρισμός στο τραπέζι έγινε όταν (thank god!) το αφεντικό επανέλαβε το άλλο αγαπημένο στερεότυπο περί ανάγκης μείωσης των αποδοχών των εργαζομένων για να παραμείνουν ζωντανές οι επιχειρήσεις σε περίοδο ύφεσης. Σ’αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσω πως ποτέ όσο παρείχα τις συμβουλευτικές μου υπηρεσίες στο γραφείο, ακόμα και με το μικρότερο μερίδιο του λόγου που μου έπεφτε, δεν άφησα καμία τέτοια σχετική μαλακία να δημοσιευτεί ούτε ως κοινή συνισταμένη.

Προσπάθησα λοιπόν να εξηγήσω και να αναλύσω τη γνωστή αριστερόστροφη θέση, πως ο εργαζόμενος είναι επένδυση για την επιχείρηση και χωρίς το έργο του καμία επιχείρηση δε μπορεί να φτάσει στον αντικειμενικό της σκοπό που είναι το κέρδος. Οι συνάδελφοι μασουλώντας κίνησαν καταφατικά το κεφάλι. Για τα 6/7 του τραπεζιού αυτό αποτελούσε αντικειμενική αλήθεια. Για το 1/7, το αφεντικό, όχι. Είχα πάντως -παραδόξως- τη διάθεση να επιχειρηματολογήσω περαιτέρω μιας και δεν ένιωθα ότι κάτι με δεσμεύει πλέον απέναντί τους. Εξήγησα λοιπόν πως ακόμα και αν διαφωνούμε και το μαύρο του ενός είναι το άσπρο του άλλου, τα πράγματα μπορούν να σχετικοποιηθούν. Μπορεί δηλαδή να αναπτύξει κάποιος ένα οικονομετρικό μοντέλο, όπως κάνουν οι σωστοί φιλελεύθεροι οικονομολόγοι στις πολιτισμένες χώρες της δύσης στο οποίο θα μετράται η παραγωγικότητα του κάθε εργαζομένου λαμβάνοντας υπόψη το μοναδιαίο κόστος εργασίας του και το παραγόμενο προϊόν και να καταλήξει αν ο εργαζόμενος είναι βάρος ή καταλύτης κέρδους για την επιχείρηση. Προφανώς και με αυτά τα ανεπτυγμένα οικονομικά μοντέλα που με επιστημονικό μανδύα παρουσιάζονται ως επιχειρήματα και το προηγούμενο μήνα οδήγησαν μια από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της Ευρώπης να απολύσει 8.000 κόσμο δε συμφωνώ και τα θεωρώ παπαριές, αλλά και μόνο για να πάρω τη χαρά της αμφισβήτησης της μοναδικής αλήθειας του αφεντικού, με επιστημονικοφανή τρόπο -όπως μόνο εγώ ξέρω- τα παρέθεσα, και αντίρρηση δεν έλαβα.

Σε συνέντευξη που ακολούθησε μερικές εβδομάδες μετά για μια αρκετά υποσχόμενη θέση εργασίας είχα την ευκαιρία να ανταλλάξω τις απόψεις μου για το ρόλο του κράτους, τη φορολογία και τα προβλήματα της Ευρώπης με το εν λόγο εν δυνάμει αφεντικό. Δε θα σταθώ όμως σε αυτό. Θα σταθώ στο παράπονό του για τη χαμηλή συμμετοχή νέων στο συνέδριο που πριν από λίγους μήνες είχε διοργανώσει ο οργανισμός του και κατά γενική ομολογία είχε πολύ υψηλή εκπροσώπηση (CEO πολυεθνικών, διπλωμάτες, Επίτροποι απ’τη Κομισιόνε, και άλλα τέτοια χάη στοιχεία).  Οι διοργανωτές είχαν ορίσει το κόστος συμμετοχής στο εν λόγω συνέδριο στα 150 ευρώ ευελπιστώντας να προσελκύσουν όλη την δραστήρια/καινοτόμα/εξωστρεφή/παραγωγική νεολαία της Ευρώπης, ή τουλάχιστον τα καλύτερα δείγματα αυτής. Ο στόχος αυτός όμως δεν επετεύχθη. Μαζί με το παράπονό του λοιπόν για την υψηλή φορολογία και τις εισφορές που επιβάλλουν τα κράτη στις επιχειρήσεις στην Ευρώπη, διάλεξε -μόνος του- να αναφέρει και το πόνο του για τη χαμηλή συμμετοχή. Τη γραμμική σύνδεση μεταξύ υψηλών εισφορών-ανάλογων εισοδημάτων-αγοραστικής δύναμης-δυνατότητας συμμετοχής σε χάϊ κλας συνέδρια δε μπόρεσε να την κάνει. Έπρεπε να κάνω εγώ τον κακό πάλι.

Ίσως όμως τα πράγματα να μην είναι τόσο χάλια όσο τα περιγράφω. Ίσως στις Βρυξέλλες να εδρεύει η γη της επαγγελίας και των ευκαιριών για μας τους νέους αναζητούντες αξιοπρεπείς όρους ζωής. Ίσως όλα αυτά να είναι λεπτομέρειες μπροστά στους τεράστιους μισθούς που χορεύουν εδώ γύρω. Ίσως τέλος πάντων να κάνω λάθος. Αν όχι σε όλα, στα μισά από όσα υπονοώ γράφοντας αυτές τις ιστορίες.

Για αυτό σας παρακαλώ θερμά, αν έχετε στο παρελθόν είτε αυτοπροσώπως είτε κάποιος γνωστός σας αναζητήσει εργασία στην αγορά των Βρυξελλών, συμπληρώστε τη παρακάτω έρευνα και βοηθήστε με να βγάλω τα σωστά συμπεράσματα. Σας ευχαριστώ θερμά!

Read Full Post »

Στην Αμερική του 1947, λίγο μετά τη φρίκη του πολέμου, λίγο πριν το σκιάχτρο του μακαρθισμού , ο Jack Keruac έχοντας πλέον θάψει το πατέρα του, αποφασίζει να εξερευνήσει την επικράτεια με όχημα μια chevrolette και συντροφιά τον καλύτερό του φίλο Neal Cassady. Επιθυμία του ήταν να συλλέξει όσο πιο πολλές εμπειρίες μπορούσε ώστε να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα. Ο τρόπος ζωής που ακολούθησε κατά τη διάρκεια της περιοδείας, μεταδόθηκε και στο τρόπο γραφής του, και έδωσε ζωή σε ένα κίνημα που αργότερα ονομάστηκε αντικομφορμισμός. Το βιβλίο του περιγράφει τις περιπέτειες δυο φίλων, του Σαλ και του Ντίν καθώς εξερευνούν περιοχές άγνωστες σ’αυτούς μέχρι τότε, ανακαλύπτουν μουσικές και πειραματίζονται διαρκώς με το άλλο φύλο.

Η ταινία Οn the Road (Στο Δρόμο), του Walter Salles, γυρίστηκε με αφορμή το εν λόγω βιβλίο του Jack Kerouac το οποίο τον έκανε και διάσημο στην ομάδα λογοτεχνών της εποχής. Στη ταινία παρακολουθούμε δυο νέους άνδρες έτοιμους να ζήσουν κάθε στιγμή της περιπέτειας γεμάτους κίνητρα για δράση και ένταση. Η ταινία η ίδια είναι γεμάτη ένταση. Κάθε σκηνή αφηγείται και μια στιγμή όπου ένας τουλάχιστον ήρωας οδηγάει σαν παλαβός, ερωτεύεται παράφορα, κυνηγιέται από την αστυνομία, μαθαίνει ότι γίνεται πατέρας, μεθάει σε σημείο παραλογισμού και χορεύει σε βαθμό έκστασης. Τίποτα δεν γίνεται άνευρα. Όλα συμβαίνουν σαν να ξέρουμε από πριν ότι κάπου θα καταλήξουν. Όλα είναι κομμάτια μιας διαδρομής.

Οι ήρωες τις ταινίας δεν νοιάζονται ούτε για το παρελθόν ούτε για το μέλλον. Το μόνο που τους απασχολεί είναι να ζήσουν το τώρα. Κοιμούνται όπου τους βγάλει η νύχτα, χορεύουν swing μέχρι να παραλύσει το κορμί τους, αλλάζουν ερωτικούς συντρόφους σε κάθε πόλη, καταναλώνουν ρούμι σε κάθε ευκαιρία, γράφουν ποιήματα και ανακαλύπτουν τα ναρκωτικά.

Ήταν ωραία εκείνη η Αμερική, είχε δουλειές για όλους, είχε καλή φήμη σε όλο το κόσμο, είχε βιομηχανίες να πλασάρουν νέα μοντέλα αμαξιών, τζαζίστες να παίζουν σαξόφωνο στις πλατείες, και το κυριότερο, ένα μέλλον άγνωστο μεν αλλά μόνο καλύτερο θα μπορούσε να είναι.  Όλη χώρα στην αδρεναλίνη, σε διαρκή κίνηση και διάθεση για πειραματισμό.  Η Αμερική που έπαιρνε τα σκήπτρα από τη γριά τεμαχισμένη Ευρώπη και υποσχόταν ανάπτυξη και ειρήνη για όλο το κόσμο.Η Αμερική που γέννησε τη γενιά Beat.

Στη ταινία εκτός απ’την Αμερική της ευδαιμονίας, αποκαλύπτεται περίτεχνα ο εσωτερικός κόσμος του συγγραφέα. Ο ίδιος εσωστρεφής και λιγομίλητος, ο φίλος του ασυγκράτητος και υπερκοινωνικός. Η ζήλια και ο θαυμασμός ταυτόχρονα γίνονται η πηγή έμπνευσης του βιβλίου. Ο Σαλ ξεκινά κάθε διαδρομή με σκοπό να γράψει για αυτή στο τέλος, αλλά δε τα καταφέρνει πάντα, το ερέθισμα του το δίνει σχεδόν πάντα ο Ντίν. Ο Ντίν που αλλάζει τις γυναίκες με τις εποχές, που παρατάει τη δουλειά του σε κάθε πρόταση του Σαλ για μια νέα διαδρομή, που τον εισάγει στα ναρκωτικά και τα ερωτικά όργια.

Δεν είναι όμως μόνο ο Ντίν. Η δεκαεξάχρονη γυναίκα του, η πρώτη που θα δούμε να παρελαύνει, θα γίνει έμμονη ιδέα και για το συγγραφέα. Η Μαριλού είναι ένας θηλυκός Ντίν στα καλύτερα του. Το κορίτσι που σε λιώνει με ένα βλέμμα. Απίστευτα ερεθιστική, ακατάπαυστα σαγηνευτική. Πως να μη την ερωτευθεί; Πως να μη την ακολουθήσει στη κόλαση;

Σπάνια ένας συγγραφέας ανακαλύπτει σε τόσο τέλεια μορφή το άλλο του μισό σε γυναίκα και σε άνδρα. Σπάνια έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει τόσο βαθιά τον εαυτό του βάζοντάς τον σε αντιδιαστολή με τα κατάλληλα πρόσωπα που τον περιτριγυρίζουν. Και αν ακόμα τα καταφέρνει χωρίς αυτά, οφείλεται κυρίως στη τέχνη του λόγου και λιγότερο στη συγκυρία.

Σε ένα σημείο θα πει: “The only people for me are the mad ones, the ones who are mad to live, mad to talk, mad to be saved, desirous of everything at the same time, the ones who never yawn or say a commonplace thing, but burn, burn, burn, like fabulous yellow roman candles exploding like spiders across the stars and in the middle you see the blue centerlight pop and everybody goes “Awww!” Και το ταξίδι αυτό του έδωσε αυτή την ευκαιρία, να γνωρίσει τους πιο ζωντανούς ανθρώπους.

Στη παρέα του Jack Kerouac εκείνη την εποχή συγκαταλέγονται και ο Allen Ginsberg με το περίφημο ποίημα “howl” το οποίο σε κάποια στιγμή του έργου στέλνει με ειδική αφιέρωση στον Kerouac και οWilliam Burroughs με το “Naced Lunch”. To ποίημα “howl” (ουρλιαχτό) έγινε επίσης ταινία το 2010 και έδωσε μια πρώτη γεύση της ανάγκης για πειραματισμό και ερωτική απελευθέρωση που είχε εκείνη η γενιά. Το “naced lunch” το περιμένουμε.

Αξίζει κανείς να δει τη ταινία για να καταλάβει πως γράφονται τα βιβλία, αξίζει να τη δει για τη ματιά του Walter Salles που πριν μερικά χρόνια σκηνοθέτησε τα “ημερολόγια μοτοσυκλέτας” αξίζει επίσης για να απολαύσει τη Kristen Steward να ξετυλίγει με το ταλέντο της τη τέχνη της αποπλάνησης. Σε μένα η ταινία προσέφερε έναν κόσμο γεμάτο ελπίδα, ένα κόσμο που βιάζεται να ζήσει και να δημιουργήσει, όχι για το χρήμα και την ανάγκη, αλλά για τη καύλα του, για την ηδονή της στιγμής. Ένα νέο κόσμο που έχει βγει στο μέτρο του δυνατού όρθιος από τη καταστροφή και μια πατρίδα έτοιμη να τον υποδεχτεί. Την Αμερική του ’47-’50. Μια πατρίδα που σήμερα, την εποχή των τεράτων, ενώ βλέπεις τη καταστροφή να έρχεται δε μπορείς ούτε να φανταστείς που θα βρίσκεται όταν τη ξεπεράσουμε. Ίσως όμως να μην είναι αυτή η ανάγκη της εποχής. Ίσως η ανάγκη είναι να παραμείνουμε στο δρόμο. Να κρατηθούμε μέχρι να ανατείλει ο επόμενος καινούργιος κόσμος.

Read Full Post »