Feeds:
Posts
Comments

Archive for December, 2012

2012 in review

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2012 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

600 people reached the top of Mt. Everest in 2012. This blog got about 6,900 views in 2012. If every person who reached the top of Mt. Everest viewed this blog, it would have taken 12 years to get that many views.

Click here to see the complete report.

Advertisements

Read Full Post »

parthenonas

Ο Παρθενώνας είναι -αναγκαστικά- το ψηλότερο κτήριο της Αθήνας. Οι όροι δόμησης για το λεκανοπέδιο Αττικής δεν επιτρέπουν σε κανένα οικοδόμημα να ξεπερνά το ύψος του. Για αυτό το λόγο και στο κέντρο της πρωτεύουσας δεν υπάρχουν ουρανοξύστες η έστω υψηλά κτίρια. Το πνεύμα του νομοθέτη καλεί τους απόγονους των αρχαίων Ελλήνων να σεβαστούν αυτό το ιστορικής αξίας μνημείο παραχωρώντας του προνομιακή θέση στην πολεοδομία. Αυτή όμως η δικαιολογία είναι καθαρά προσχηματική. Η πραγματική αιτία είναι γνωστό πως αφορά στην τουριστική αξιοποίηση του μνημείου η οποία ανά πολλές δεκαετίες αποδεικνύεται επιτυχημένη.

Ο συμβολικός ρόλος του Παρθενώνα έχει ανά εποχές διχάσει την Ελληνική επικράτεια. Οι ακραίες εκφάνσεις αυτού του διχασμού είναι από τη μία πλευρά η προγονοπληξία και από την άλλη η πλήρης αποδόμηση. Η μεν αδυνατεί να δει το μνημείο πέρα από την μεταφυσική του διάσταση, η δε το κατηγορεί ως πηγή των ιστορικών ατυχιών και επιθυμεί για χάρη της προόδου να το καταστρέψει.

Γιατί μας απασχολούν όμως όλα αυτά; Τι σχέση έχουν με τη αρπαγή του νου από το παρελθόν;

Πέρα από το συμβολικό ρόλο του μνημείου στη συλλογική συνείδηση, η παράσταση που πήρε το όνομά της από αυτό, αναπτύσσεται γύρω από τους  Παρθενώνες που έχουν εγκαθιδρυθεί στο νου και στέκονται εμπόδιο σε κάθε μας ουσιαστική αλλαγή. Στα κεντρικά αυτά τα γεγονότα, των οποίων τη σημασία δεν μπορούμε να αγνοήσουμε χάριν της ατομικής προόδου.

Είναι πολύ σημαντικό για μένα να μην παρανοηθούν τα κίνητρά μου. Δεν σκόπευα να κάνω κακό. Δεν ήθελα να καταστρέψω. Δεν ήταν σκοπός μου να στερήσω αυτό που ήταν πολύτιμο. Αποζητούσα μόνο να απελευθερώσω από αυτό που θεωρούνταν αξεπέραστα τέλειο. Έβλεπα τον εαυτό μου να προσφέρει ένα δώρο, μια διέξοδο,μια πρόκληση. Άνοιξα το παράθυρο και τον είδα να αστράφτει μέσα στο ηλεκτρικό, πορτοκαλί πέπλο του. Είχα δίκιο. Έπρεπε να πέσει όποιο κι αν ήταν το τίμημα…

Έξι αποφασισμένοι βομβιστές όπως ο ήρωας του Χρήστου Χρυσόπουλου, με την ορμή εφήβου μέσα από την αφήγηση, τη δράση, το τραγούδι και το χορό μας εξηγούν πως καταρρίπτονται οι Παρθενώνες. Παίρνουν το θεατή από το χέρι, του τραγουδάνε γλυκά εισάγοντας τον στο σκοτεινό θάλαμο της ψυχής τους, του την ανοίγουν, του δείχνουν την ομορφιά που μαραζώνει κάτω από τον ιερό της βράχο, τις λέξεις που σκοτώνουν λίγο πριν σκοτωθούν και οι ίδιες, και εν τέλει τον φέρνουν αντιμέτωπο με το ερώτημα του τίτλου. Μπορεί ο νους να απελευθερωθεί από το παρελθόν;

Τι σημασία έχει αν μπορεί τη στιγμή που πρέπει; Τι νόημα έχει να συντηρούμε πολυτέλειες όταν αυτές μας σκοτώνουν; Ποιος ευγενέστερος σκοπός πέραν της συνέχισης του βίου μας; Αγάπη μου, σ’αγαπώ, αρκεί όμως η αγάπη για να μας σώσει; Μπορεί η ευγένεια να μη μας οδηγήσει στη παράνοια; Υπάρχει απάντηση στη βαρβαρότητα που ζούμε;

Σε μια στιγμή έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τον ηθοποιό. Ανασάνει ρυθμικά κοιτάζοντας με. Αναμένω. Μια φωνή μου ψιθυρίζει “είναι άσκηση, θα σου εξηγήσω μετά”. Ο ηθοποιός μου μιλά. Συνεχίζει σιγά σιγά ακυρώνοντας το θόρυβο όλης της πόλης.  Κάνει τη προσοχή μου να εστιάσει στο δικό του Παρθενώνα. Και τότε ξεκινά να τον γκρεμίζει πέτρα πέτρα. Δε μου εξήγησε κανείς τίποτα. Με κέρδισε όμως να ακούσω και να δω.

Σπάνια έχω τη δυνατότητα να παρακολουθήσω τόσο πλήρεις νοήματος παραστάσεις, μοναδικά δουλεμένες σκηνοθετικά, υποκριτικά και μουσικά. Και τώρα είναι η πρώτη φορά που γράφω κάτι για θέατρο. Έχοντας συγκλονιστεί από την ένταση της παράστασης και υποσχεθεί στον εαυτό μου να τη κάνω όσο είναι καιρός ακόμα γνωστή, παραθέτω τα στοιχεία παρακάτω και εύχομαι ο χρόνος  που έρχεται να φέρει και άλλες ανάλογα εξαιρετικές.

Το Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων παρουσιάζει την παράσταση με τίτλο «Παρθενώνας» από την Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων από τις 6 Δεκεμβρίου 2012κάθε Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο μέχρι 5/1 στις 21.15

Read Full Post »

Πολύ πριν καταλάβει κυρίαρχη θέση στο δημόσιο λόγο, η ζωή των Ελλήνων που ξεπερνούσε τα όρια των δυνατοτήτων της οικονομίας τους, ως σπόρος ενοχής φυτεμένος από τη φιλοκυβερνητική αφήγηση της κρίσης, είχε στοχοποιηθεί από τον αντισυστημικό χώρο, ως στοιχείο παρακμής μιας κοινωνίας που έχει γλυκά αποπλανηθεί από τη γοητεία του καταναλωτισμού.

Ο βίος πέραν των δυνατοτήτων βέβαια, καθρέπτιζε και μια εμπορική ανάγκη της εποχής. Η εύκολη πρόσβαση σε ρευστό υπέκρυπτε  αφενός τον ανταγωνισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων για διεύρυνση του πελατολογείου τους, αφετέρου τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας που επιθυμούσε την ενίσχυση της ζήτησης για κατανάλωση. Πιο συγκεκριμένα, η ευρωζώνη, παρά τις εγγενείς αδυναμίες τις οποίες βασανιστικά βιώνομε σήμερα, κατάφερε να ορθοποδήσει, συντηρώντας ένα σύστημα συγκράτησης της προσφοράς και της ζήτησης με χαμηλά επιτόκια όπου το ρόλο του παραγωγού-προσφέροντα είχαν αναλάβει οι βόρειες βιομηχανικές χώρες και το ρόλο του καταναλωτή οι νότιες-καταναλωτικές. Και έτσι το πείραμα μπορεί να μην ήταν εξίσου επιτυχημένο, ήταν όμως για όσους το σχεδίασαν ιδιαίτερα κερδοφόρο.

Η εύκολη πρόσβαση σε δανεικό ρευστό όμως έπαυσε κάποια στιγμή και οι αδυναμίες ήρθαν στην επιφάνεια. Τα νοικοκυριά που στήθηκαν όχι τόσο στο εισόδημα που προερχόταν από την εργασία αλλά στο εισόδημα που προερχόταν από πίστωση ήταν τα πρώτα που κατέρρευσαν. Και δεν αντέδρασαν και ιδιαίτερα αφού “σοφά” και έγκαιρα η κυβερνητική προπαγάνδα είχε φροντίσει να διαχύσει την ενοχή. Πολλά μέλη των νοικοκυριών μάλιστα, αναγνωρίζοντας μόνο τα προσωπικά τους λάθη, εσωτερίκευσαν σε τέτοιο βαθμό τη κρίση που έδωσαν τέλος από μόνοι τους στην ζωή. Την απάτη που είχε στηθεί γύρω από τον εύκολο δανεισμό δυστυχώς δεν κατάφεραν να τη δουν ή δεν είχαν το κουράγιο να την αντιμετωπίσουν. Εύκολες, και γι’αυτό ξεκάθαρα λαϊκιστικές επεξηγήσεις του τύπου “τα λεφτά από τις επιδοτήσεις πήγαν μόνο σε καγιέν αντί για ανάπτυξη” άνθισαν γρήγορα σαν τη μαστίχα στο υδρογενές έδαφος της Χίου.

Θα ήταν όμως τουλάχιστον άδικο να πιστώσουμε την απομυθοποίηση της ευδαιμονίας στη νεοφιλελεύθερη πολιτική επικοινωνία. Πολύ πριν καταλάβει το δημόσιο λόγο το δόγμα του σοκ, η κοινωνία του θεάματος και της σπατάλης είχε απαξιωθεί σε αμέτρητους τοίχους με συνθήματα ανά την Ελλάδα, είχε κολαστεί σε πάμπολλες θεατρικές παραστάσεις με θέμα τη σήψη που επιφέρει ο επίπλαστος πλούτος, και αναλυθεί σχεδόν σε κάθε επιστημονικό κείμενο που δεν ήταν προϊόν φορέων εξαρτημένων από την κίνηση μεγάλων κεφαλαίων. Η κορυφαία όμως λόγω του τελετουργικού της, αποκαθήλωση αυτού του νοήματος ήταν η καύση του χριστουγεννιάτικου δέντρου στη πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα 4 χρόνια πριν, 8 Δεκεμβρίου του 2008.

athens-christmas-tree

Στο δυτικό κόσμο οι εορτές για τη γέννηση του Ιησού έχουν μετατραπεί παντού σε ένα πολυήμερο εμπορικό πανηγύρι που επιβάλλουν την ανταλλαγή δώρων ανάμεσα σε κάθε ζωντανό οργανισμό μετέχοντα αυτού, και οδηγούν ψυχαναγκαστικά στην ανταλλαγή ευχών και χαμόγελων συντηρώντας ένα πλαστό κλίμα ευδαιμονίας. Στην Αθήνα των εξεγερμένων νέων του 2008, στην Ελλάδα που είχε φανεί πλέον πως είναι το πιο αδύναμο κομμάτι της δυτικής καταναλωτικής αλυσίδας λόγω του εκκωφαντικά χαμηλού εμπορικού ισοζυγίου, η οπτικοποίηση αυτής της απομυθοποίησης, ήταν το φωτεινότερο σήμα κινδύνου για τη κατάρρευση που έρχεται αλλά και η αποστολή του μηνύματος της ελπίδας πως άμα τη κατάρρευση αυτή τη χειριστούν τα μέλη της κοινωνίας που δεν υπήρξαν ευνοημένοι του συστήματος, το αύριο θα είναι ανθρώπινο, η μετάβαση θα είναι γιορτή και όχι θλίψη.

Τέσσερα χρόνια μετά, με τον πλέον οδυνηρό τρόπο, το μεγαλύτερο μέρος της Ελληνικής κοινωνίας έχει συνειδητοποιήσει πως ο τρόπος οργάνωσης της οικονομίας που συντηρήθηκε τη δεκαετία της γρήγορης ανάπτυξης, των μεγάλων επενδύσεων και των σχετικά εύκολων κερδών, ήταν τουλάχιστον αδιέξοδος. Για αυτό και η συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη έχει καταντήσει κυρίως κοινωνικό φετίχ και όχι στρατηγικός προσανατολισμός των ανώτερων τάξεων όπως παλαιότερα.  Έχει γίνει εμφανές πως σε περίοδο ύφεσης η κάθε ισχυρή κοινωνική ομάδα ανάλογα με τα ερείσματα της στα κέντρα λήψης αποφάσεων, επιδιώκει ξεκάθαρα σε βάρος της άλλης να διατηρήσει τα προνόμια και τις καταθέσεις τις οδηγώντας σε επίπεδα φτώχειας, βασανισμού και εξαθλίωσης τις πλέον ανίσχυρες με ρυθμό γεωμετρικής προόδου.

Είναι ιστορικά πρωτοφανές για το σύγχρονο Ελληνικό κράτος πόσα κοινωνικά κεκτημένα διαλύθηκαν τη περίοδο της ύφεσης, πόσα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατήθηκαν με την ασπίδα πάντα του εν λόγω κράτους που μέχρι πρότινος η επίσημη προπαγάνδα ονόμαζε καθρέπτη της κοινωνίας μας. Τώρα πια το κράτος έχει μετατραπεί σε προστάτη μονάχα μιας μικρής μερίδας πολιτών με υψηλά εισοδήματα τα οποία χωρίς προσχήματα προφυλάσσουν εκμεταλλευόμενοι την ευκολία μετανάστευσης μεγάλων κεφαλαίων σε χώρες-θησαυροφυλάκια. Αντίστοιχα, χωρίς αιδώ, γίνεται και η συγκάλυψη της κρατικής βίας σε βάρος αδύναμων διαδηλωτών, συνθέτοντας την εικόνα του κράτους-δυνάστη, του κράτους-βασανιστή, του κράτους προστάτη προνομίων των ανώτερων τάξεων.

Το πείραμα της συμφιλίωσης, αντίστοιχα με  αυτό της ευδαιμονίας χρειαζόταν ένα μύθο. Εν προκειμένω ο μύθος ήταν πως το κράτος θα στηθεί σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης με την υπόσχεση πως θα διανέμει δίκαια τον παραγόμενο πλούτο, συγκρατώντας τις αντιθέσεις μεταξύ αντίπαλων δυνάμεων και οικοδομώντας με το τρόπο αυτό τη κοινωνική ειρήνη. Η βία όμως και ο εξευτελισμός που καθημερινά βιώνουν όλο και περισσότερες κοινωνικές ομάδες, από κρατικούς και παρακρατικούς δρώντες,  συνιστά ένα ζοφερό περιβάλλον που κάθε άλλο παρά ταιριάζει στο μύθο της συμφιλίωσης.

Με αφορμή την πορεία στη μνήμη του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, το κυβερνών κόμμα, εξέδωσε μια εμφιλιοπολεμική ανακοίνωση γεμάτη παραλογισμό. Επιπλέον το νεοναζιστικό κόμμα σε προηγούμενη ευκαιρία είχε εκφράσει ανάλογες πολεμικές αντιλήψεις ως λύση στα προβλήματα της χώρας. Η διάθεση λοιπόν του πλέον κατεστημένου κομματιού του πολιτικού συστήματος όλο και φανερότερη γίνεται.

symfiliosi

Το Φεβρουάριο του 2012 με αφορμή την νομοθεσία που συνόδευε το πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων του Ελληνικού δημοσίου, είχαν γίνει πάλι διαδηλώσεις και συμβολικές πολιτικές κινήσεις. Μια από αυτές ήταν η διαρκής κρούση εκ μέρους μελών του αντισυστημικού χώρου του αγάλματος της εθνικής συμφιλίωσης που βρίσκεται στη πλατεία Κλαυθμώνος. Η εν λόγω κίνηση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η πιο ακριβής οπτικοποίηση της κρίσης που διέρχεται η όποια κοινωνική ειρήνη κατάφερε να οικοδομηθεί τα χρόνια της μεταπολίτευσης και ο μύθος που την ακολούθησε.

Βαδίζοντας προς ένα ακόμα πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων, με πολιτικούς όρους ακόμα πιο διχαστικούς και ταπεινωτικούς για τις κατώτερες τάξεις, και έχοντας παρακολουθήσει το σκεπτικό και τις προθέσεις του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος, ας αναλογιστεί κανείς τι του επιφυλάσσει το μέλλον, ποιο κοινωνικό περιβάλλον διαγράφεται και με τι όπλα πρέπει να παλέψει.

Read Full Post »

panoukla

Θυμάμαι να μαθαίνω για επεισόδια στα Εξάρχεια από την τηλεόραση στο κ.ψ.μ. Είχα σηκωθεί από τον απογευματινό λήθαργο για το βραδινό και μετά με περίμενε η σκοπιά 12 με 2. Ο τίτλος είχε ήδη γίνει “αστυνομικός πυροβόλησε 15χρονο” και στην απευθείας σύνδεση έβλεπες παντού φωτιές. Κανείς δε μιλούσε. Ρώτησα τους άλλους φαντάρους “τι έγινε;” και μου απάντησαν “πυροβόλησαν ένα παιδί”. Αυτό μόνο. Βλέποντας την Αθήνα να καίγεται πήρα το όπλο και συνέχισα να κάνω το καθιερωμένο νούμερο. Σε μία μέρα θα είχα έξοδο. Αυτό είχε σημασία.

Βγήκα τη Κυριακή εξοδούχος και πήγα κατευθείαν στο νοσοκομείο. Το καθιερωμένο δρομολόγιο από τα Μέγαρα στο Μέγαρο. Η μάνα μου φαινόταν καλύτερα και αυτό ήταν αρκετό. Στο θάλαμο που περάσαμε οικογενειακά τρεις μήνες μαζί με άλλους δυο ασθενείς έπαιζε συνέχεια μια τηλεόραση. Εκεί στις ώρες της βαρεμάρας έβλεπα  πάλι ειδήσεις και την Αθήνα να καίγεται. Μου ήταν αδύνατο ακόμα και να εκφράσω άποψη. Μόνο απέχθεια για όσα ζούσα και όσα έβλεπα να γίνονται ήθελα να εκφράσω αλλά προτιμούσα να μη μιλάω.  Δεν καταλάβαινα και πολλά από τον έξω κόσμο. Το βράδυ όταν φεύγαμε από το νοσοκομείο πηγαίναμε κατευθείαν στο σπίτι και πέφταμε για ύπνο. Το πολύ πολύ να έβλεπα κανένα μήνυμα στο φέησμπουκ. Όλοι είχανε βάλει μαύρη εικόνα στο προφίλ τους. Αλλά έτσι και αλλιώς δε μιλούσα με κανένα. Δεν προλάβαινα και δεν είχα και όρεξη. Μόνο με το κορίτσι μου μιλούσα.

Τη Δευτέρα μπήκα πάλι το πρωί στο στρατόπεδο. Το ενδιαφέρον μου είχε αυξηθεί μιας και όλοι μιλάγαν γι’αυτό. Η απαξίωση των ταραξιών έδινε και έπαιρνε. Εγώ σιγούσα. Το απόγευμα μαθαίνω ότι κάψανε το δέντρο στη πλατεία Συντάγματος. Άχτι το είχα. Μας είχε πρήξει ο Κακλαμάνης με το υψηλότερο δέντρο στην Ευρώπη. Πάει το υψηλότερο δέντρο. Κάηκε. Ησυχάσαμε.

Τη Τρίτη απόγευμα είχα πάλι έξοδο. Μία-μία με πήγαινε μιας και ήμουνα σειρά απολύσεως. Το καθιερωμένο δρομολόγιο για το νοσοκομείο. Συζήταγα με τους δικούς μου τις δηλώσεις του Κούγια και τις ερμηνείες του Πρετεντέρη. Όλα ήταν μια παρεξήγηση. Δεν έβγαζες άκρη. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δολοφόνησαν ένα παιδί και ότι ο κόσμος αντιδρούσε. Ευτυχώς κάποιος αντιδρούσε. Γιατί στο κόσμο που ζούσα εγώ όλοι σιγούσαν. Έπρεπε το πρωί να πάρω το λεωφορείο του στρατοπέδου. 6.15 πέρναγε από Αλεξάνδρας και Πατησίων. Πριν φύγω από το σπίτι ζητάω από το πατέρα μου λεφτά γιατί είχα ξεμείνει. “Δεν έχουν μείνει και πολλά” μου λέει. Μετά από τόσους μήνες εξετάσεων σε κάθε νοσοκομειακό εργαστήριο πως να έχουν μείνει. Δε λειτουργούσε ο ηλεκτρικός και πήρα ταξί. Εκεί άρχισα να μετράω πόσο θα μείνουν αν δώσω πεντάευρω για τη διαδρομή.  Πάλι το μυαλό μου αλλού ήταν.

Θυμάμαι το ταξί να διανύει τη Πατησίων κάνοντας ζιγκ ζάγκ το ξημέρωμα. Εκεί συνειδητοποίησα τι συμβαίνει. Δεξιά κάδος σκουπιδιών να καίγεται. Μετά από λίγο αριστερά οδοφράγματα. Μετά από λίγο δεξιά διαλυμένο πεζοδρόμιο χυμένο στο δρόμο. Πέτρες παντού και γλάστρες. Πάλι φωτιές. Κόσμος δεν υπήρχε μόνο εμπόδια. Φτάνω στην ώρα μου και μπαίνω στο λεωφορείο. Η ανάγκη για ύπνο με έκανε να τα ξεχάσω όλα προς στιγμή.

Στην επόμενη έξοδο θυμάμαι το ταγματάρχη να μου λέει “μη πας και ανακατευτείς με τους διαδηλωτές, δε θέλω μπλεξίματα” λες και τον ένοιαζε ή θα με ξανάβλεπε μετά από 2 εβδομάδες. Το πρόβλημα ήταν ότι είχα κανονίσει να πάω. Οπότε απλά του γέλασα αφήνοντας τον να καταλάβει ότι ήθελε. Πήγα.  Πριν φτάσω στο νοσοκομείο πέρασα από τη Νομική που είχε γύρω γύρω φωτιές και απ’έξω ματάδες. Ο κόσμος μπαινόβγαινε. Δεν είδα συγκρούσεις. Είδα όμως μια άλλη Αθήνα. Εντελώς διαφορετική. Την ένιωσα πολύ καλύτερα λίγες μέρες μετά με την άδεια απολύσεως.

Το Δεκέμβρη του 2008 γινόντουσαν συζητήσεις. Πολλές συζητήσεις. Όπου και αν ήσουν ο κόσμος συζητούσε το ίδιο θέμα. Γινόντουσαν αυθορμητες διαδηλώσεις. Μουσικές παραστάσεις. Συνελεύσεις. Έγινε κατάληψη της ΑΣΟΕΕ και επιτέλους η κατάληψη απέκτησε νόημα. Στήθηκε μπλόγκ και ο κόσμος ενημερωνόταν. Η διαστρέβλωση από τα μεγάλα κανάλια είχε γίνει ανυπόφορη. Έγινε κατάληψη στη ΓΣΕΕ. Επιτέλους το κτήριο άνοιξε και για τους μη εργατοπατέρες. Και τα γυμνασιόπαιδα είχαν σηκώσει κεφάλι. Κάθε λίγο και λιγάκι κάναν πορεία. Φεύγαν από τη Γκράβα και κατέβαιναν στη Πατησίων και την έκλειναν για λίγες ώρες. Έβλεπα μικρά παιδιά ασυνόδευτα να τραγουδάνε και να λένε συνθήματα. Ένιωθα κάτι να κινείται. Μέσα στη θλίψη που είχε βρει τη χώρα από τη δολοφονία και την αγανάκτηση από τα τόσα σκάνδαλα, ήταν ελπιδοφόρο. Έβλεπες κάποιον να αντιδρά.

Το Δεκέμβρη του 2008 ένιωθες ελεύθερος. Η αίσθηση πως οι δρόμοι σου ανήκουν, οι χώροι σου ανήκουν ήταν απελευθερωτική. Όσο και αν η λογική σου θύμιζε το αντίθετο. Οι πράξεις παρήγαγαν αποτέλεσμα. Ο κόσμος αντιδρούσε. Και παράλληλα δημιουργούσε. Εκείνο το πάρκο που στήθηκε στη Ναυαρίνου και το διαχειρίστηκαν οι κάτοικοι ήταν ένα μικρό σύμβολο. Η σήψη, οι νόμοι που δεν άγγιζαν τους ζαχόπουλους, τα δομημένα ομόλογα, το βατοπέδι, τις κατασκευαστικές των ολυμπιακών έργων, τις υποκλοπές, τα 28 δις στις τράπεζες, το παραδικαστικό, το παραθρησκευτκό, τις απαγωγές Πακιστανών, το στρατηγό άνεμο, όλο αυτό τον εμετό έπρεπε η κοινωνία να τον βγάλει.

Τέσσερα χρόνια μετά. Κανένας δε ξεχνά, τίποτα δε ξεχνιέται. Η δολοφονία του παιδιού, η επίθεση με βιτριόλι στη Κωνσταντίνα Κούνεβα, Ο ξυλοδαρμός του φοιτητή πάνω στη ζαρντινιέρα, οι δυο Αφγανοί που δε βγήκαν ποτέ ζωντανοί από το Α.Τ. Άγιου Παντελεήμονα, τα πιστόλια που έβγαλαν οι αστυνομικοί στις πορείες,το παιδί με τα πράσινα σταράκια, τα πλαστά κατηγορητήρια σε διαδηλωτές και τους κρατούμενους δίχως δίκη, τη φυλάκιση του Θοδωρή Ηλιόπουλου, του Γ. Δημητράκη. της Φαίης Μάγιερ.

Δεν καταδικάζουμε τη βία από όπου και αν προέρχεται. Μια κοινωνία που έχει συνειδητοποιήσει πως το σύστημα απονομής δικαιοσύνης έχει εκπνεύσει οφείλει τουλάχιστον να αντιδράσει για να το αναστήσει. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει να εξεγερθεί για να διεκδικήσει το δίκιο της. Να παλέψει συλλογικά και οργανωμένα με στόχο τους θεσμούς και σκοπό την επαναφορά τους. Για να μη βυθιστεί στη πανούκλα. Ξανά και ξανά. Όσες φορές χρειαστεί.

Read Full Post »