Feeds:
Posts
Comments

Archive for October, 2013

Αν τα μετράω καλά, γιατί δε θέλω κιόλας να τον αδικήσω, έχει σχεδόν πέντε χρόνια να βρεθεί με γυναίκα. Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, είναι λογικό να έχει επηρεαστεί από αυτή τη έλλειψη. Σχεδόν πέντε χρόνια λέω, επειδή τόσα πέρασαν από τότε που χώρισε με τη γυναίκα του. Και όταν λέω “να βρεθεί” εννοώ στο κρεβάτι, συναινετικά, χωρίς δηλαδή να χρειαστεί να πληρώσει. Γιατί απ’ότι θυμάμαι καμιά δυο φορές μου είχε ψιθυρίσει για κάτι κωλόμπαρα που επισκέφθηκε αλλά ούτε εγώ ήθελα να μάθω παραπάνω, ούτε αυτός είχε διάθεση να το υπερηφανευθεί. Το αντίθετο μάλιστα. Ήταν εμφανέστατο πόσο χάλια είχε περάσει από το βλέμμα του όταν το έφερε η κουβέντα.

Στη παρέα συνέχεια λέγαμε ότι ο χωρισμός του, θα μπορούσε τουλάχιστον, να ήταν πιο ανώδυνος. Όλες αυτές οι φράσεις βέβαια που ξεκινάνε με το “θα μπορούσε” είναι καταδικασμένες καινολογίες. Δε γινόταν όμως να μη το θίξουμε. Δε θέλαμε να αποδεχτούμε ότι αυτό που πέρασε έκτοτε ήταν κάτι φυσιολογικό. Τον συντροφεύσαμε σε στιγμές σπαραγμού σαν να ήταν το αναγκαίο τίμημα για τις στιγμές ευτυχίας που μας προσέφερε και εκείνος. Τον είδαμε να χορεύει στο γάμο δίπλα στη Σταυρούλα και δεν μπορούσαμε να τον αναγνωρίσουμε. Εκείνη τη φορά βέβαια ήταν για καλό. Τη κοίταζε συνέχεια στα μάτια. Συνέχεια. Με τέτοια δύναμη που έλεγες, δε γίνεται ποτέ να πάει να κάτι στραβά με αυτούς τους δυο. Βρέθηκαν μαζί όταν και οι δυο το θέλησαν και προχώρησαν όπως ένιωθαν και όχι όπως έπρεπε. Ούτε γονείς άκουσαν ούτε φίλους για τις δήθεν τυπικότητες που έπρεπε να τηρηθούν. Ο γάμος ήταν ένα πανηγύρι με τη καλή την έννοια. Ούτε γραβάτες, ούτε παπάδες, ούτε θείτσες να λιβανίζουν ούτε άγχη να τους κατατρέχουν. Έτσι και η ζωή που ακολούθησαν. Ελεύθερη και ήρεμη. Και με το πρώτο παιδί που ήρθε στο πάνω στο χρόνο, και με το δεύτερο λίγο αργότερα, η ευτυχία τους έμοιαζε ακλόνητη. Εντάξει, όλοι πατάμε στο έδαφος, όλοι βλέπουμε πως τρέχουν πράγματα στη ζωή πιο μίζερα και ψυχρά, έτσι και στη δική τους, αλλά αυτά ευτυχώς ήταν δευτερεύοντα. Όπως και να’χει, η ζωή τους όλη μέχρι να πεθάνουν οι γονείς της Σταυρούλας ήταν αξιοζήλευτη. Τους θαυμάζαμε και θέλαμε να τους μοιάσουμε.

Το φορτίο που τον βάραινε ήταν η ευθύνη για τους γονείς της. Δεν τα πήγαινε καλά με το πατέρα της και όταν εκείνος είχε παρουσιάσει αλλεργικό σόκ, ο Μιχάλης καθυστέρησε να αντιδράσει. Άργησε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο και αυτό ήταν καθοριστικό. Ένα χρόνο μετά πέθανε και η μάνα της Σταυρούλας που είχε μαραζώσει και η κοπέλα ήταν απαρηγόρητη. Δεν τα έριξε κατευθείαν στο Μιχάλη. Στην αρχή, παραδόξως, ήταν πολύ πιο ψύχραιμη. Με το καιρό όμως έχανε τις δυνάμεις της. Είχε να προσέξει τα παιδιά αλλά είχε και τη μάνα της που έδειχνε να μην αντέχει πολύ. Και η Σταυρούλα το είχε πάρει επάνω της. Η μάνα της ουσιαστικά αποκοιμήθηκε -για πάντα- πάνω στη πολυθρόνα, αλλά η Σταυρούλα δε το άντεξε. Τη πιάσαν όλες οι ανασφάλειες. Ένιωθε μόνη, ανίκανη να προστατέψει τους γονείς της, και να συνεννοηθεί με το Μιχάλη. Δεν είχε ξεσπάσει ουσιαστικά ποτέ πάνω του, που κρίνοντας εκ των υστέρων ίσως να ήταν και καλύτερα έτσι, αλλά αυτός τη πλήρωσε. Του ζήτησε να χωρίσουν λέγοντας πως θέλει να μεγαλώσει τα παιδιά της και να γίνουν υπεύθυνα στο μέλλον. Ήρεμα  τα έλεγε αυτά, αλλά δεν έβγαζαν νόημα.

Το να παρηγορούμε το Μιχάλη πως όλα αυτά που του έλεγε δεν πρέπει να τα παίρνει στα σοβαρά, ήταν αναγκαίο μεν αλλά και μάταιο.  Κανένας δε θέλει να θυμάται εκείνες τις μέρες. Ήταν ευχάριστο πως όλα αυτά έγιναν σε ένα πλαίσιο σχετικά ψύχραιμο γιατί έδωσε και στους δύο τη δυνατότητα να μη χαθούν, να μιλάνε συχνά πυκνά, όχι μόνο για τα αναγκαία που αφορούσαν τα παιδιά, αλλά και για πιο δικά τους θέματα. Μίλαγαν μεν, αλλά μαζί δεν ήταν. Και αυτό το Μιχάλη τον σκότωνε.

Στα τριανταεπτά μας, από ανάγκη, κάναμε ξανά τη ζωή του εικοσάρη. Βγαίναμε μετά τη δουλειά για μπύρες και γυρνάγαμε ξανά στη δουλειά το μεσημέρι. Αυτή ήταν και λίγο η χαρά του να έχεις δική σου δουλειά. Και ειδικά λογιστικό γραφείο σε εποχή που μόλις έχουν κατατεθεί οι δηλώσεις. Τουλάχιστον σε αυτό το κομμάτι “μας πήγε καλά” που λένε και οι νέοι.

Τα χρόνια όμως που ακολούθησαν ήταν δύσκολα για εκείνον. Θα ήταν καλύτερα να ξέρει ότι έχει τελειώσει οριστικά μαζί της, να το αποδεχτεί σε βάθος χρόνου και να προχωρήσει. Δεν έγινε όμως έτσι. Το μαρτύριο της αβεβαιότητας κράτησε για καιρό. Όπως και να το κάνουμε, δεν μπορείς να προχωρήσεις αν δεν έχεις λήξει οριστικά τη προηγούμενη ιστορία σου. Απ’την άλλη, υπάρχουν και αυτοί που λένε πως μόνο όταν έρθει η επόμενη γίνεται ξεκάθαρο ποια είναι η “προηγούμενη”.

Τέτοιες συμβουλές δε ξέρω τι αξία έχουν, και μάλλον γι’αυτό δε κατάφερα ποτέ να τον συμβουλέψω,  κατάφερα όμως να του δίνω κουράγιο. Δεν είναι ότι όλα στη ζωή του ήταν κάθε μέρα μαύρα. Ήταν ότι του έλλειπε το κίνητρο. Ήταν πέντε χρόνια αδιαφορίας για την ομορφιά της ζωής. Πέντε χρόνια διαρκούς εφευρετικότητας και για μένα, που έβαζα τον εαυτό μου να ανακαλύπτει ευκαιρίες μήπως και παρακινηθεί να “προχωρήσει”.

Είχαμε κάνει μερικά ταξίδια, είχαμε αρχίσει το ψάρεμα σχετικά επιτυχημένα, τρέχαμε στο γήπεδο της γειτονιάς που είχε στίβο και συχνά πυκνά πίναμε ούζα με τους υπόλοιπους απ΄τη παρέα στο αγαπημένο του στη Κάνιγγος. Αυτή ήταν και η μεγαλύτερή του απόλαυση. Εκεί κατάλαβα και εγώ τι ρόλο παίζει η παρέα σε όποια ηλικία και να είσαι.

Advertisements

Read Full Post »

dimart

—της Μυρσίνης Λιοναράκη—

Στις 22 Οκτωβρίου του 1964, η Σουηδική Ακαδημία βράβευσε τον απόντα από την τελετή Ζαν-Πολ Σαρτρ. Ο ίδιος είχε ήδη ανακοινώσει ότι δεν θα δεχτεί το βραβείο, ούτε και τις 273.000 σουηδικές κορόνες που το συνόδευαν. «Δεν θα δεχτώ ποτέ βραβείο είτε είναι σακί πατάτες, είτε Νόμπελ», είχε πει.

sartreΣε συνέντευξή του στο περιοδικό Nouvel Observateur είχε εξηγήσει την άρνησή του λέγοντας ότι: «Αν είχα δεχθεί το Νόμπελ —ακόμη και αν έβγαζα έναν προσβλητικό λόγο στη Στοκχόλμη, πράγμα που θα ήταν παράλογο—, θα γινόταν η επανένταξή μου». Ωστόσο, μία μέρα μετά την απονομή, στις 23 Οκτωβρίου 1964, ο Σαρτρ σε δηλώσεις του στη LeFigaro υποστηρίζει ότι λυπάται που η άρνησή του να παραλάβει το βραβείο έδωσε τροφή για σενάρια και σκάνδαλα, και διευκρινίζει ότι είχε ενημερώσει εγκαίρως την Ακαδημία. Άλλωστε, δεν ήταν η πρώτη φορά που αρνιόταν τιμές και διακρίσεις. Είχε ήδη αρνηθεί άλλα βραβεία, καθώς…

View original post 997 more words

Read Full Post »

Η αδιαφορία

ένα κείμενο του Αντόνιο Γκράμσι δημοσιευμένο στα Ενθέματα στις 10/3/2013 που για κάποιο λόγο παραμένει συνεχώς επίκαιρο.

AΡΧΕΙΟ ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ 2010- 8.5.2016

 του Αντόνιο Γκράμσι

μετάφραση: Κωνσταντίνα Ευαγγέλου

  Το κείμενο  που ακολουθεί περιλαμβάνεται στον τόμοPiove, governoladro! [Βρέχει,κλέφτες κυβερνήτες!] Editori Riuniti, Ρώμη 1996, σ. 59-60). Πρόκειται για πολεμικά κείμενα που σχολιάζουν τα ιταλικά ήθη και γράφτηκαν για την εφημερίδα-όργανο του ιταλικού σοσιαλιστικού κόμματος Avanti! μεταξύ του 1916 και 1918.

Κ. Ευ.

GRAMSCIΕίναι πράγματι ο δυνατότερος μοχλός της Ιστορίας. Αλλά αντίστροφα. Αυτά που συμβαίνουν, το κακό που ενσκήπτει πάνω σε όλους τους ανθρώπους, το εν δυνάμει καλό που μια πράξη αδιαμφισβήτητης αξίας μπορεί να προκαλέσει, δεν οφείλονται στην πρωτοβουλία των λίγων που πράττουν, όσο στην αδιαφορία, στην απουσία[1] των πολλών. Ό,τι συμβαίνει, δεν συμβαίνει τόσο επειδή μερικοί θέλουν να συμβεί, όσο διότι η μάζα των πολιτών εκχωρεί τη βούλησή της, κι αφήνει (κάποιους ελεύθερους) να πράττουν,  αφήνει να συσσωρεύονται οι κόμποι που στη συνέχεια μόνο το σπαθί μπορεί να κόψει, και επιτρέπει την…

View original post 565 more words

Read Full Post »

παρά/ποίηση

1384231_10153355445625716_516099002_n

Αφού για σένα είμαι

ξένος τώρα

πια και δε χωράω

στη δική σου την καρδιά θα φύγω

σαν ένας θεός

ξεθωριασμένος,  ξένος,

για πάντα ξένος. Εγώ που ήμουνα

θεός θα φύγω

τώρα σαν τρελός,  θα φύγω

σαν κυνηγημένος. Εγώ

που ήμουνα

θεός θα φύγω

τώρα σαν τρελός απόκληρος

και πικραμένος

Εγώ ο ξένος,

εγώ ο ξένος.

=====//=====

Θέλω απόψε να χορέψω δυο

στροφές  χορό αντρίκειο

το άδικο

που έχεις πως

ν αντέξω αφού

εγώ,

εγώ έχω το δίκιο

Κι όπως θα παίρνω τις στροφές εσύ

αν θέλεις κοίταζε με

Τα μάτια σου δυο μαχαιριές και εκεί

επάνω στο χορό

αποτελείωσε με

===//===

Eγώ

αγάπησα εσένα μήπως και

βρω παρηγοριά μα είναι

τα αισθήματα βγαλμένα απ’ τη σκληρή σου

την καρδιά

Όσοι είναι αισθηματίες την πατάνε

στην ζωή και σε λάθος

ιστορίες μπλέκονται

κάθε στιγμή

Όσοι είναι αισθηματίες όλο κλαίνε

δεν γελούν

αλλονών τις αμαρτίες τις πληρώνουν

και πονούν.

==//==

με αφορμή αυτό.

Read Full Post »

Ελευσίνα.

996810_10153267853640716_3741856_n

Πρόκειται για ένα πεζόδρομο που ξεκινά από τα Goody’s, κοντά στο τέλος της Ιεράς οδού, και καταλήγει στη παραλία. Πιο πριν προλαβαίνεις να δεις το σταθμό του τρένου, που χτίστηκε το 1884 και  θυμίζει επαρχιακή κωμόπολη. Αν κάνεις το λάθος και στρίψεις από την Εθνική αριστερά μπορεί να καταλήξεις στο Θριάσιο. Η υπόλοιπη πόλη μοιάζει με τους Αγίους Αναργύρους ή το Κερατσίνι. Χαμηλές πολυκατοικίες και επίπεδο έδαφος. Κόσμος που νιώθει Αθηναίος αλλά διοικητικά ανήκει στο Πειραιά. Κόσμος που νιώθει έξω από το κέντρο της πόλης κυρίως γιατί το κέντρο τον κάνει να νιώθει ξένο.

Ο πεζόδρομος αν τον περπατήσεις χαλαρά είναι γύρω στο δεκάλεπτο. Κάθε τέσσερα χρόνια περίπου τα μαγαζιά αλλάζουν. Ο κόσμος μένει ίδιος πάνω κάτω αλλά τα βαριέται και έτσι τα αφεντικά αλλάζουν όνομα και διακόσμηση. Πάντα όμως υπάρχουν δυο-τρεις διάσημες καφετέριες, ένα δυο αγαπημένα ουζερί και στο τέλος της διαδρομής στη παραλία τα τεράστια κλάμπ που θυμίζουν τα κέντρα διασκέδασης στο Λουτράκι, το Ρίο, τη Χαλκίδα, τη Ν.Μάκρη. Αυτό που ξεχωρίζει είναι ο αρχαιολογικός χώρος και το μεταβυζαντινό εκκλησάκι του αγίου Ζαχαρία στη πλατεία. Πνιγμένο στα οπωροφόρα και γεμάτο ίσκιο.

Ο Φαίδωνας είναι τόσα χρόνια εκεί και τους ξέρει όλους. Σταματάμε σε κάθε τετράγωνο, τους χαιρετάει, και έτσι φαίνεται πιο μεγάλη η διαδρομή. Τα μαγαζιά ακολουθούν το πνεύμα των καιρών. Γουάη-φάη, τζάζ και ρεμπέτικες βραδιές, μίνιμαλ πάντα αισθητική.

Στη παραλία κάνουν τέρμα και τα λεωφορεία. Ξεκινά ένας άλλος δρόμος. Που καταλήγει στο παλιό εργοστάσιο της ΤΙΤΑΝ. Αν πάρεις τη πρώτη ματιά βλέπεις μόνο τη θάλασσα, τη μεγάλη παιδική χαρά και τα νυχτερινά κέντρα. Μια πονηρή ψευδαίσθηση. Ότι δεν είσαι σε βιομηχανική περιοχή. Αυτό σου περνά απ’το μυαλό μέχρι και τη μικρή πλατεία με το θερινό σινεμά. Εκεί που ξεκινά η εγκατάλειψη. Τα κτήρια που έχουν γίνει τώρα πολυχώρος πολιτισμού για τα Αισχύλεια. Με τις καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις μέσα στις πρώην βιομηχανικές. Βλέπω να ξεπροβάλλει το ρητό του Becket: Ever tried, ever failed, no matter, try again, fail again, fail better.

Fail better Ελευσίνα. Και εσύ μαζί με την βιομηχανία που σε συντήρησε. Ζεις το μύθο σου πουλώντας τέχνη. Στην άκρη του λιμανιού σου είναι ένας ψαράς. Στα απόνερα των γερανοφόρων, στη σκιά της petrola, αναζητά τροφή. Κοροϊδεύει μάλλον και αυτός το χρόνο, κάνοντας υπομονή, δείχνοντας παραγωγικός, αγνοώντας το περιβάλλον. Μέχρι να περάσουν οι δύσκολες μέρες. Όπως όλοι, στο τόπο αυτό.

Read Full Post »

dyskola

ο χρόνος περνάει δύσκολα χωρίς εσένα. από τότε που έφυγες δε βρίσκει ανθρώπους να βασανίσει. δε τον μετράει κανείς. θυμάται τότε που είσασταν μαζί πόσο όμορφα περνούσε. ξυπνούσες και ήθελες να τον μάθεις πριν πας στη δουλειά. τον έκοβες κομμάτια για να φαίνεται πιο πολύς. έπινες καφέ στο διάλλειμμα και τον σκεφτόσουν. αναρωτιόσουν πόσο ακόμα σου απομένει μέχρι να γυρίσεις στη δουλειά. στα μεγάλα κέφια τον μοιραζόσουν με ενδιαφέροντα αρσενικά. όσο λίγος και να’ταν, μαζί τους φαινόταν ακόμα λιγότερος. όταν τ’αρσενικά μπαίναν μέσα σου τον παρακαλούσες να μη περάσει καν. ούτε δύσκολα ούτε εύκολα. να μη περάσει με τίποτα. έπειτα έψαχνες σαν εξαρτημένη να τον ξαναβρείς. του έδινες σημασία. τον έκανες να νιώθει ξεχωριστός. ζήλευες όταν τον παίρναν άλλες. ένιωθες σαν να το παίρνουν από σένα. τις κοίταζες σαν κλέφτρες. και εκείνος πέρναγε καλά. μέχρι που έμαθες να τον καις. και πήγαινες στη δουλειά χωρίς να τον σκέφτεσαι. και έκανες έρωτα χωρίς να τον μετράς. και κοιταζόσουν στο καθρέφτη χωρίς να τον αναγνωρίζεις. και ένιωθε μόνος. γιατί ήξερε πως η μόνη που του δίνει αξία ήσουν εσύ. και από τότε περνάει δύσκολα. και εσύ όμορφα.

Read Full Post »

felek

Έχω κάποιους γνωστούς που στις τελευταίες εκλογές ψήφισαν Χρυσή Αυγή. Είναι οικογενειακοί φίλοι πολλά χρόνια και σχεδόν ποτέ δε συζητούσαν πολιτικά. Η στάση τους απέναντι σε κάθε κυβέρνηση, πολιτικό φορέα ή δημόσιο οργανισμό ήταν μεταξύ δημόσιας καταγγελίας και ιδιωτικής κολακείας. Στις συζητήσεις πέταγαν ότι “όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι και μας κλέβουν“, και εκεί τελείωνε για αυτούς η κουβέντα. Στις συναντήσεις τους με οποιονδήποτε πολιτικό ή και δημόσιο υπάλληλο παρακαλούσαν για οποιοδήποτε ρουσφέτι θα έκανε τη ζωή τους ευκολότερη. Μέχρι εδώ τίποτα το ασυνήθιστο. Σε αυτή τη στάση θα αναγνωρίσει κανείς μεγάλα κομμάτια της Ελληνικής κοινωνίας.Οπότε παραθέτω κάποια παραπάνω χαρακτηριστικά. Κανείς από τους παραπάνω γνωστούς μου ψηφοφόρους της ΧΑ δεν έχει πανεπιστημιακή μόρφωση. Επίσης κανείς δεν ανήκει στην κατηγορία των υψηλών εισοδημάτων, ούτε ανήκε ποτέ. Την εποχή που η ισχυρή Ελλάδα της ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού ζούσε το θαύμα της, εκείνοι πάλευαν για το μεροκάματο και τα βασικά. Δεν ήταν τεμπέληδες, ήταν ιδιαίτερα εργατικοί, περισσότερο από εμένα που τους κατακρίνω. Αλλά οι ατυχίες της ζωής τους ακολουθούν κατ’ επανάληψη τα τελευταία χρόνια, πριν καν από την τυπική έναρξη της κρίσης στη χώρα μας: αρρώστιες, ανεργία, ναρκωτικά, μετανάστευση, χωρισμοί, ενδοοικογενοιακή βία και άλλα πολλά που δε σου είναι δύσκολο να φανταστείς. Και όπως καταλαβαίνεις, τα προβλήματα με την κρίση έχουν ενταθεί.Η εκκλησία στάθηκε πολλές φορές γι’ αυτούς καταφύγιο. Μα δυστυχώς, η εκκλησία μπορεί να προσφέρει θαλπωρή αλλά όχι τα μέσα για αξιοπρεπή διαβίωση. Και ο καιρός περνά, και οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται μεταξύ μιζέριας και αγανάκτησης. Ποτέ όμως δεν άσκησαν βία στο διπλανό τους. Ποτέ δεν έκλεψαν, ποτέ δε σκέφτηκαν να βλάψουν κάποιο συνάνθρωπο. Για “αυτούς που μας κυβέρνησαν” έχουν μίσσος. Το οποίο κατανοώ.
Στην ερώτηση “Γιατί Χρυσή Αυγή;” μου απάντησαν όλοι “για να καθαρίσει ο τόπος από τα λαμόγια”. Όσο οι χρυσαυγίτες στη βουλή έλεγαν καμιά κουβέντα παραπάνω ή χαστούκιζαν καμιά “εκνευριστική” κομμουνίστρια, το πράγμα λειτουργούσε τουλάχιστον ψυχοθεραπευτικά. Οι ναζήδες προσέφεραν σόου και υπόσχονταν κάθαρση. Ο ρατσιστικός λόγος δεν ενοχλούσε τους γνωστούς μου, κομμάτι και αυτοί της βαθιάς Ελλάδας που θεωρεί τον ξένο υπανάπτυκτο. Η στάση της ΧΑ όσον αφορά στο Μνημόνιο τους άφηνε αδιάφορους. Έτσι κι αλλιώς, και προ Μνημονίου αυτοί πάλι ως οι ρηγμένοι του συστήματος ένιωθαν.
Με δεδομένα τα παραπάνω, καθώς και την ανοχή – μέχρι πρότινος – της αστυνομίας στα εγκλήματα της ΧΑ, θεωρούσα πως ο μόνος τρόπος να αλλάξω μυαλά στους γνωστούς μου, ήταν μία ψύχραιμη συζήτηση για την οικονομία. Αν και αρχικά πίστευαν πως η ΧΑ τα βάζει με τους πλούσιους, κάτι κατάφερνα όταν τους ανέφερα τη στήριξη της ΧΑ στις φοροασυλίες των εφοπλιστών και τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών, που και αυξάνουν το χρέος μας “στους ξένους τοκογλύφους” και “δουλειές δεν ανοίγουν”, μιας και το χρήμα “δεν πέφτει στην οικονομία”. Μιά μικρή ρωγμή πετύχαινα στις βεβαιότητές τους και η “καθαρή” ΧΑ φαινόταν στα μάτια τους λίγο πιο βρώμικη.
Τις τελευταίες παρακολουθούμε όλοι μαζί το σόου της εξάρθρωσης της – ω, του θαύματος! – χαρακτηρισμένης πλέον εγκληματικής οργάνωσης. Το καλό είναι ότι αποκαλύπτεται το έγκλημα. Δολοφονίες, εκβιασμοί, ξέπλυμα χρήματος, προστασία, παρακράτος, όπλα, μαφία. Με αυτά δεν έχουν σχέση οι γνωστοί μου ψηφοφόροι της ΧΑ. Για την ακρίβεια, τα φοβούνται τόσο που ανησυχούν μήπως το “σύστημα” συλλάβει και τους ίδιους. Και αυτό είναι το κακό. Κανείς μας δεν έχει εμπιστοσύνη στο “σύστημα”, στη δικαιοσύνη, στους “πολιτικούς”. Οι ψηφοφόροι αυτοί της ΧΑ απομακρύνονται λοιπόν εκλογικά από τη ΧΑ προδωμένοι, εξαπατημένοι.
Από κοινωνική σκοπια όμως δεν αλλάζει κάτι ουσιαστικό. Αυτοί οι άνθρωποι παραμένουν στο περιθώριο. Και μαζί τους όλο και περισσότεροι Έλληνες βγαίνουν στο περιθώριο. Άλλη μια αρνητική στατιστική έρχεται σήμερα από τη Eurostat να μας το υπενθυμίσει. Έλληνες από εμάς που αξιώσαμε να ζήσουμε αξιοπρεπώς τις εποχές τις ισχυρής Ελλάδας. Χωρίς να κλέψουμε, χωρίς να παρακαλέσουμε, χωρίς να εξαπατήσουμε, όπως “οι πολιτικοί”.Το καρκίνωμα λοιπόν παραμένει. Μπορεί, ελπίζουμε, να αποφύγαμε την κρίσιμη μετάσταση, όμως η ασθένεια δε νικήθηκε. Όπως, φυσικά, δεν απωλέσθη και ο – χρήσιμος – πολιτικός ρόλος του εγκληματικού – κατά τα λοιπά – μορφώματος. Κάποιος χρειάζεται μέσα στο Κοινοβούλιο να ψηφίζει προς όφελος των οικονομικών συμφερόντων που ανέβασαν τη ΧΑ στη σημερινή της θέση. Αν δεν μπορεί να είναι η ίδια η ΧΑ, θα πρέπει να εφευρεθεί κάποιος άλλος.
Πριν όμως φτάσει κανείς να απαντήσει στο πολιτικό σκέλος, ας αναρωτηθεί για το κοινωνικό. Πώς θα ήταν μια δημοκρατική κοινωνία που δε δημιουργεί περιθώρια; Που δίνει συνεχώς ευκαιρίες; Που δεν έχει ανάγκη το παρακράτος; Που δε ζει σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης; Ίσως μια Ομοσπονδιακή Γερμανία μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο? Με αποκεντρωμένες εκτελεστικές εξουσίες και αρμοδιότητες σε τοπικό επίπεδο. Με τη δικαστική εξουσία να αντλεί το κύρος της από τις δίκες της Νυρεμβέργης και την οικονομία να βασίζεται σε ανταγωνιστική βιομηχανία και όχι σε φούσκες. Με επιχειρήσεις που σέβονται τον εργαζόμενο, τα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια του και επενδύουν σε αυτόν και τη συνεισφορά του. Με προοδευτικό εκπαιδευτικό σύστημα που αναδεικνύει τα πλεονεκτήματα της διαφορετικότητας και προσφέρει στα παιδιά ελεύθερο και δημιουργικό χρόνο, παιχνίδι, συλλογική γνώση και ευφυΐα. Με  ηγεσίες που λογοδοτούν σε αυτούς που τις εξέλεξαν και δεν αποφεύγουν την ευθύνη βασίζοντας την επιβίωσή τους αποκλειστικά στην εικόνα και την επικοινωνία.Βέβαια δεν ξεχνά κανείς πως η μεταπολεμική Γερμανία ήταν πολιτικό υποχείριο των νικητών του πολέμου. Οι Γερμανοί χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να επανακτήσουν μέρος της ελευθερίας τους. Κάθε κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, άλλωστε, έχει τα ελλατώματά του.
Αναρωτιέμαι λοιπόν αν είναι αναγκαίο να βυθιστούμε στη παρακμή ακόμα περισσότερο σαν κοινωνία, για να επανεφεύρουμε τα αυτονόητα: πως η απάντηση στον αυταρχισμό είναι η διεύρυνση και η ενδυνάμωση της δημοκρατίας, της πολιτικής συμμετοχής, της ισχύος των δικαιωμάτων. Πώς η απάντηση στην οικονομική παρακμή είναι οι ουσιαστικές και λελογισμένες παραγωγικές επενδύσεις, σε αρμονία με τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών. Μακριά από παντός είδους παρασιτισμούς και εικονικές φαντασιώσεις “ανάπτυξης” κατέργου.Απ’ότι παρατηρώ, μάλλον η καταβύθιση αυτή είναι αναπόφευκτη, όσο οι “υγιείς δυνάμεις” του τόπου, ωσάν ωραίες πριγκηποπούλες κλεισμένες στο καβούκι της δικής τους φανταστικής ελίτ, έχουν κυριευτεί από το φόβο της “μόλυνσής” τους από αυτήν την άτιμη, την ανελέητη κοινωνική πραγματικότητα. Αντιπαλεύουν δράκους, “ακραίους εγκληματίες” ένθεν κακείθεν όπως στη Γερμανία τη περίοδο 1928-1930, σε μια δική τους ανάγνωση του παραμυθιού, ενώ ο κίνδυνος είναι γύρω μας, ανάμεσά μας, μέσα μας.
Αν το ένα πρόσωπο της απανθρωπιάς είναι ο αυταρχισμός, ο παράλογος καταναγκασμός, η βία απέναντι στον ανίσχυρο, το άλλο είναι ο ελιτισμός. Η αίσθηση της ανωτερότητας λόγω του χρήματος και της καλλιέργειας, ο παράλογος φόβος που δημιουργείται όταν αυτά απειλούνται, και η βία που επιστρατεύεται για να τα προστατεύσει. Την τρέφει το ίδιο μας το σύστημα την απανθρωπιά, με το αυταρχικό του κέντρο και τα απελπισμένα του περιθώρια.

Read Full Post »

Older Posts »