Feeds:
Posts
Comments

Archive for November, 2013

Yerevan

??????????????????????

Έτυχε να εισέλθω στη πόλη δυο διαφορετικές φορές. Στο ίδιο ταξίδι. Η μία ήταν νύχτα, αρκετά πριν το ξημέρωμα, κάνοντας τη διαδρομή από το διεθνές αεροδρόμιο Zvartnots μέχρι τη γειτονιά του Baghramyan που θεωρείται αρκετά αναβαθμισμένη. Είναι εντυπωσιακό το διεθνές κομμάτι του αεροδρομίου, σε αντίθεση με την πρωτεύουσα που υστερεί σε υποδομές. Οδηγοί ταξί περιμένουν τους επισκέπτες και ποντάροντας στην άγνοιά τους χρεώνουν υπερβολικά ποσά και παζαρεύουν τα πάντα. Η πρώτη είσοδος δεν ήταν αρκετά διαφωτιστική. Και κυριολεκτικά λόγω νύχτας και μεταφορικά λόγω απουσίας συζήτησης κατά τη κούρσα. Μόνο για τα προϊόντα Ararat έμαθα, πως πρόκειται για αρκετά τρόφιμα, ποτά και αναμνηστικά που φέρουν όλα το ίδιο όνομα και λογότυπο λόγω της εμπορικής αξίας που έχει το εν λόγω Όρος. Το οποίο βέβαια γεωγραφικά ανήκει στη Τουρκία, αλλά πολιτιστικά το διεκδικεί η Αρμενία λόγω χριστιανικής παράδοσης.

Η δεύτερη είσοδος έγινε ξεκινώντας από το Tsaghkadzor. Μια περιοχή αρκετά πιο βόρεια από το Yerevan η οποία λειτουργεί σαν χειμερινό τουριστικό θέρετρο πολυτελείας. Εικάζω πως αρκετοί τουρίστες με γεμάτα πορτοφόλια φυγαδεύονται εκεί από τους οδηγούς τους, προστατευόμενοι από τις εικόνες φτώχειας που υπάρχουν στη πρωτεύουσα. Ήταν όμως αξέχαστη εκείνη η διαδρομή. Είχαμε ξεκινήσει από δρόμο γεμάτο χιόνια αλλά ευτυχώς και ήλιο και καταλήξαμε σε ξηρό ανοιξιάτικο κλίμα, φυσιολογικό για την ανοιξιάτικη εποχή. Στην εθνική οδό πολύ συχνά παρατηρεί κανείς κλιμάκια της αστυνομίας τα οποία σταματούν αυθαίρετα αυτοκίνητα με πινακίδες άλλου κράτους για να επιβάλλουν πρόστιμο βάση κανόνων που δεν είναι σε κανέναν γνωστοί. Προφανώς ελπίζοντας να καρπωθούν οι ίδιοι οι αστυνομικοί τα εισπραχθέντα.

Εντύπωση δημιουργεί επίσης ο γεωγραφικός διαχωρισμός της ανώτερης τάξης. Σε ένα λόφο, στο δρόμο προς τη πρωτεύουσα, αρκετά εμφανές από χιλιόμετρα μακριά, βρίσκεται το σύμπλεγμα πολυτελών κατοικιών που ανήκουν στους “ολιγάρχες”. Έτσι αποκαλούν και τα ίδια τα νέα παιδιά του Yerevan το πολιτικό κατεστημένο που κυβερνά τη χώρα στη μετασοβιετική εποχή, οι περισσότεροι εξ’αυτών, είχαν υπηρετήσει στο παρελθόν την KGB. Όπως επίσης θαυμάζει κανείς τεράστια αγάλματα του Λένιν, μνημεία μαχών του κόκκινου στρατού και σύμβολα όπως το άστρο της επανάστασης και πελώρια σφυροδρέπανα, που θυμίζουν μια εντελώς(;) διαφορετική εποχή.

Η νέα γενιά πάντως την έζησε ελάχιστα εκείνη την εποχή, τη περίοδο που είχε φτάσει στο απόγειο του εκφυλισμού της, και έτσι η στάση της απέναντι σε οτιδήποτε σχετίζεται με το σοσιαλισμό είναι επιφυλακτική. Είναι διάχυτη η λεγόμενη κουλτούρα ευρωπαϊσμού που υπάρχει σε όλες τις γειτονιές. Οι νέοι ποτίζονται συνεχώς με ενέσεις δυτικού πολιτισμού. Από τα γνωστά μέσα. Τη τηλεόραση και το κινηματογράφο. Θέλουν να καταναλώσουν, να περιποιηθούν εμφανισιακά, να ταξιδέψουν στο κόσμο, να κινηθούν επιχειρηματικά και να δικτυωθούν κοινωνικά. Οτιδήποτε σχετίζεται με το δημόσιο χώρο ως πεδίο άσκησης πολιτικής και αντιπαράθεσης θεωρείται παρωχημένο. Και ο δημόσιος χώρος καθαυτός είναι υποβαθμισμένος. Από τις γειτονιές δίχως τουριστικό ενδιαφέρον μέχρι τα συστήματα κυκλοφορίας και διαχείρισης απορριμμάτων.

Παρ’όλα αυτά η “ευρωπαϊκή ιδέα” συνεχίζει να συγκλονίζει. Η Δύση εμφανίζεται πάντα ως ο σωτήρας που θα συμβάλει στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των -τεράστιων- φυσικών πόρων, ως ο καταλύτης που θα διαλύσει τα κυκλώματα διαφθοράς, ως η κουλτούρα που θα βγάλει το κόσμο από τη καταπίεση και θα τον οδηγήσει στην ελευθερία. Στερνή μου γνώση να σ’είχαν πρώτα. Ευτυχώς οι γεροντότεροι κρατάν μικρό καλάθι. Στέκονται απόμαχοι αλλά σοφοί στα καφενεία και τις γειτονιές, έτοιμοι να προχωρήσουν σε μεγάλες συζητήσεις αν ο συνομιλητής φανεί αξιόπιστος. Αλλιώς κρατούν κλειστά στόματα. Πολλά κλειστά στόματα και λογοκρισία. Τιμούν όμως το εθνικό χόμπι, το σκάκι, μετά μανίας.

Σε μια από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές, στην οδό Shevchenko , βρίσκεται η εθνική ακαδημία σκακιού, υπερήφανη για αμέτρητους παγκόσμιους πρωταθλητές, όπως και η ακαδημία χορού, δείγμα ότι μπορεί οι εποχές να αλλάζουν αλλά το πολιτιστικό κεφάλαιο δεν υποχωρεί εύκολα. Υπάρχει και μια τεράστια στεγασμένη αγορά, στο Hanrapetutyan, όπου κάθε λογής έμποροι παζαρεύουν τη πραμάτεια τους βασιζόμενοι σε εντελώς υποτυπώδη μέσα συντήρησης, μεταφοράς και “προβολής”. Οι κατασκευές από ξύλο είναι σε κάθε πάγκο και σε κάθε δυνατή μορφή. Οι έμποροι είναι χαμογελαστοί με τους περαστικούς και αυστηροί με το εμπόρευμα τους όσον αφορά τη ποιότητα. Αυτό δημιουργεί και ένα σεβασμό. Νιώθεις πως παρά το παζάρεμα, κάθε πράγμα έχει μια αξία, και δεν υπάρχει λόγος να ευτελίζεται. Στο τέλος αγοράς καθώς υποχωρεί το υπόστεγο, εμφανίζεται το μεγαλειώδες Αραράτ. Η όψη του δεν άφησε κανένα επισκέπτη ανεπηρέαστο.

Τα βράδια ανάβουν αμέτρητα φώτα. Πανάκριβα αυτοκίνητα κυκλοφορούν σε δρόμους με ελάχιστα φανάρια. Ιδιωτική αστυνομία συνοδεύει μπίζνεσμεν που απολαμβάνουν την πλήρη έλλειψη ελέγχου στις δραστηριότητές τους. Δημόσια αστυνομία, συνοδεύει, κλείνει δρόμους και δημιουργεί μεγαλύτερη κυκλοφοριακή σύγχυση στο πέρασμα κρατικών αξιωματούχων. Ακόμα και για ασήμαντες διαδρομές όπως από το σπίτι μέχρι το καζίνο. Ξεχωρίζει όμως από παντού στο κέντρο της πόλης το υπερυψωμένο σε λόφο τεράστιο άγαλμα της “μητέρας Αρμενίας” και η πλατεία δίπλα από την Εθνική όπερα όπου πιτσιρικάδες παίζουν μπάλα τα απογεύματα.

Έλεγα στον πατέρα μου πως παρατηρώντας όλα τα παραπάνω, και προσθέτοντας έναν διάχυτο κοινωνικό συντηρητισμό, που έχει να κάνει με την παρθενία, την απιστία, και εν γένει το ρόλο της γυναίκας, εμφανίζεται μπροστά μου κάτι σαν την Ελλάδα του ’50 που εγώ δεν έζησα καθόλου αλλά εκείνος πολύ έντονα. Και μου λέει πως αν απομονώσω γεγονότα και περιστατικά έχω δίκιο, είναι όμως δύσκολο να ταυτίσεις διαφορετικές ιστορικές εποχές. Δεν αντιλαμβάνεται, πως είναι δυνατόν να κάναν τόσα βήματα πίσω όταν είχαν πληθώρα αγαθών στο παρελθόν; Πως είναι δυνατόν ούτε τότε ούτε τώρα να μην είχαν ελευθερία; Και μάλιστα τώρα, να ελπίζουν σε κάτι τόσο μάταιο. Αλλά πάλι, πότε έπαψαν οι άνθρωποι να ελπίζουν σε κάτι μάταιο;

Advertisements

Read Full Post »

Oλιγόλεκτα

by @tzitzos

by @tzitzos

Τα βράδια δούλευε το πρωί κοιμόταν. Πότε να προλάβει να γράψει ποίηση; Στον αδελφό της έγραφε μόνο. Από το πισί. Μέηλ με τα νέα του σπιτιού για να τα μαθαίνει στο εξωτερικό που βρισκόταν. Και την ιστορία της γενιάς μας. Χωρίς να το ξέρει.

//

Η πρώτη φορά που αντιμίλησα σε αξιωματικό. Όταν τον είδα να πάλλεται απ’το φόβο. Μπροστά στη κίνηση μιας σφίγγας. Τον απειλούσε. Και εγώ; Μου έμαθαν άμα δε βλέπω ρούχα να μη ντρέπομαι να φωνάξω πως ο βασιλιάς είναι γυμνός.

//

Ένας μεγάλος φάκελος. Αυτό είπα στη γιαγιά μου πως είναι το λάπτοπ. Δεν πρόλαβε να γνωρίσει ούτε το σμαρτφον ούτε τις ταμπλέτες. Μόνο εκείνες για το σάκχαρο. Ποτέ τις ψηφιακές. Που άλλωστε χωράνε και σε φάκελο. Κανονικό.

//

Η πορεία της από τη δόξα προς τη καταστροφή. Μια πορεία εγωκεντρική και δημόσια. Απ΄το κενό αέρος το φωτεινό στη περιφέρεια των αστεριών. Στο υπερπλήρες σκόνης το σκοτεινό στο κέντρο της αδιαφορίας. Η πτώση.

//

Το κεκλιμένο έδαφος. Αυτό που με υπομονή πατούμε. Και μας κινεί προς τα κάτω. Και νομίζουμε πως περπατούμε. Από όποια πλευρά και αν το δεις. Εξ αιτίας του βάρους μας αγανακτούμε. Ενώ μ’ενα φιλί, ξαφνικά πετούμε.

 

(συμμετοχή στα ολιγόλεκτα* της bibliothèque)

* Τα oλιγόλεκτα είναι μια ανοιχτή πρόσκληση για γραφή. Απαιτούν ένα τεχνικό όριο, πάντα αυθαίρετο, στη συγκεκριμένη περίπτωση τον αριθμό των 172 γραμμάτων, μήκος που έχει η μεγαλύτερη λέξη της Ελληνικής, στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη.

 

Read Full Post »

όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο πολλά μαζεύονται απ’αυτά που χρωστάμε στον εαυτό μας. αθροίζονται όσο ξεπληρώνουμε αυτά που χρωστάμε σε τρίτους. ένα δίκοπο μαχαίρι. απ’τη μια λεπίδα και απ’την άλλη λεπίδα. η φρύνη λέει πως ορισμένοι άνθρωποι χρειάζεται να προσπαθήσουν ελάχιστα. ορισμένοι πάλι χρειάζεται να προσπαθήσουμε υπερβολικά.

υπερβολικά. η κατάλληλη λέξη για να χαρακτηρίσουμε το αντίθετο του βολικά. εκεί που πιστεύει κανείς πως υπάρχει κάτι περισσότερο από το βολικά, κάτι ευτυχέστερο, καταλήγει στην υπερβολή. μια παγίδα που είναι έτοιμη να τον καταπιεί.

σήμερα συνάντησα ένα κορίτσι και μου είπε για μια παράσταση χωρίς λόγια. μόνο με κινήσεις. περφόρμανς. πας εκεί και μόνο βλέπεις. δεν ακούς. η μπορεί και να ακούς. και να κάνεις πως δε βλέπεις. γιατί μπορεί να μη βλέπεται. η παράσταση. όχι το κορίτσι.

θα πάρω τη φρύνη να πάμε μαζί στη παράσταση. δε θα προσπαθήσουμε πολύ. δε θα προσπαθήσουμε υπερβολικά. θα κάνουμε περφόρμανς. θα παίξουμε τους θεατές. δε θα μιλάμε ούτε εμείς. λεπίδα αυτοί, λεπίδα και εμείς. και στο τέλος δε θα πληρώσουμε. θα χρωστάμε σ’αυτούς. το χρωστάμε άλλωστε στον εαυτό μας.

Read Full Post »

κάθε μέρα

zilevopoly

Ζω εδώ και χρόνια σε ένα πολύ ήρεμο χωριό που λέγεται Ριούκαν. Η ζωή εδώ δε διαφέρει και πολύ από οποιαδήποτε άλλη επαρχία της χώρας. Το μεγάλο μας αξιοθέατο είναι οι καταρράκτες, και οι επισκέπτες που έρχονται συχνά, ενθουσιάζονται. Τους βλέπεις άλλωστε και εσύ την ίδια εποχή. Εργάζομαι σαν δάσκαλος στο σχολείο αλλά η δουλειά μου δεν είναι ευχάριστη. Όχι γιατί δεν έχω αρκετά παιδιά, ή δεν παίρνω αρκετά χρήματα, ή επειδή το σχολείο δεν είναι εξοπλισμένο. Κάθε άλλο. Όλα αυτά υπάρχουν αλλά μερικούς μήνες λείπεις εσύ. Και όταν λείπεις εσύ τα παιδιά δεν έχουν κέφι. Τα λουλούδια δεν ανθίζουν στην αυλή. Και η ζωή μας εδώ δεν έχει τόσο χρώμα. Είναι τα πράγματα μισά χωρίς εσένα και στενάχωρα. Δε θέλω να σε κλέψω από κανένα. Όμως ζηλεύω. Τουλάχιστον να μπορούσα να σε μοιράζομαι. Να μη μου φεύγεις μαζί με τα καλοκαίρια. Να μη σε στερούμαι αφού τόσο σ’έχω ανάγκη. Να βρω ένα τρόπο. Να σε βλέπω, να λάμπεις, και να χαμογελώ.

Read Full Post »

συνέχεια από το part1

Του άρεσε να παίρνει αυτός τηλέφωνο και να μας προσκαλεί όταν είχε όρεξη για ούζα. Όποτε είχαμε προσπαθήσει εμείς, πάντα δεν μπορούσε. Ας είναι. Αφού έτσι και αλλιώς καλά περνάγαμε. Τον είχαν πάντως κερδίσει τρία πράγματα. Ο κρυφός χαρακτήρας του μαγαζιού, μιας και ήταν σε στοά και δε το ξέραν πολλοί, οι απίστευτοι μεζέδες, και η το κέφι του ιδιοκτήτη. “Καλό κοπέλι είσαι, λεβέντικο κορμί, μα ξένος απ’τη Κρήτη”, του’χε πει για να τον καλοπιάσει μια φορά και έκτοτε του’βαζε λόγια για την ομορφιά του νησιού, και του άνοιγε την όρεξη. Και δώστου σύγκλινο, και δώστου απάκι, και δώστου στάκα. Και να ρέει η τσικουδιά ασταμάτητα. Κάθε φορά που πηγαίναμε γινόταν τελετή. Κάθε φορά και αξέχαστη.

Έκανε σχέδια. Όταν είχε τις καλές του έκανε σχέδια μεγάλα. Μας έλεγε να στήσουμε όλοι μαζί μια επιχείρηση στο κάμπο να κάνουμε βόλτες τουρίστες με αερόστατο. Να έχει καλό καιρό, να βλέπουν οι τουρίστες θάλασσα, στεριά, κορφές ποτάμια, λίμνες όλα σε 2 ώρες το πολύ.  “Ασύγκριτη εμπειρία, μοναδική. Όπου και αν πας στο κόσμο βλέπεις μόνο ένα είδος τοπίου να επαναλαμβάνεται. Εδώ βλέπεις ένα σωρό εναλλαγές. Δεν είναι αυτό συγκριτικό πλεονέκτημα;” ρώταγε.

Σκεφτόμουν πολλές φορές πόσο ευεργετικό θα ήταν αν άλλαζε δουλειά. Αν έκανε κάτι που δε του φαινόταν τόσο μίζερο. Όλες οι δουλειές βέβαια έχουν τη μιζέρια τους, τη ρουτίνα τους, αλλά άλλο κάτι που το φαντάζεσαι και άλλο κάτι που το ζεις ήδη και σε φθείρει. Δεν είναι βέβαια εποχή για ανοίγματα. Στο γραφείο κάθε μήνα είχαμε και από ένα τηλέφωνο για να κλείσουμε βιβλία. Η τάση αυτή την εποχή είναι οι επιχειρήσεις να ξεπουλάνε και μετά να κλείνουν. Εκεί που είχαμε το κεφάλι μας ήσυχο πως η δουλειά ρεγουλάρει όταν κατατίθενται οι δηλώσεις, τώρα έχουμε όλο το χρόνο τρεξίματα να παραδίδουμε βιβλία. Ο Μιχάλης βέβαια δούλευε ακούραστα και το έβλεπε σαν ευκαιρία να μη σκουριάζει, αλλά όπως και να το κάνουμε, μαγαζιά με νέα προϊόντα δεν ανοίγουν. Μόνο μπαρ και καφετέριες από νονούς τους νύχτας που θέλουν να πλύνουν μαύρο χρήμα μη τους το ανακαλύψει η εφορία.

Σπάνια τον έβλεπες πεσμένο στο γραφείο. Μόνο στο σπίτι τον έβρισκα χάλια. Θες από τη κούραση, θες από τη στεναχώρια,  έφτανα και τον έβρισκα στο γραφείο να διαβάζει, ξεκίναγα να φτιάχνω καφέ, και τον παρατηρούσα από ένα σημείο και μετά να χάνεται. Έχει αποτυπωθεί στο μυαλό μου η σκηνή. Είναι σκυμμένος πάνω από το γραφείο. Έχει κολλήσει το βλέμμα του πάνω στο γραφείο, σε ένα φάκελο συνήθως ή κάποιο καλώδιο, έχει ουσιαστικά κλείσει τα αυτιά, δεν παρακολουθεί τα τεκταινόμενα, και έχει μείνει με το στόμα μισάνοιχτο. Το βλέμμα διερευνητικό αλλά παγωμένο. Μόνο ένας δυνατός ήχος του αποσπούσε τη προσοχή.

“Μιχάλη έχεις μαύρη ζάχαρη η να βάλω τη συνηθισμένη;

“Βάλε μπροστά σου είναι, δίπλα στο νεροχύτη” πάντα απαντούσε νευριασμένος. Και μετά επανερχόταν.

Οι άνθρωποι όταν νιώθουν μόνοι, τείνουν να βασανίζουν τους γύρω τους. Χωρίς να το θέλουν, βγάζουν στο λάθος στόχο την επιθετικότητα τους, δημιουργούν παρεξηγήσεις χωρίς να το αντιλαμβάνονται και κουβαλάνε συνεχώς μια ενοχή” Αυτά είναι δικά του λόγια. Τα θεωρούσα κάτι μεταξύ σοφιστείας και προσπάθειας απολογίας. Μου απήγγειλε ουσιαστικά, αυτές τις σοφιστείες και πολλά άλλα ιστορικά συμπεράσματα όταν (απ’ότι καταλάβαινα, το μυαλό του ήταν πιο ξεκούραστο. Υπήρχαν και αυτές οι στιγμές.

Για μένα βέβαια τα πράγματα είναι απλά. Όλοι έχουμε ανάγκη να μιλήσουμε. Όλοι έχουμε σκαμπανεβάσματα, ερωτηματικά, στεναχώριες και χαρές βέβαια. Δε χρειάζονται σοφιστείες, ούτε απαγγελίες. Αλλά για το Μιχάλη, χαλάλι! Έχω ένα πρόθυμο αυτί, για κάθε ευαίσθητη στιγμή.

 

Read Full Post »