Feeds:
Posts
Comments

Archive for January, 2014

risinggalaxy

Το κείμενο μπορείτε να το βρείτε στην τελευταία έκδοση του 

FREEQUENCY The Zine

***

TEDx: «Είναι ο δρόμος για την κόλαση στρωμένος με καλές προθέσεις;»

της Νέλλης Σ.

Παντού γύρω σου μιζέρια… Η ανεργία  έχει χτυπήσει κόκκινο, τα μέτρα λιτότητας δε λένε με τίποτα να αποδώσουν, η ιερή αγελάδα του Δημοσίου συνεχίζει να καταβροχθίζει τα δροσερά λιβάδια τις ιδιωτικής πρωτοβουλίας και η εικόνα της χώρας αμαυρώνεται διαρκώς από διαδηλώσεις, επεισόδια, απεργίες. Βλέπουν οι τουρίστες ότι απεργούν οι διοικητικοί υπάλληλοι των πανεπιστημίων και ακυρώνουν ο ένας μετά τον άλλο τα all inclusive στο Κατάκολο. Πουθενά στον ορίζοντα δε φαίνεται ελπίδα. Η’ μήπως όχι;

Μια αχτίδα αισιοδοξίας έχει αρχίσει να ξεπροβάλλει, όπως προσπαθούν να μας πείσουν, οι διοργανωτές του TED. Πρόκειται για μια ιδέα του αρχιτέκτονα Ρίτσαρντ Σαούλ Γούρμαν, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ξεκίνησε την οργάνωση συνεδρίων με θέμα «Ιδέες που αξίζει να διαδοθούν». Το 2001, ο εκδότης…

View original post 3,115 more words

Advertisements

Read Full Post »

 

Από τις εικόνες με τα παραποιημένα πρόσωπα των συλληφθέντων του Βελβεντού, μέχρι τους κωδικούς του προϋπολογισμού που παραποιήθηκαν έντεχνα ώστε να παρουσιάσουν το πολυπόθητο πρωτογενές πλεόνασμα*, από τα παραποιημένα λόγια του Καβάφη στα λεωφορεία μέχρι τα στοιχεία του κατηγορητηρίου που δεν έκριναν προφυλακιστέο τον Ηλία Κασιδιάρη, και τέλος από την ερμηνεία των νόμων που δεν αναγνώρισε πολιτικά κίνητρα στη δολοφονία του Λουκμάν, μέχρι τον κάθε δικό μας** δισταγμό, ματαίωση και τόνο αγωνίας που δύσκολα αλλά σταθερά γίνεται στίχος και λόγος γραπτός, μια χρονιά γεμάτη έντονα γεγονότα και ακόμα πιο συγκλονιστικά κείμενα, έφτασε πριν λίγες μέρες στο τέρμα της, και τηρώντας τις παραδόσεις αυτού του ιστολογίου, διάλεξα τα δεκατρία ισχυρότερα απ’αυτά, ώστε κατά κάποιο τρόπο, να τα παρουσιάσω.

Έχουμε και λέμε λοιπόν,

Μπαίνουμε στον σταθμό, ανοίγουν οι πόρτες, δεν υπάρχει ψυχή στην αποβάθρα, δεν βγαίνει κανείς, αυτός να ουρλιάζει “ΘΑ ΤΗΝ ΞΕΚΟΙΛΙΑΣΩ ΤΗΝ ΚΑΡΓΙΟΛΑΑΑΑΑΑΑ”, ακούγεται το μπιπμπιπμπιπ ότι θα κλείσουν οι πόρτες, εν ριπη οφθαλμού του αλλάζουν θέση να κοιτάει μέσα στο βάθος του βαγονιού, “έλα ρε μαλάκα, ηρέμησε”, αυτός ουρλιάζει, σπρώχνω με το σώμα τους μπροστινούς, κάνουμε άνοιγμα στην γυναίκα, εξαφανίζεται.

Δεν έχω δει άνθρωπο να εξαφανίζεται έτσι.

Ο τύπος δεν έχει πάρει χαμπάρι τίποτα, και ουρλιάζει κλαίγοντας μέχρι την στάση του Ολυμπιακού Σταδίου. Κλαίει, αναρωτιέται γιατί, φωνάζει, την μισεί θέλει να την σακατέψει, ξανακλαίει στους φίλους του για την αδικία.

Όταν φτάνουμε Ειρήνη, τον κατεβάζουν σηκωτό. Έχει πια σχεδόν λιποθυμήσει από το ξύλο, τα ούζα και την ένταση. Τον αφήνουν σε ένα παγκάκι, και -μάλλον, ελπίζω και υποθέτω- πάνε να φωνάξουν βοήθεια, ή , παρ ελπίδα, τον αφήνουν να ξεμεθύσει στο παγκάκι.” o arkoudos περιγράφοντας ένα περιστατικό που του θύμισε η αποφυλάκιση του Κασιδιάρη.

 

=//=

 

Ξεσκεπάσου, της είπε ο καθηγητής. Αυτή έσφιξε το σεντόνι ακόμη περισσότερο. Ξεσκεπάσου, της είπε πιο δυνατά, πιο άγρια. Άρχισε να κλαίει σιγανά και κουκουλώθηκε ακόμη περισσότερο. Ο καθηγητής τότε, έπιασε το σεντόνι νευριασμένος και της το τράβηξε δυνατά, αποκαλύπτοντας ένα γυμνό κορμί, γεμάτο με κοκκινάδια. Ντρέπομαι, έλεγε αυτή κι έκλαιγε με λυγμούς πια. 

 

Είναι μερικοί άνθρωποι που κουβαλούν τη ντροπή του κόσμου όλου. Κουβαλούν ακόμη και τη ντροπή αυτών που δεν έχουν ντροπή.
Και είναι και μερικοί άλλοι, που δεν θα καταλάβουν ποτέ τί σημαίνει αξιοπρέπεια. Γιατί οι ίδιοι, δεν έχουν.”

η tintooth με αφορμή την απόφαση του Α. Γεωργιάδη να επαναφέρει την υγειονομική διάταξη του Α. Λοβέρδου για τις οροθετικές ιερόδουλες.

=//=

 

Το ήξερες πως ο βασικός έχει φτάσει στα 586 ευρώ μεικτά; Το κοίταξα πριν από λίγο. Σήμερα σε μια βόλτα στη Σόλωνος, η Χ. μου έλεγε για μια γνωστή της που της πρότειναν δουλειά ως γραφίστρια με πλήρες ωράριο για 500 ευρώ. Κάτω από τον βασικό μισθό. Για πλήρες ωράριο. Μεικτά κι αυτά. Όλα τελικά έφτασαν στο να παίρνεις 700 ευρώ και να λες καλά είσαι. Όλα έφτασαν στο να έχεις δουλειά και να λες πάλι καλά. Πάλι καλά που τι;” η mpananas για το ανέκδοτο που ονομάζεται βασικός μισθός.

 

=//=

 

Τάχα με ευαίσθητες κεραίες, τάχα διαβασμένοι, τάχα πολιτικοποιημένοι, τάχα αβαν-γκαρντ, τάχα γκόμενες ψαγμένες, τάχα στυλιζαρισμένη εξυπνάδα. Ασφυκτικός ο φασισμός του στυλ, ασφυκτικές οι νόρμες που θέτουν σαν πανάκεια τα ιερά σας τοτέμ.

Η παραδοχή της ατέλειας είναι το πρώτο βήμα προς την κατάκτηση της σοφίας, αλλά εσάς το μόνο που σας νοιάζει είναι το φαίνεσθαι. η krotkaya ξεσπάει σε όλους αυτούς που νομίζουν ότι ο διαφορετικός δρόμος, είναι ένας ακόμα εύκολος δρόμος.

 

=//=

το βρακί περιγράφει τι σημαίνει γι’αυτό “έρημη χώρα”
=//=
είμαστε η γενιά η μεγαλωμένη στους γκισέδες των αεροδρομίων, στις ξενόγλωσσες ηλεκτρονικές αιτήσεις για δουλειά ή για σπουδές κάπου μακριά, μετρώντας μέρες ανάμεσα σ ένα ‘’που βρίσκεσαι;’’ Και σ ένα ‘’αντίο’’. [..] Και εσύ βρίσκεσαι εδώ και λες τι κάνω; Πως ζω; Και πώς να γράψω; Περπατάς ανάμεσα στους απολυμένους, στους ανέργους και τους άστεγους, τους τοξικοεξαρτημένος και τους ξεριζωμένους, μέσα στη διαστροφή των λέξεων: άνθρωποι ονομάζονται λαθραίοι, άρρωστες γυναίκες υγειονομική βόμβα, εγκληματικές συμμορίες νεοναζί ρατσιστών βαφτίζονται πολιτικά κόμματα, η καταστολή ονομάζεται προστασία, τα βασανιστήρια σωφρονισμός. Με ποιες λέξεις να γράψεις; Και να γράψεις για αυτά; να γράψεις με αυτά; Να γράψεις παρ όλα αυτά; Τελικά απλώς γράφεις και αν είσαι τυχερός ο κόσμος που σου δόθηκε θα βρεθεί στις λέξεις. Σε όλες αυτές τις λέξεις που έρχονται από μακριά, που σου υπενθυμίζουν και σου επιβάλλουν ειλικρίνεια [..] Πράγματα παλαιά και άλλα πρωτόγνωρα, πράγματα σκληρά και γεμάτα γωνίες, μεγάλοι χειμώνες και ελάχιστα καλοκαίρια. Κι όμως θα ρθει μια μέρα, κάποια στιγμή… κάποια στιγμή θα έρθουν καλοκαίρια μεγάλα σαν τη γροθιά μας αδερφέ μου…
o ποιητής Θωμάς Τσαλαπάτεις, περιγράφοντας τις αγωνίες της γενιάς μας, σε ένα κείμενο που με συγκλόνισε όσο τίποτα, τη χρονιά που πέρασε, μιας και ήρθε και έδεσε, με τη συγκυρία, εκπληκτικά.
=//=
Το «Ε, όχι και μαχαίρι» είναι ίσως το μόνο αληθινό όριο που χωρίζει τη Χρυσή Αυγή από τον τρόπο που πάρα πολύ καιρό τώρα λειτουργεί τεράστια μερίδα της Ελληνικής Αστυνομίας (και πάντως οι δυνάμεις της που βρίσκονται στο δρόμο), το μόνο αληθινό όριο ανάμεσα στο κράτος και το παρακράτος. Κι αν το μαχαίρι και ο φόνος είναι το όριο διαφορετικής δράσης, το όριο ανοχής πάει πιο πέρα, καθώς δεν είναι το σκέτο μαχαίρι, αλλά το μαχαίρι μπροστά στα μάτια μας (κι αυτό ίσως μόνο αν είσαι γυναίκα και έχεις εκ φύσεως μεγαλύτερες αντίστασεις στην κτηνοποίηση). Το μαχαίρι πάντως στα σκοτεινά και κατά μη Ελλήνων το αίμα και την καταγωγή είναι μαχαίρι που έχει κάνει θραύση. ο oldboy, εξηγώντας τι μας συνέβη, όταν συνειδητοποιήσαμε τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.
=//=
μερικά τουήτς είναι μικρά χρωματιστά φωτάκια που αχνοφέγγουν ένα βράδυ αυγούστου με καθαρό ουρανό απ’ το απέναντι νησί//μερικά κορίτσια είναι μικρά νησάκια στις κυκλάδες, εκατόν τριάντα έξι ναυτικά μίλια από τον πειραιά//πνίγεσαι στην αστυπάλαια, στην αμοργό, στη δονούσα, στέκεσαι για λίγο να ξαποστάσεις πάνω τους πριν βουτήξεις ξανά στην ασχήμια//εμάς τα κορίτσια μας έχουν στην τσάντα μαλόξ και αργύρη χιόνη//ακούνε μπίλι χολιντέι και τομ γουέιτς//τη νύχτα χορεύουν μικρασιάτικα//και όταν μας χαμογελούν το δέρμα τους συσπάται//τα κορίτσια μας θα τα βρείτε στη δραπετσώνα με τους εργάτες//στο θησείο με τους σενεγαλέζους//να περιφρουρούν αντιεξουσιαστικές πορείες στην καλλιθέα//να φωνάζουν για τους φτωχούς//η καλλιθέα είναι εργατούπολη γεμάτη πρόσφυγες και μας έχουν ανάγκη ρε!//στα διακστήρια για την κούνεβα//στον πειραιά με τους λιμενεργάτες//για τα κορίτσια από την αμοργό έγραψε ο γκάτσος όμως αυτά διαβάζουν ρίτσο//και τα βράδια με πανσέληνο τραγουδούν βαμβακάρη και καίνε τα αθλητικά τους παπούτσια σε ατέλειωτες διαδρομές//ηρακλειά-σχοινούσα//ή τα πρωινά σε αντιφασιστικές πορείες στο νέο φάληρο//φωτογραφίζουν άσπρες μπουγάδες στα προσφυγικά της νίκαιας/
ο sinentcrossing ανακαλύπτει τη ποίηση μέσα από τα tweets της @eleniamorgos
=//=

Να πληκτρολογείς «σε θέλω». Ούτε ποιάν, ποιόν, ούτε γιατί, ούτε πότε, ούτε τι θα τον, την κάνεις μετά. Σε είδα, χτες, σήμερα ή πρίν δέκα χρόνια και σε θέλω. Δεκάρα δεν δίνω αν ζεις ή αν είσαι αλλουνού ή αλληνής, αν ξέρεις ότι υπάρχω, αν αξίζεις να σε θέλει κανείς, αν αξίζω δεύτερη ματιά. Εγώ σε θέλω. Έτσι. o ΚΑΠΑ ΚΑΠΑ ΜΟΙΡΗΣ, απλά διαβάζεται, δεν επεξηγείται.

 

=//=

 

Είμαι μόνος εγώ και τα χάδια μου
όχι τόσο εκκεντρικός όσο καυλωμένος
όχι τόσο μάστορας όσο ζοφερός.
Ψαχουλεύω το ψηφιακό μουνί της ανθρωπότητας
τη νύχτα τον ήλιο και το φεγγάρι.
Δεν αγοράζω και δεν πουλάω. Ψάχνω
αντίστροφα μηνύματα στην ποίηση. Σμίγω
τους άγρυπνους φαλλούς, τη δροσιά
στο πάνω χείλος της, τον πικρό βάλτο
της μασχάλης της, την ολισθηρή λίμνη
της κοιλιάς της, τον ιδρώτα των ποδιών της.

ο δρόμος, περιγράφει τους κινδύνους με τη ποίηση,  το blog του, είναι μια διαρκής έκπληξη.

 

=//=

Γιατί έφτιαξαν σχολεία με τα βιβλία που κάποιοι θέλαν να πετάξουν. Γιατί η πόρτα είναι πάντα ανοιχτή. Γιατί δεν ξέρουν να προσκυνούν. Γιατί τα άδεια κουφάρια που θα μπουν να μας πιάσουν θα τρέμουν στη βουή των συνθημάτων. Γιατί εγώ θα τους κοιτάζω στα μάτια. Γιατί δεν τους φυλάω περιφρόνηση και σιχασιά παρά μόνο οίκτο. Τόσο οίκτο…

Γιατί αύριο το πρωί μπορεί να είμαι στην ασφάλεια κι εσύ απ’ έξω να με περιμένεις πίνοντας καφέ.

Γιατί ότι είναι να πούμε θα το γράψω στο τζάμι και θα χαμογελάσω κάτω απ’ το λευκό κασκόλ που μου είπες εκείνο το βράδυ πως είναι το αγαπημένο σου.

η jaquou γράφει με αφορμή τις συλλήψεις στη villa amalias απ’όπου και η φωτογραφία.

 

=//=

 

Η κυρία Ζίνα, που τώρα μου φαίνεται τόσο συμπαθητική, θα γίνει ένα τέρας. Τα ποδαράκια της, που ανεμίζουν σαν σημαιούλες μπρος – πίσω στην καρέκλα, θα σημάνουν τον τερματισμό. Γεια σου Ζίνα κι άει στο διάολο. Ακόμα και τα νύχια της μπορεί να μισήσω, το γαμψό σχήμα, το περλέ τους χρώμα, τη λάμψη τους στον ήλιο. Ακόμα και την τσάντα της, την τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα δίπλα στο πιατάκι, όλα μπορεί να τα μισήσω. Θα είναι σαν να ανοίγουν διάπλατα οι ουρανοί και θέλουν να φαν τη Ζίνα, να φαν τη Ζίνα, δεν έχει ελπίδα η Ζίνα, πρέπει να χαθεί. Θα τη φαντάζομαι μαχαιρωμένη τη Ζίνα, να έχει πέσει πάνω στην πάστα, να την έχει κάνει λιώμα, το κουταλάκι να της έχει μπει στο μάτι, ο αέρας να κουνάει τα μαλλιά της κι αυτό είναι θλιβερό, γιατί οι νεκροί είναι ακίνητοι και είναι θλιβερό να κουνιούνται τα μαλλιά ή τα ρούχα τους. Σαν αυτοκίνητο που του σβήνεις τη μηχανή και συνεχίζει να κυλάει. Θα βάλω τα κλάματα και δεν θα είναι η πρώτη φορά, η Ζίνα θα σκουπίσει το στόμα της, έλα, θα μου πει, πάμε, ίσως δεν έπρεπε να μείνεις τόση ώρα μακριά απ’ το σπίτι σου, φαντάστηκα ότι θα σου έκανε καλό ο ήλιος. Και δεν θα έχει ήλιο, μπορεί μάλιστα να βρέχει, έτσι θα το πει η Ζίνα, γιατί ξέρει. Αν δεν μισήσω τον ήλιο, θα μισήσω εκείνη. το κείμενο του ou ming για το τεφλόν/νέο ποιητικό σκεύος

 

=//=

 

Οι μοναχικοί άνθρωποι έχουν μία φυσική έλξη προς το ίντερνετ. Είναι πάντα εκεί να περιμένει υπομονετικά, είναι ευέλικτο, είναι κατάλληλο για κάθε διάθεση. Αλλά είναι φορές που το διαδίκτυο μου θυμίζει τον ορισμό του “ανιαρού” που έδωσε ο Meyer, ο τριχωτός οικονομολόγος, ο καλύτερος φίλος του Travis McGee: «Ξέρείς τι είναι ο ανιαρός, Travis. Αυτός που σου στερεί τη μοναξιά χωρίς να σου παρέχει συντροφιά.”

Τι επιθυμούν οι μοναχικοί άνθρωποι; Συντροφιά. Αγάπη. Αναγνώριση. Ψυχαγωγία. Εγγύτητα. Να ξεχνιούνται.

Ενθάρρυνση. Αλλαγή. Ανταπόκριση. Κάποιος κάποτε είπε πως ο βασικός λόγος που παντρευόμαστε είναι επειδή έχουμε μια πανανθρώπινη ανάγκη για έναν μάρτυρα. Όλα αυτά είναι πιθανά. Αλλά αυτό που μοιράζονται όλοι οι μοναχικοί άνθρωποι είναι μία επιθυμία να μην είναι – ή τουλάχιστον να μην νιώθουν – μόνοι.

Είστε εκεί, στα μεσοδιαστήματα του διαδικτύου. Σας αισθάνομαι. Ξέρω κάποιους από εσάς. Έχω διαβάσει πάνω από 78000 σχόλια σ’ αυτό το μπλογκ, και πολλά εξ αυτών είναι δικά σας. Ξέρω δύο αναγνώστες που αν μπορούσαν δεν θα έβγαιναν ποτέ απ’ τα σπίτια τους. Ξέρω πολλούς άλλους που δεν μπορούν να βγουν με ευκολία λόγω ασθενειών ή υποχρεώσεων. Δεν ξέρω για αγοραφοβικούς, αλλά πιθανώς να υπάρχουν και τέτοιοι. Μόνο και μόνο επειδή φοβάσαι να βγεις έξω, δεν σημαίνει πως είσαι χαρούμενος με το να είσαι μέσα.

το luben αναδημοσίευσε ότι καλύτερο έγραψε ο Roger Ebert

 

=//=

 

Και κάπως έτσι τελειώνει η χρονιά. Με περισσότερη αγωνία για την ερχόμενη, υλικό για γράψιμο, και ελπίδα που ακόμα δε έχει χαθεί πλήρως. Ανάγκη για περισσότερη κατανόηση, και λιγότερο μίσος. Αν υπάρχει μια μαγεία στο internet, αυτή είναι ο ερασιτεχνισμός. Ο διαδηλωτής που θα τουιτάρει τα γεγονότα μιας πορείας γίνεται εκείνη τη στιγμή ένας ερασιτέχνης δημοσιογράφος, ο άνθρωπος που θα γράψει τις σκέψεις του για ένα βιβλίο που διάβασε γίνεται ένας ερασιτέχνης κριτικός λογοτεχνίας. Με ό,τι μειονεκτήματα κι αν έχει αυτός ο ερασιτεχνισμός, λόγω της πιθανής έλλειψης παιδείας ή μιας ευρύτερης κατανόησης, θα αποτελεί πάντα τον πυρήνα της δύναμης του internet. Είναι αυτή η ερασιτεχνική πληροφορία που μπορεί αυτή τη στιγμή να σταθεί απέναντι στην επαγγελματική προπαγάνδα των συμβατικών ΜΜΕ. Φοβάμαι ότι όσο περισσότερο μπαίνει το κέρδος στην χρήση του internet, τόσο θα απομακρύνεται το μέσο από τον αρχικό του πυρήνα. Μ’αυτή τη σκέψη, παρμένη από τα χαμένα επεισόδια, βγαλμένη από τη χρονιά που αποκαλύφθηκε ότι παρακολουθούμαστε όλοι, ετοιμαζόμαστε για μια νέα χρονιά, που δεν θα τα παρακολουθούμε εμείς*** όλα, αλλά τουλάχιστον, δε θα τα παρακολουθούμε, μόνο.

 

===

*γιατί πως αλλιώς να περιγράψεις την εμφάνιση ως πλεονασματικών των ισολογισμών των ΟΤΑ για των οποίων το χρέος και τις σπατάλες έχει κουραστεί να ακούει χρόνια τώρα η Ελλάδα όλη.

**μας; ποιοι είμαστε μεις; και από πότε οι δισταγμοί είναι μόνο δικοί μας;

***να το πάλι το εμείς. ποιοι είμαστε εμείς; ένα ερώτημα περιμένει απάντηση.

καλή αναζήτηση!

Read Full Post »