Feeds:
Posts
Comments

Archive for April, 2014

κρίνα.

Περιπλανώμενος πλασιέ ανθέων

μες την βαλίτσα μου,

τσαλακωνένα κρίνα

που με κρίνουν.

Αργύρης Χιόνης.

lilies-judy-horan

 

οι περιπλανώμενοι ανθοστολείς ήσαν έκπτωτοι ποιητές. η ποίηση πλάγιασε πολλές φορές μαζί τους χωρίς δυσταγμό. τους δώθηκε όταν ένιωσε να την γοητεύουν. η σχέση τους μαζί της πολύπλοκη και αβέβαιη. όπως άλλωστε κάθε σχέση βιωματική. μα μόνον με τη σχέση εκείνη γεννιόνταν ποιήματα. τα ποιήματα αφού μεταναστεύαν από στόμα σε στόμα την έκαναν να νιώθει ελεύθερη ξανά. να πλαγιάσει με ένα νέο ανθοπώλη. έτσι οι ανθοπώλεις γίνονταν ποιητές.

οι ανθοπώλεις γνώριζαν πως τα λουλούδια προκαλούσαν στη ποίηση οργασμούς. είχαν το πλεονέκτημα έναντι όλων όταν αποζητούσαν την απόλαυση. ο τίτλος “ποιητής” άλλωστε, ήταν γι’αυτούς μια λεπτομέρεια. σημασία είχε για εκείνους να την αποπλανήσουν.

υπήρχε όμως στις τάξεις των μεγάλος ανταγωνισμός. τα άνθη έπρεπε να είναι διαλεχτά ώστε και εκείνοι να ξεχωρίσουν. η ποίηση δε χαριζόταν σε όποιον κρατούσε απλώς μια ανθοδέσμη. ήθελε να’χεις γδάρσιμο στο χέρι σου, σημάδι της δύσκολης συλλογής. ήθελε να’χεις κάθε φορά καινούργιο δέσιμο σχημάτων και χρωμάτων. η ανθοδέσμη ήταν υπόθεσις καλλιτεχνική.

οι ανθοπώλεις που δεν κατάφερναν να την εντυπωσιάσουν έμεναν στο θάλαμο της αναμονής. για να γλυκάνουν το πόνο τους, τον αποκαλούσαν “εμπνεύσεως απουσία”.  ο χώρος άλλωστε λειτουργούσε και ως συμπόσιο παρηγοριάς. διασκεδάσεως του φόβου της απόρριψης και συντηρήσεως της ελπίδας πως σε λίγο θα κληθούν.

πολλοί εξ’αυτών στεκόντουσαν τυχεροί. η ποίησις περνούσε τακτά διαστήματα μεγάλων ερώτων. συνήθως την εποχή της άνοιξης. την εποχή εκείνη οι ανθοπώλεις που τύγχαναν ποιητές την ονόμαζαν “εμπνεύσεως έλευση” για να την διακρίνουν από τον τρόπο που την αποκαλούσαν οι κοινοί θνητοί.

κάποιοι άλλοι όμως στέκονταν άτυχοι. ήσαν όσοι έβλεπαν τα άνθη τους να μαραίνουν πριν η ποίηση τους επισκεφθεί. με μόνη τη συντροφιά των μαραμένων άνθεων εξέπιπταν του ενδιαφέροντός της. ακολουθώντας έκτοτε δρόμο μοναχικό.

η θλίψη των ήταν αφόρητη, μιας και εκτός από έκπτωτους ποιητές, θεωρούσαν εαυτούς και αποτυχημένους ανθοπώλεις.

περιπλανώμενοι στους δρόμους τους πόλεων, με βαλίτσες γεμάτες μαραμένα άνθη, αναζητούσαν συνεχώς αποδέκτες. ανθρώπους με ευγένεια και ευαισθησία που δε θα πληγώσουν το λεπτό τους αυτοσεβασμό. ανθρώπους πρόθυμους να δεχθούν τα άνθη χωρίς να κρίνουν.

όποτε τύγχανε να συναντήσουν ανθρώπους γλυκούς και ελπιδοφόρους ζητούσαν τη ταχυδρομική τους διεύθυνση. έβγαζαν από τη βαλίτσα τους τα μαραμένα άνθη που αποκαλούσαν κρίνα. τα στόλιζαν με χαρτί και κορδέλες κάνοντάς τα να φαίνονται σαν άνθη νεαρά. τα έστελναν συστημένα με τη συνοδεία ολίγων λέξεων που δεν τολμούσαν να αποκαλέσουν “στίχους”. για να μη τους κρίνουν.

και το μόνο που κρατούσαν στη καρδιά των, ήταν η ελπίδα. πως η ποίηση μια μέρα θα τους επισκεφθεί και πάλι γοητευμένη. να της προσφέρουν οργασμούς, να τους προσφέρει ποιήματα.

 

 

 

 

Advertisements

Read Full Post »