Feeds:
Posts
Comments

Archive for January, 2015

"Εξάρχεια με θέα" φώτο: Νίκος Χαραλαμπίδης

“Εξάρχεια με θέα”
φώτο: Νίκος Χαραλαμπίδης

Στη τελευταία του αφήγηση με θέμα τη περιπέτεια του Νέιθαν Ζούκερμαν, ο Φίλιπ Ροθ περιγράφει έναν ήρωα μοναχικό, παραιτημένο από τη ζωή, παραδομένο στην ιδιοτροπία και την αβεβαιότητα. Έχοντας αποσυρθεί για έντεκα χρόνια από τη “ζωντάνια” της Νέας Υόρκης, ασκεί τη κενή ψυχή του με πράγματα αδιάφορα και τρομακτικά στη περιοχή της Νέας Αγγλίας. Απρόσμενα γεγονότα εμφανίζονται ως αναταράξεις στην συστηματικά ήσυχη καθημερινότητα του, ώσπου ένα κεντρικό συμβάν αποφαίνεται ως καθοριστικό. Η αντιμετώπιση του καρκίνου του προστάτη μέσα από μια διαφορετική ματιά. Αυτή του έρωτα. Ο 70χρονος ήρωας για πρώτη φορά μετά από καιρό δείχνει να νικάει τους δαίμονες του έχοντας πρώτα αφεθεί στα χέρια των γιατρών για μια επέμβαση στον προστάτη.

Το φάντασμα του τέλους της ζωής, εμπνευσμένο σαν ιδέα από εκείνο του πατέρα του Άμλετ, παίρνει σιγά σιγά μεν, μετά από πολύ ψυχική και σωματική κόπωση δε, το δρόμο της φυγής. Η ελπίδα σχηματίζεται ξανά στο πρόσωπο μιας νεαρής γυναίκας. Η ελπίδα είναι η δύναμη που τον κάνει να θέλει ξανά να ζήσει, να πειραματιστεί, να αγγίξει τη διέγερση. Ακόμα και αν αυτή η χρονική συγκυρία είναι οι παραμονές των εκλογών που θα φέρουν στην ιστορία το κράτος του τρόμου που ετοίμασε η κυβέρνηση του Gerge Bush Jr. για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις της 11ης Σεμπτεμβρίου.

=//=

Κατά τη περίοδο διακυβέρνησης του Gerge Bush Jr ξετυλίγεται η αφήγηση του  Shortbus. Στη ταινία του John Cameron Mictchell παρακολουθούμε μια σειρά ερωτικών απωθημένων να μη μπορούν να ικανοποιηθούν από ζευγάρια που προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και κυρίως με τη πόλη που ζούνε. Τη Νέα Υόρκη. Το shortbus είναι η λύση που βρίσκουν, ένα υπόγειο club, μια μυστική λέσχη, όπου τα μέλη μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα την όποια ερωτική τους επιθυμία χωρίς το φόβο πως θα κριθούν αρνητικά για αυτή. Και μόνο όμως η γνώση, πως στην υπόλοιπη πόλη ανθεί ο συντηρητισμός, η μισαλοδοξία και η ανασφάλεια, είναι αρκετά για να τους αφαιρέσουν ένα κομμάτι από τη χαρά της ζωής. Στα extras & deleted sceens της ταινίας, ο σκηνοθέτης δίνει μια συνέντευξη συνδέοντας την ιστορία του με την εμπειρία του φόβου που έζησαν οι προοδευτικοί άνθρωποι στις ΗΠΑ εκείνα τα χρόνια. Κεντρικό στοιχείο της ανησυχίας του ήταν πως “δε μπορεί αυτή η τόσο δυναμική πόλη να έχει βουτηχτεί στο σκοτάδι, δε μπορεί αυτή η τόσο ζωντανή κοινότητα να τριγυρίζεται από θάνατο”

=//=

Στα χρόνια που ακολούθησαν το φάντασμα μετακινήθηκε από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη. Η νέα συνθήκη ζωής που επέβαλλε τη διαχείριση του υπέρογκου χρέους έγινε βραχνάς και βάσανο για το μεγαλύτερο κομμάτι των αδύναμων ανθρώπων. Και αδύναμοι αρχίσαμε να γινόμαστε όλο και πιο πολλοί. Εδώ στην Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα, η εικόνα που ζήσαμε απείχε αρκετά από τις ρομαντικές αφηγήσεις οικονομικών η υπαρξιακών κρίσεων που μας έστελναν κατά καιρούς οι ΗΠΑ. Μακάρι να μπορούσαμε να βιώσουμε τα γεγονότα από αυτή την απόσταση του βιβλίου από τον αναγνώστη ή του θεατή από την οθόνη. Εδώ η πραγματικότητα ήρθε και μας μίλησε με τη πιο σκληρή γλώσσα. Ήρθε και μας έδιωξε από τη δουλειά που είχαμε, ήρθε και μας άφησε άρρωστους και ανήμπορους στα νοσοκομεία, ήρθε και μας έκλεισε ένα σωρό καταστήματα στην Πατησίων, αφήνοντας για προίκα τη βιομηχανία του καφέ, beaute, καράτε.

=//=

Καφενεία, ταχυφαγεία, μεζεδοπωλεία, σουβλατζίδικα, αρτοποιεία, κομμωτήρια, μανικιούρ, αρωματοπωλεία του χύμα, σχολές αυτοάμυνας. Α, και «Αγοράζω Χρυσό Τιμαλφή». Ιδού, η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα της κρίσης. Στην Αθήνα της Μεγάλης Υφεσης.// Μόνος με το σώμα σου. Και εναντίον όλων. Στο Depression Εra δεν εμπιστεύεσαι κανέναν. Η κοινωνία ράγισε και σπάει, σπάνε οι συνεκτικοί δεσμοί, τα συμβατικά ήθη του καιρού ειρήνης αλλάζουν. Τώρα είναι πόλεμος. Η άφιλη πόλη κρύβει απειλές, στους δρόμους, στα πάρκα, στις πλατείες. Αστυνομικοί-αστακοί περιπολούν· ματαίως, επιτείνουν την ανασφάλεια. Οι σχολές αυτοάμυνας υπηρετούν αυτή την ανάγκη: τον φόβο και το ένστικτο αυτοσυντήρησης το μοναχόλυκου, αυτού που νιώθει ότι ζει εκτός πλαισίου, εκτός κοινωνικής συστοιχίας, άνευ προστασίας, του ξεμοναχιασμένου ή απορριφθέντος που νιώθει ότι δεν υπάρχει γι’ αυτόν κράτος πρόνοιας και κράτος δικαίου, δεν υπάρχει θεός και αφέντης, μόνο ο εαυτός του, το σώμα του, οι γροθιές και η διαρκής του επαγρύπνηση. Μαθαίνει πάλι την ξεχασμένη τέχνη του πολέμου, κουνγκ φου, καράτε, ζίου ζίτσου, αναπνέει βαθιά, είναι έτοιμος για όλα. Η μητρόπολη έχει γίνει σκοτεινή Γκόθαμ Σίτυ και ο flaneur είναι πληβειο-Μπάτμαν. 

=//=

αν προσπαθούσε κανείς να περιγράψει το φάντασμα, με όρους κινηματογραφικούς, σίγουρα θα έπαιρνε εικόνες από το “Δευτέρες με λιακάδα” τη γλυκιά εκείνη ταινία του Φερνάντο Λεόν με τον Χαβιέ Μπαρδέμ να υποδύεται τον απολυμένο εργάτη από τα ναυπηγεία, προσπαθώντας να σώσει όση αξιοπρέπεια του έχει απομείνει στην ανεργία. βάφοντας τα μαλλιά του μαύρα να μην φαίνονται οι γκρίζες τρίχες, λίγο πριν τη συνέντευξη στο γραφείο εύρεσης εργασίας, ή για τις νεότερες ηλικίες, το “medianeras/μεσοτοιχίες” με φόντο την Αργεντινή που έχει συμβιβαστεί με τη πραγματικότητα της χρεωκοπίας, τη μοναξιά, την ανεργία, το φόβο και το πανικό των 30ρηδων, την αβεβαιότητα, και τέλος την ελπίδα που φέρνει η αγάπη.

=//=

και πάλι, όσο ποιητικά προσπαθήσει να το δει κανείς, το φάντασμα παραμένει φάντασμα. ειδικά για τη δική μας τη γενιά ήταν όλα απρόσμενα. με άλλα εφόδια ετοιμαστήκαμε να αντιμετωπίσουμε τη ζωή με άλλα καταλήξαμε να πολεμάμε. όπως έλεγε το βυτίο.

=//=

Δεν ήμουν φτιαγμένος να φοβάμαι μέσα στο τρένο, να απελπίζομαι στις κεντρικές λεωφόρους, να ελίσσομαι ανάμεσα στα πτώματα, να αποφεύγω τα απλωμένα χέρια, να παρατηρώ τα παραιτημένα πόδια. Δεν ήμουν φτιαγμένος να ζήσω αυτά τα χρόνια, αυτές τις ουρές, αυτά τις αγωνίες, αυτές τις φτώχειες. 

Τώρα κάνω βόλτες σε έρημους δρόμους πνιγμένους απ’ τα εκατοντάδες ενοικιάζεται. Γράμματα στοιβάζονται σε εισόδους, ζητιάνοι και πρεζάκια στοιβάζονται σε πεζοδρόμια, άνεργοι στοιβάζονται σε βιογραφικά, μετανάστες στοιβάζονται σε στρατόπεδα.

Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για να βαδίζουμε ατρόμητοι καταπάνω σε όλα τα ζόρια – λογαριασμοί, απολύσεις, ερημιές, μπάτσοι, φασίστες, βιβλιάρια υγείας. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα κλαίγαμε μόνο από έρωτα και εθιμοτυπικά, σε μεγάλες αθλητικές νίκες και επετείους. Άντε πότε πότε κι ένας θάνατος. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα διαβάζαμε τους θεωρητικούς για λόγους κουλτούρας και ότι θα τα βάζαμε με την υπερκατανάλωση, την αλλοτρίωση και άλλες έννοιες απ’ τις εκθέσεις ιδεών.

=//=

ή όπως έγραψε ο Τσαλαπάτης γίναμε η γενιά η μεγαλωμένη στους γκισέδες των αεροδρομίων, στις ξενόγλωσσες ηλεκτρονικές αιτήσεις για δουλειά ή για σπουδές κάπου μακριά, μετρώντας μέρες ανάμεσα σ ένα ‘’που βρίσκεσαι;’’ Και σ ένα ‘’αντίο’’. [..] Και εσύ βρίσκεσαι εδώ και λες τι κάνω; Πως ζω; Και πώς να γράψω; Περπατάς ανάμεσα στους απολυμένους, στους ανέργους και τους άστεγους, τους τοξικοεξαρτημένος και τους ξεριζωμένους, μέσα στη διαστροφή των λέξεων: άνθρωποι ονομάζονται λαθραίοι, άρρωστες γυναίκες υγειονομική βόμβα, εγκληματικές συμμορίες νεοναζί ρατσιστών βαφτίζονται πολιτικά κόμματα, η καταστολή ονομάζεται προστασία, τα βασανιστήρια σωφρονισμός.

=//=

στη μικρή αυτή χερσόνησο της ΝΑ Ευρώπης αύριο έχουμε εκλογές. η προσδοκία πως όλος αυτός ο ζόφος θα τερματιστεί απ΄η μια πλευρά στηρίζεται απ’τη άλλη αμφισβητείται. και είναι δύσκολο έως ανόητο να πει κανείς πως με μια επιλογή που θα κάνει αύριο, θα αλλάξει η ζωή από μόνη της. είναι ίσως προτιμότερο να δει πως φτάσαμε ως εδώ. πως δεν ήταν εύκολα. πως όσα τώρα φαίνονται πιθανά, ή και αυτονόητα, κάποτε δεν ήταν. αν ανατρέξουμε στο παρελθόν μπορεί να δούμε τους εαυτούς μας τρομαγμένους. σε μια πόλη φτώχειας, φόβου και δυστυχίας, να περπατά το φάντασμα σπέρνοντας το θάνατο ως εκδίκηση για μια δολοφονία. αυτή του Μανώλη Καντάρη. ενός ανθρώπου που ετοιμαζόταν να επισκεφθεί τη γυναίκα του που θα γεννούσε. ήταν η καλύτερη δικαιολογία για να ξεκινήσει ένα παρακρατικό κυνήγι προς τους πιο εξαθλιωμένους συνανθρώπους μας. θα δούμε ανθρώπους ανίκανους να αντιδράσουν από το τρόμο που προκαλούν τα χρέη, οι αναδουλειές, η αυθαιρεσία. κι’όμως αντέδρασαν. λίγες μέρες μετά μαζεύτηκαν όλοι μαζί στις πλατείες και άρχισαν να γνωρίζονται ξανά. στην αρχή κραύγαζαν ή έκλαιγαν, μετά έμαθαν να ακούνε και να συζητούν, μέχρι στο τέλος κατέληξαν να κάνουν προτάσεις. να διαβουλεύονται. τη κίνηση αυτή που στο μέλλον θα τιμάμε με τις γνωστές βαρετές τελετές στη χώρα μας και στην υπόλοιπη Ευρώπη, πολλοί την υποτίμησαν. την απαξίωσαν, τη χλεύασαν. ήταν όμως η πρώτη σημαντική συλλογική στιγμή μετά από πάρα πολλά πολλά χρόνια απραξίας, ανάθεσης, και ωχαδελφισμού που έδωσε το δικαίωμα σε διεφθαρμένες ομάδες να κυβερνούν χωρίς καμία αίσθηση λογοδοσίας και σύνεσης. η μέχρι τότε απραξία έδωσε ακόμα και το δικαίωμα να δηλώσουν πως “μαζί τα φάγαμε”.

η επόμενη ιστορική στιγμή ήταν η διαδήλωση για εκείνο το περίφημο μεσοπρόθεσμο. ο κόσμος. η συρροή. η αγανάκτηση. τα αιτήματα για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. και μετά ο κόσμος αυτός να ξεχύνεται. στις γειτονιές, στις Σκουριές, στις άλλες πόλεις τις ύφεσης. όλα αυτά δεν ήταν εύκολα. ούτε αυτονόητα. άνθρωποι που δεν ασχολούνταν με τη πολιτική πάλεψαν για αιτήματα, αντιστάθηκαν στην αστυνομία, δημιούργησαν κινήματα, πρωτοβουλίες, ιατρεία, συλλογικές κουζίνες, συνεργατικά καφενεία, διεκδίκησαν δεδουλευμένα. αυτή ήταν η ιστορία απ’τη πλευρά των ανθρώπων. γραμμένη απ’τις δικές τους ανάγκες. γιατί τόσα χρόνια ακούγαμε- με βασανιστικό τρόπο- την ιστορία των δανειστών, πού είχαν ανάγκη από μεταρρυθμίσεις, και πρόθυμους πελάτες.

δεν ήταν αυτονόητο ότι θα αντιδράσουμε έτσι. δεν ήταν αυτονόητο ότι θα κατέβουμε τόσοι πολλοί στο Κερατσίνι, μετά τη δολοφονία του Φύσσα. θα μπορούσαμε πιθανόν να έχουμε εσωτερικεύσει την αγανάκτηση και την ενοχή. να κάνουμε κακό στους εαυτούς μας ή στους πιο αδύναμους, έχοντας γίνει εμείς οι ίδιοι φαντάσματα γι’αυτούς. ή απλά να ξεχάσουμε. και να επιλέξουμε πάλι μια απ’τα ίδια. ασφάλεια, σταθερότητα, Ευρώπη.

ποια Ευρώπη;

=//=

τα μάτια της Ευρώπης λένε είναι στραμμένα πάλι πάνω στην Ελλάδα. η κοινή μας οικογένεια, ο χώρος που δημιούργησαν με τόσο κόπο οι γονείς μας μετά το πόλεμο για να στεγάσει την ελευθερία, την ανάπτυξη και τη δικαιοσύνη, και που στη χώρα αυτή αρχίσαμε να χαιρόμαστε τα τελευταία 30 χρόνια, πήρε τη μορφή σκιάχτρου τη περίοδο της κρίσης. τι λένε για μας; τι γνώμη έχουν; τι θα μας πάρουν; τι θα μας δώσουν; πως θα αντιδράσουν;

μερόνυχτα κρίσης με τη βοή των καναλιών να μπαίνει στο σπίτι μας με κάθε τρόπο. να ακούγονται τα αιτήματα των ξένων αλλά ποτέ τα δικά μας. εμείς να πρέπει να είμαστε ήσυχοι και εργατικοί. να υπομείνουμε τη τιμωρία.

και όσο και αν γύρω από τα ιδρύματα με τους γραφειοκράτες χτιζόταν μια άλλη Ευρώπη, από τα παιδιά του erasmus, από τα νέα παιδιά του Νότου  που έψαχναν για δουλειά στις πρωτεύουσες του Βορρά, όσο και αν έχτιζαν παρέες και κινήσεις αντίστασης και αλληλεγγύης, η δική τους φωνή δεν ακουγόταν.

=//=

η αυριανή αναμέτρηση είναι μια συνέχεια αυτής της διαρκούς αναμέτρησης της ελπίδας με το φόβο. ένα στάδιο ικανό να κάνει τη χώρα ξανά υπερήφανη. μια δήλωση προς όλους όσους μας παρακολουθούν πως υπάρχει και άλλος δρόμος. ο δρόμος που φτιάξαμε με υλικά τη συνέργεια, τη κατανόηση, τη λογική και την ανθρωπιά. δεν έχει κανένας τη ψευδαίσθηση ούτε την αυταπάτη πως είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. τον βαδίζουμε όμως πλέον χωρίς σκιάχτρα. για αυτό έχουμε τη χαρά. επειδή προχωράμε. χωρίς το φάντασμα.

 

 

 

 

Read Full Post »

χάθηκε.

Edward-Hopper-Nighthawks-Grand-Palais

χάθηκε από εκείνη τη πόλη με τα τόσα μπαρ, τον τόσο κόσμο με διάθεση εξόδου και εξερεύνησης, με τάσεις απομόνωσης αλλά και αυτοπροβολής,  χάθηκε από εκείνη τη κοίτη της αέναης νυχτερινής ζωής, με τις εμπορικές στοές, που μετατρέπονταν το βράδυ σε τόπους συνάντησης φερέλπιδων νέων με αινιγματικές δεσποινίδες,

χάθηκε από εκείνη τη πρωτεύουσα του καλού γούστου, που τόση μελέτη είχε αφιερωθεί, στη σημασία της λεπτομέρειας, στη διαφορά της αισθητικής, στην αγωγή της ψυχής,

χάθηκε να φιλοξενείται ένα μπαρ που να αντιστέκεται στο χρόνο,  να φωτίζεται διαρκώς όλη νύχτα, αποβάλλοντας το πέπλο του μυστηρίου, να είναι απλωμένο από τη μια γωνία του κτηρίου ως την άλλη, χωρίς να νοιάζεται αν θα γεμίζει, να παίζει μουσική χαμηλά, ώστε να μπορεί το ζευγάρι να συνομιλήσει, ώστε να μπορεί ο θαμώνας, να ηρεμήσει.

χάθηκε από εκείνη την εποχή, ένα στέκι, που να μη διαφημίζεται ως στέκι, ένα μαξιλάρι να ακουμπίσουν όσοι τη νύχτα δεν μπορούν να ξαπλώσουν στο στρώμα. δε θέλαν. θέλαν να περάσουν τη νύχτα κινηματογραφικά.

=//=

έλα μάρκο, έχει περάσει η ώρα, πες μας τι χρωστάμε.

δε χρωστάτε. έχετε πληρώσει τόσες φορές και με το παραπάνω.
να φύγετε όσο είναι νύχτα ακόμα και έχει ησυχία. να περάσετε την υπόλοιπη αγκαλιά.

θα φύγουμε μάρκο και θα σ’αφήσουμε με τον μοναχικό επισκέπτη
να πείτε μια κουβέντα αληθινή. να του κάνεις παρέα.

δε νομίζω να θέλει παρέα. να βρίσκεται μια Κυριακή βράδυ σ’ενα μέρος ήσυχο θέλει, να πίνει ένα λακγαβούλιν, να παρακολουθεί τις ιστορίες των άλλων και να φαντάζεται το επικό τους τέλος. γεμάτο άλλοτε σπαραγμούς άλλοτε συγκλονιστικούς έρωτες. γι’αυτόν το ίδιο είναι.

θα σ’αφήσουμε μάρκο.

=//=

χάθηκε εκείνο το μπάρ που γέμιζε ιστορίες το σημειωματάριο του μοναχικού επισκέπτη.
έμεινε μόνο ένας πίνακας να γεμίζει τους τοίχους μοντέρνων διανοητών και εκλεκτικών θηλυκών.

Read Full Post »

ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

gelia

Είναι κλεισμένα τα χάδια σου σε κουτί
αιωνιότητα. Τα χείλη σου περιμένουν
στο κατώφλι της αγάπης. Αν είχαμε
άπειρο χρόνο θα ψαρεύαμε στην όχθη
σου φιλιά. Θα κάναμε θραύση εις το
όρος Αραράτ θα γεμίζαμε σπόρια την
ποδιά σου και το καθρεφτάκι σου αχνό.
Αν είχαμε χρόνο άπειρο δε θα κωλώναμε
πουθενά. Ο φόβος θα κυκλοφορούσε
στα βιβλία και στο σινεμά. Στα φαράγγια
τη νύχτα με τους λύκους. Στους χέρσους
τάφους. Αν είχαμε άπειρο χρόνο δε θα
κάναμε σπουδές και δε θα κορνιζάραμε
πτυχία. Θα βγάζαμε γλώσσα στο θεό
της φθοράς. Στον ακόρεστο φονιά των
ατίθασων βυζιών θα βάζαμε φωτιά.
Νυχθημερόν θ’ ακούγαμε διαβολικά
γουργουρητά. Γέλια της γύμνιας
κελαρυστά. Δεν θα είχαμε χρονολογίες
θανάτου εντός παρενθέσεως, επικήδειους,
φέρετρα σκεπασμένα με σημαίες.
Χριστιανούς σταυροφόρους με χατζάρες
και μάνατζερ με κοφτερά χαμόγελα. Δεν
θα είχαμε διαφθορά μόλυνση σφαγές παρά
μονάχα του τραπεζίτη ήλιου τα δόντια
να ροκανίζουν τις καταθέσεις μας.

View original post

Read Full Post »