Feeds:
Posts
Comments

Archive for the ‘film’ Category

όπως τα χιόνια.

όμορφα και τρυφερά νιάτα που γοητεύτηκαν. από τη δύναμη του μυαλού και του λόγου. από την ηρεμία της ψυχής ενός δοκιμασμένου. ενός ανθρώπου συστηματικά μοναχικού και δύστροπου. που κράτησε τον εγωισμό σαν όπλο από την εποχή της σκληρής ζωής. που το΄χει ακόμα για να πολεμά όσους τα ανθρώπινα εμπόδια. τότε πολεμούσε όσους του στερούσαν την ελπίδα. τώρα πολεμά να τους τη στερήσει αυτός. άνθρωπος του θεάτρου. άνθρωπος των βιβλίων. άνθρωπος της γλυκιάς ζωής. του καλού κρασιού και του ορθού λόγου. του δικού του λόγου. που δεν γίνεται να συνυπάρξει με τον λόγο των λιγότερο μορφωμένων. τον λιγότερο πιστών. τον λιγότερο έμπειρων. των λιγότερων.

όμορφα και τρυφερά νιάτα που μεγάλωσαν χωρίς τη χαρά της περιπέτειας. και κάναν τρόπο ζωής την ενοχή. πλάι στη πολυτέλεια που τους προσέφερε η κάποτε γοητεία. μακριά από την αληθινή επιβίωση που τους στέρησε ο φόβος της μοναξιάς. μάθανε να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα με φιλανθρωπία, πνίγοντας στο κλάμα τις στιγμές ανθρωπιάς.

όμορφα και τρυφερά νιάτα που πέσαν σε χειμερία νάρκη, παρέα με τις ιδέες μιας αυτοαναφορικής γενιάς. ανθρώπων που μιλούσαν για το Θεό χωρίς να τιμούν τους νεκρούς τους, που ανέλυαν το αστικό τοπίο από την άνεση του σκουπισμένου από υπηρέτριες σαλονιού τους, και κατηγορούσαν τα λάθη μιας κοινωνίας που υπήρχε μόνο στο μυαλό τους. που δεν κατάφεραν να βγουν λίγο παραέξω από τον ασφαλή τους δρόμο. και να συλλάβουν τις αγωνίες της. την οργή της. νιάτα και ιδέες που πέσαν σε χειμερία νάρκη ενώ μακριά τους οι εποχές εναλλάσσονταν.  μέχρι που άρχισαν και αυτά να λιώνουν. όπως το χιόνια. 

για τη (τεράστια σε έκταση) ταινία Kis Uykusu/Χειμερία Νάρκη του Nuri Bilge Ceylan που δίκαια απέσπασε το μεγάλο βραβείο Palme d’or στο φεστιβάλ των Καννών.

Advertisements

Read Full Post »

"Εξάρχεια με θέα" φώτο: Νίκος Χαραλαμπίδης

“Εξάρχεια με θέα”
φώτο: Νίκος Χαραλαμπίδης

Στη τελευταία του αφήγηση με θέμα τη περιπέτεια του Νέιθαν Ζούκερμαν, ο Φίλιπ Ροθ περιγράφει έναν ήρωα μοναχικό, παραιτημένο από τη ζωή, παραδομένο στην ιδιοτροπία και την αβεβαιότητα. Έχοντας αποσυρθεί για έντεκα χρόνια από τη “ζωντάνια” της Νέας Υόρκης, ασκεί τη κενή ψυχή του με πράγματα αδιάφορα και τρομακτικά στη περιοχή της Νέας Αγγλίας. Απρόσμενα γεγονότα εμφανίζονται ως αναταράξεις στην συστηματικά ήσυχη καθημερινότητα του, ώσπου ένα κεντρικό συμβάν αποφαίνεται ως καθοριστικό. Η αντιμετώπιση του καρκίνου του προστάτη μέσα από μια διαφορετική ματιά. Αυτή του έρωτα. Ο 70χρονος ήρωας για πρώτη φορά μετά από καιρό δείχνει να νικάει τους δαίμονες του έχοντας πρώτα αφεθεί στα χέρια των γιατρών για μια επέμβαση στον προστάτη.

Το φάντασμα του τέλους της ζωής, εμπνευσμένο σαν ιδέα από εκείνο του πατέρα του Άμλετ, παίρνει σιγά σιγά μεν, μετά από πολύ ψυχική και σωματική κόπωση δε, το δρόμο της φυγής. Η ελπίδα σχηματίζεται ξανά στο πρόσωπο μιας νεαρής γυναίκας. Η ελπίδα είναι η δύναμη που τον κάνει να θέλει ξανά να ζήσει, να πειραματιστεί, να αγγίξει τη διέγερση. Ακόμα και αν αυτή η χρονική συγκυρία είναι οι παραμονές των εκλογών που θα φέρουν στην ιστορία το κράτος του τρόμου που ετοίμασε η κυβέρνηση του Gerge Bush Jr. για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις της 11ης Σεμπτεμβρίου.

=//=

Κατά τη περίοδο διακυβέρνησης του Gerge Bush Jr ξετυλίγεται η αφήγηση του  Shortbus. Στη ταινία του John Cameron Mictchell παρακολουθούμε μια σειρά ερωτικών απωθημένων να μη μπορούν να ικανοποιηθούν από ζευγάρια που προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και κυρίως με τη πόλη που ζούνε. Τη Νέα Υόρκη. Το shortbus είναι η λύση που βρίσκουν, ένα υπόγειο club, μια μυστική λέσχη, όπου τα μέλη μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα την όποια ερωτική τους επιθυμία χωρίς το φόβο πως θα κριθούν αρνητικά για αυτή. Και μόνο όμως η γνώση, πως στην υπόλοιπη πόλη ανθεί ο συντηρητισμός, η μισαλοδοξία και η ανασφάλεια, είναι αρκετά για να τους αφαιρέσουν ένα κομμάτι από τη χαρά της ζωής. Στα extras & deleted sceens της ταινίας, ο σκηνοθέτης δίνει μια συνέντευξη συνδέοντας την ιστορία του με την εμπειρία του φόβου που έζησαν οι προοδευτικοί άνθρωποι στις ΗΠΑ εκείνα τα χρόνια. Κεντρικό στοιχείο της ανησυχίας του ήταν πως “δε μπορεί αυτή η τόσο δυναμική πόλη να έχει βουτηχτεί στο σκοτάδι, δε μπορεί αυτή η τόσο ζωντανή κοινότητα να τριγυρίζεται από θάνατο”

=//=

Στα χρόνια που ακολούθησαν το φάντασμα μετακινήθηκε από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη. Η νέα συνθήκη ζωής που επέβαλλε τη διαχείριση του υπέρογκου χρέους έγινε βραχνάς και βάσανο για το μεγαλύτερο κομμάτι των αδύναμων ανθρώπων. Και αδύναμοι αρχίσαμε να γινόμαστε όλο και πιο πολλοί. Εδώ στην Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα, η εικόνα που ζήσαμε απείχε αρκετά από τις ρομαντικές αφηγήσεις οικονομικών η υπαρξιακών κρίσεων που μας έστελναν κατά καιρούς οι ΗΠΑ. Μακάρι να μπορούσαμε να βιώσουμε τα γεγονότα από αυτή την απόσταση του βιβλίου από τον αναγνώστη ή του θεατή από την οθόνη. Εδώ η πραγματικότητα ήρθε και μας μίλησε με τη πιο σκληρή γλώσσα. Ήρθε και μας έδιωξε από τη δουλειά που είχαμε, ήρθε και μας άφησε άρρωστους και ανήμπορους στα νοσοκομεία, ήρθε και μας έκλεισε ένα σωρό καταστήματα στην Πατησίων, αφήνοντας για προίκα τη βιομηχανία του καφέ, beaute, καράτε.

=//=

Καφενεία, ταχυφαγεία, μεζεδοπωλεία, σουβλατζίδικα, αρτοποιεία, κομμωτήρια, μανικιούρ, αρωματοπωλεία του χύμα, σχολές αυτοάμυνας. Α, και «Αγοράζω Χρυσό Τιμαλφή». Ιδού, η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα της κρίσης. Στην Αθήνα της Μεγάλης Υφεσης.// Μόνος με το σώμα σου. Και εναντίον όλων. Στο Depression Εra δεν εμπιστεύεσαι κανέναν. Η κοινωνία ράγισε και σπάει, σπάνε οι συνεκτικοί δεσμοί, τα συμβατικά ήθη του καιρού ειρήνης αλλάζουν. Τώρα είναι πόλεμος. Η άφιλη πόλη κρύβει απειλές, στους δρόμους, στα πάρκα, στις πλατείες. Αστυνομικοί-αστακοί περιπολούν· ματαίως, επιτείνουν την ανασφάλεια. Οι σχολές αυτοάμυνας υπηρετούν αυτή την ανάγκη: τον φόβο και το ένστικτο αυτοσυντήρησης το μοναχόλυκου, αυτού που νιώθει ότι ζει εκτός πλαισίου, εκτός κοινωνικής συστοιχίας, άνευ προστασίας, του ξεμοναχιασμένου ή απορριφθέντος που νιώθει ότι δεν υπάρχει γι’ αυτόν κράτος πρόνοιας και κράτος δικαίου, δεν υπάρχει θεός και αφέντης, μόνο ο εαυτός του, το σώμα του, οι γροθιές και η διαρκής του επαγρύπνηση. Μαθαίνει πάλι την ξεχασμένη τέχνη του πολέμου, κουνγκ φου, καράτε, ζίου ζίτσου, αναπνέει βαθιά, είναι έτοιμος για όλα. Η μητρόπολη έχει γίνει σκοτεινή Γκόθαμ Σίτυ και ο flaneur είναι πληβειο-Μπάτμαν. 

=//=

αν προσπαθούσε κανείς να περιγράψει το φάντασμα, με όρους κινηματογραφικούς, σίγουρα θα έπαιρνε εικόνες από το “Δευτέρες με λιακάδα” τη γλυκιά εκείνη ταινία του Φερνάντο Λεόν με τον Χαβιέ Μπαρδέμ να υποδύεται τον απολυμένο εργάτη από τα ναυπηγεία, προσπαθώντας να σώσει όση αξιοπρέπεια του έχει απομείνει στην ανεργία. βάφοντας τα μαλλιά του μαύρα να μην φαίνονται οι γκρίζες τρίχες, λίγο πριν τη συνέντευξη στο γραφείο εύρεσης εργασίας, ή για τις νεότερες ηλικίες, το “medianeras/μεσοτοιχίες” με φόντο την Αργεντινή που έχει συμβιβαστεί με τη πραγματικότητα της χρεωκοπίας, τη μοναξιά, την ανεργία, το φόβο και το πανικό των 30ρηδων, την αβεβαιότητα, και τέλος την ελπίδα που φέρνει η αγάπη.

=//=

και πάλι, όσο ποιητικά προσπαθήσει να το δει κανείς, το φάντασμα παραμένει φάντασμα. ειδικά για τη δική μας τη γενιά ήταν όλα απρόσμενα. με άλλα εφόδια ετοιμαστήκαμε να αντιμετωπίσουμε τη ζωή με άλλα καταλήξαμε να πολεμάμε. όπως έλεγε το βυτίο.

=//=

Δεν ήμουν φτιαγμένος να φοβάμαι μέσα στο τρένο, να απελπίζομαι στις κεντρικές λεωφόρους, να ελίσσομαι ανάμεσα στα πτώματα, να αποφεύγω τα απλωμένα χέρια, να παρατηρώ τα παραιτημένα πόδια. Δεν ήμουν φτιαγμένος να ζήσω αυτά τα χρόνια, αυτές τις ουρές, αυτά τις αγωνίες, αυτές τις φτώχειες. 

Τώρα κάνω βόλτες σε έρημους δρόμους πνιγμένους απ’ τα εκατοντάδες ενοικιάζεται. Γράμματα στοιβάζονται σε εισόδους, ζητιάνοι και πρεζάκια στοιβάζονται σε πεζοδρόμια, άνεργοι στοιβάζονται σε βιογραφικά, μετανάστες στοιβάζονται σε στρατόπεδα.

Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για να βαδίζουμε ατρόμητοι καταπάνω σε όλα τα ζόρια – λογαριασμοί, απολύσεις, ερημιές, μπάτσοι, φασίστες, βιβλιάρια υγείας. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα κλαίγαμε μόνο από έρωτα και εθιμοτυπικά, σε μεγάλες αθλητικές νίκες και επετείους. Άντε πότε πότε κι ένας θάνατος. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα διαβάζαμε τους θεωρητικούς για λόγους κουλτούρας και ότι θα τα βάζαμε με την υπερκατανάλωση, την αλλοτρίωση και άλλες έννοιες απ’ τις εκθέσεις ιδεών.

=//=

ή όπως έγραψε ο Τσαλαπάτης γίναμε η γενιά η μεγαλωμένη στους γκισέδες των αεροδρομίων, στις ξενόγλωσσες ηλεκτρονικές αιτήσεις για δουλειά ή για σπουδές κάπου μακριά, μετρώντας μέρες ανάμεσα σ ένα ‘’που βρίσκεσαι;’’ Και σ ένα ‘’αντίο’’. [..] Και εσύ βρίσκεσαι εδώ και λες τι κάνω; Πως ζω; Και πώς να γράψω; Περπατάς ανάμεσα στους απολυμένους, στους ανέργους και τους άστεγους, τους τοξικοεξαρτημένος και τους ξεριζωμένους, μέσα στη διαστροφή των λέξεων: άνθρωποι ονομάζονται λαθραίοι, άρρωστες γυναίκες υγειονομική βόμβα, εγκληματικές συμμορίες νεοναζί ρατσιστών βαφτίζονται πολιτικά κόμματα, η καταστολή ονομάζεται προστασία, τα βασανιστήρια σωφρονισμός.

=//=

στη μικρή αυτή χερσόνησο της ΝΑ Ευρώπης αύριο έχουμε εκλογές. η προσδοκία πως όλος αυτός ο ζόφος θα τερματιστεί απ΄η μια πλευρά στηρίζεται απ’τη άλλη αμφισβητείται. και είναι δύσκολο έως ανόητο να πει κανείς πως με μια επιλογή που θα κάνει αύριο, θα αλλάξει η ζωή από μόνη της. είναι ίσως προτιμότερο να δει πως φτάσαμε ως εδώ. πως δεν ήταν εύκολα. πως όσα τώρα φαίνονται πιθανά, ή και αυτονόητα, κάποτε δεν ήταν. αν ανατρέξουμε στο παρελθόν μπορεί να δούμε τους εαυτούς μας τρομαγμένους. σε μια πόλη φτώχειας, φόβου και δυστυχίας, να περπατά το φάντασμα σπέρνοντας το θάνατο ως εκδίκηση για μια δολοφονία. αυτή του Μανώλη Καντάρη. ενός ανθρώπου που ετοιμαζόταν να επισκεφθεί τη γυναίκα του που θα γεννούσε. ήταν η καλύτερη δικαιολογία για να ξεκινήσει ένα παρακρατικό κυνήγι προς τους πιο εξαθλιωμένους συνανθρώπους μας. θα δούμε ανθρώπους ανίκανους να αντιδράσουν από το τρόμο που προκαλούν τα χρέη, οι αναδουλειές, η αυθαιρεσία. κι’όμως αντέδρασαν. λίγες μέρες μετά μαζεύτηκαν όλοι μαζί στις πλατείες και άρχισαν να γνωρίζονται ξανά. στην αρχή κραύγαζαν ή έκλαιγαν, μετά έμαθαν να ακούνε και να συζητούν, μέχρι στο τέλος κατέληξαν να κάνουν προτάσεις. να διαβουλεύονται. τη κίνηση αυτή που στο μέλλον θα τιμάμε με τις γνωστές βαρετές τελετές στη χώρα μας και στην υπόλοιπη Ευρώπη, πολλοί την υποτίμησαν. την απαξίωσαν, τη χλεύασαν. ήταν όμως η πρώτη σημαντική συλλογική στιγμή μετά από πάρα πολλά πολλά χρόνια απραξίας, ανάθεσης, και ωχαδελφισμού που έδωσε το δικαίωμα σε διεφθαρμένες ομάδες να κυβερνούν χωρίς καμία αίσθηση λογοδοσίας και σύνεσης. η μέχρι τότε απραξία έδωσε ακόμα και το δικαίωμα να δηλώσουν πως “μαζί τα φάγαμε”.

η επόμενη ιστορική στιγμή ήταν η διαδήλωση για εκείνο το περίφημο μεσοπρόθεσμο. ο κόσμος. η συρροή. η αγανάκτηση. τα αιτήματα για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. και μετά ο κόσμος αυτός να ξεχύνεται. στις γειτονιές, στις Σκουριές, στις άλλες πόλεις τις ύφεσης. όλα αυτά δεν ήταν εύκολα. ούτε αυτονόητα. άνθρωποι που δεν ασχολούνταν με τη πολιτική πάλεψαν για αιτήματα, αντιστάθηκαν στην αστυνομία, δημιούργησαν κινήματα, πρωτοβουλίες, ιατρεία, συλλογικές κουζίνες, συνεργατικά καφενεία, διεκδίκησαν δεδουλευμένα. αυτή ήταν η ιστορία απ’τη πλευρά των ανθρώπων. γραμμένη απ’τις δικές τους ανάγκες. γιατί τόσα χρόνια ακούγαμε- με βασανιστικό τρόπο- την ιστορία των δανειστών, πού είχαν ανάγκη από μεταρρυθμίσεις, και πρόθυμους πελάτες.

δεν ήταν αυτονόητο ότι θα αντιδράσουμε έτσι. δεν ήταν αυτονόητο ότι θα κατέβουμε τόσοι πολλοί στο Κερατσίνι, μετά τη δολοφονία του Φύσσα. θα μπορούσαμε πιθανόν να έχουμε εσωτερικεύσει την αγανάκτηση και την ενοχή. να κάνουμε κακό στους εαυτούς μας ή στους πιο αδύναμους, έχοντας γίνει εμείς οι ίδιοι φαντάσματα γι’αυτούς. ή απλά να ξεχάσουμε. και να επιλέξουμε πάλι μια απ’τα ίδια. ασφάλεια, σταθερότητα, Ευρώπη.

ποια Ευρώπη;

=//=

τα μάτια της Ευρώπης λένε είναι στραμμένα πάλι πάνω στην Ελλάδα. η κοινή μας οικογένεια, ο χώρος που δημιούργησαν με τόσο κόπο οι γονείς μας μετά το πόλεμο για να στεγάσει την ελευθερία, την ανάπτυξη και τη δικαιοσύνη, και που στη χώρα αυτή αρχίσαμε να χαιρόμαστε τα τελευταία 30 χρόνια, πήρε τη μορφή σκιάχτρου τη περίοδο της κρίσης. τι λένε για μας; τι γνώμη έχουν; τι θα μας πάρουν; τι θα μας δώσουν; πως θα αντιδράσουν;

μερόνυχτα κρίσης με τη βοή των καναλιών να μπαίνει στο σπίτι μας με κάθε τρόπο. να ακούγονται τα αιτήματα των ξένων αλλά ποτέ τα δικά μας. εμείς να πρέπει να είμαστε ήσυχοι και εργατικοί. να υπομείνουμε τη τιμωρία.

και όσο και αν γύρω από τα ιδρύματα με τους γραφειοκράτες χτιζόταν μια άλλη Ευρώπη, από τα παιδιά του erasmus, από τα νέα παιδιά του Νότου  που έψαχναν για δουλειά στις πρωτεύουσες του Βορρά, όσο και αν έχτιζαν παρέες και κινήσεις αντίστασης και αλληλεγγύης, η δική τους φωνή δεν ακουγόταν.

=//=

η αυριανή αναμέτρηση είναι μια συνέχεια αυτής της διαρκούς αναμέτρησης της ελπίδας με το φόβο. ένα στάδιο ικανό να κάνει τη χώρα ξανά υπερήφανη. μια δήλωση προς όλους όσους μας παρακολουθούν πως υπάρχει και άλλος δρόμος. ο δρόμος που φτιάξαμε με υλικά τη συνέργεια, τη κατανόηση, τη λογική και την ανθρωπιά. δεν έχει κανένας τη ψευδαίσθηση ούτε την αυταπάτη πως είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. τον βαδίζουμε όμως πλέον χωρίς σκιάχτρα. για αυτό έχουμε τη χαρά. επειδή προχωράμε. χωρίς το φάντασμα.

 

 

 

 

Read Full Post »

δε μιλάμε πια.

είδα τις προάλλες το lunchbox. μια πολύ γλυκιά και ρομαντική ταινία για έναν μοναχικό υπάλληλο λογιστηρίου έτοιμο να συνταξιοδοτηθεί και μια νοικοκυρά με απίστευτες μαγειρικές ικανότητες στη Βομβάη. ο υπάλληλος δεν είχε χρόνο ούτε διάθεση να μαγειρεύει, και η νοικοκυρά νόμιζε ότι μαγείρευε καθημερινά για τον άντρα της. νόμιζε, γιατί ενώ έστελνε το φαγητό με ένα σύστημα food courier στο γραφείο του, το φαγητό κατέληγε στον υπάλληλο του λογιστηρίου. παρότι το σύστημα απ’ότι μαθαίνουμε στη ταινία είχε βρεβευθεί για την αποτελεσματικότητά του ακόμα και από το Harvard. αυτή η αναποτελεσματικότητα όμως, αυτή η μικρή παραδρομή, έφερε κοντά της τον κύριο λόγιστή, που σε αντίθεση με τον άντρα της νοικοκυράς, τίμησε όλο το φαγητό της και την έκανε ευτυχισμένη. τόσο ευτυχισμένη όσο να πάρει τη πρωτοβουλία να του μιλήσει και να τον συναντήσει. και έκανε και εκείνον ευτυχισμένο μιας και μετά από τόσα χρόνια που είχε χάσει τη γυναίκα του βρέθηκε κάποια να τον γοητεύσει με τις συνταγές της και το ενδιαφέρον της. στη ταινία που προβάλεται δίνεται και η απάντηση στο αν είναι ικανή η μαγειρική από μόνη της να φέρει δυο ανθρώπους κοντά. εμένα όμως αυτό που με απασχολούσε ήταν που πάει ο έρωτας μετά το στομάχι. γιατί την απάντηση αυτή δεν την έδινε το lunchbox. όσο χορταστικό και αν ήταν.

είδα λοιπόν χτες τη ταινία «10000km / η απόσταση μεταξύ μας». μια εξίσου ρομαντική, και συγκινητική ταινία για έναν ισπανό δάσκαλο και μια βρετανίδα φωτογράφο, που έχουν ήδη 7 χρόνια σχέσης και σκέφτονται να κάνουν παιδιά. μα ένα mailακι τους τ’αλλάζει όλα. η φωτογράφος παίρνει επιτέλους υποτροφία για ένα πρότζεκτ και δε χρειάζεται να κάνει πια μαθήματα αγγλικών για να ζήσει. εκεί που κάθονται λοιπόν στο τραπέζι και τρώνε το πρωινό τους, ο έρωτας φεύγει ξαφνικά απ’το στομάχι και πάει στο λος άτζελες. και εμείς σαν θεατές παρατηρούμε πως εξελίσσεται η σχέση τους για ένα περίπου χρόνο μέσα από το skype.

αξίζει να το δεις ειδικά άμα δεν το’χεις ζήσει. το αγόρι που θέλει να τη κρατήσει και το κορίτσι που θέλει να προχωρήσει.  τα 17 λεπτά μονό πλάνο για το πως ο έρωτας φεύγει απ΄το κρεβάτι, πάε στο μπάνιο, κάθεται στο τραπέζι, περνά απ’το λάπτοπ, πέφτει στο κρεβάτι με βαριά καρδιά, όσο να μη μπορεί να σηκωθεί, και όταν σηκώνεται παίρνει την απόφαση να φύγει 100000 χλμ μακριά. και να ζεί μέσα από τα λάπτοπ.

στη περίπτωση του lunchbox άρχισε να ζωντανεύει μέσα από τα γράμματα. τα παλιά καλά ερωτικά γράμματα. αυτά που γράφονται με το χέρι. και πάλι όμως δεν ήταν αρκετό. είτε μέσα από τα λάπτοπ είτε μέσα από τις επιστολές, η απόσταση, αυτή που άλλοτε μετριέται σε χιλιόμετρα, άλλοτε σε χρόνια, είναι δυνατότερη απο δαύτον. και ακόμα δεν έχει βρεθεί το κατάλληλο αντιβιωτικό.

βλέπουμε λοιπόν σε ταινίες άντρες που κλαίνε. γυναίκες που μένουν μόνες χωρίς να λένε τι θένε. στέλνουμε mail ψυχοβγαλτικά. ακούμε τραγούδια μελαγχολικά. αλλά δε βρίσκουμε τις λύσεις πια. και δε τις βρίσκουμε ίσως επειδή δε τις συζητάμε. επειδή συνηθίσαμε να τα έχουμε όλα έτοιμα και σε σειρά.

γι’αυτό σκεφτόμουν πως είναι μαλλον αναγκαίο εκτός απ’το να βλέπουμε, να συζητάμε. από κοντά. να βρισκόμαστε πιο συχνά.

 

Read Full Post »

τι συμβαίνει στο μυαλό ενός άνδρα; τι διαταράσσει την ερωτική επιθυμία; τι τον αναστατώνει; τι του διαλύει τη ζωή;

Enemy_poster

«Το χάος είναι τάξη που δεν έχει ακόμη αποκρυπτογραφηθεί» Με αυτή τη φράση ξεκινά η ταινία “Enemy” ή αλλιώς “Ο άνθρωπος αντίγραφο” που είναι βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου. Ο ήρωας ζει μια φυσιολογική και βαρετή ζωή ως καθηγητής ιστορίας έχοντας μια μονότονη σχέση με μια ξανθιά κοπέλα. Υποφέρει από πολλές σκέψεις, έχει διαρκώς σημάδια θλίψης και κούρασης και η καθημερινότητά του επαναλαμβάνεται σε οδυνηρό βαθμό. Κάποια στιγμή ανακαλύπτει έναν ηθοποιό που έχει τα ίδια ακριβώς σωματικά χαρακτηριστικά με τον ίδιο. Πανικοβάλλεται. Η μοναδικότητα του κλονίζεται. Αρχίζει να τον αναζητά για να τον συναντήσει. Η συνάντηση των δύο θα τους επηρεάσει καθοριστικά. Κάθε πράξη του ενός είναι αποτέλεσμα της πράξης του άλλου. Η αλληλουχία των πράξεων είναι η εναλλαγή από το κόσμο του συνειδητού στο κόσμο του ασυνείδητου και πάλι πίσω.

Ο άνδρας μεγαλώνει στα χέρια της μητέρας. Η μητέρα είναι αυτή που ασκεί τον έλεγχο πρώτη από όλους στη ζωή του. Η μητέρα είναι η γυναίκα πρότυπο. Κάθε γυναίκα που ακολουθεί ασυνείδητα συγκρίνεται μαζί της. Ο άνδρας προσπαθεί μάταια να ξεφύγει από το πλέγμα της μητέρας. Οι μνήμες από τη παιδική ηλικία σχηματίζουν τον ιστό της αράχνης. Η ανατροφή, η παιδεία, είναι ο έλεγχος του μυαλού που τον ακολουθεί. Κάθε επόμενη γυναίκα άθελά της πατά πάνω σε αυτές της μνήμες και γίνεται αράχνη. Τον καταδιώκει όταν προσπαθεί να ξεφύγει, όταν αναζητήσει κάποια άλλη. Αγγίζει το φόβο της απόρριψης. Τον καταδιώκει όταν μετατρέπεται σε μάνα. Αγγίζοντας το φόβο της δέσμευσης. Η γυναίκα ως αράχνη. Η γυναίκα ως δικτατορία. Μια διαρκώς φοβική αίσθηση που βρίσκει διέξοδο μόνο στην ερωτική επαφή. Κάθε απώλεια αυτής της δυνατότητας, αυτής της ελευθερίας, οδηγεί στη παράνοια. Κάθε ανάκτηση αυτής της λειτουργίας, κάθε αποδοχή της ανδρικής του φύσης, στη λογική και τον αυτοέλεγχο.

Ο Ντενί Βιλβλεβ κινηματογραφεί το Τορόντο ως μικρογραφία του ανδρικού μυαλού. Κάθε εικόνα και ήχος αν και φαινομενικά παρουσιάζουν μια φυσιολογική ζωή στη πόλη, είναι αναπαραστάσεις των εγκεφαλικών συνάψεων του ήρωα. Τα δίδυμα κτήρια, τα επαναλαμβανόμενα μουντά χρώματα, η διαταραχές από το περπάτημα της γυναίκας, το φως που εμφανίζεται μόνο με την εμφάνισή της ως ελπίδα, και σβήνει με την εμφάνισή της ως φόβο. το γκάζι της μηχανής που κάνει τεράστιο θόρυβο όταν νιώθει το ερωτικό κάλεσμα, οι απέραντοι αυτοκινητόδρομοι όταν βιώνει τη ματαιότητα, ο πραγματικός χρόνος και τα αληθινά χρώματα όταν συναντά τη μητέρα του. Το φίλμ είναι μια εκπληκτική απόδοση της φρουδικής θεωρίας σε συντομία στην οποία αναδεικνύεται το ταλέντο του Τζέικ Τζίλενχααλ στο διπλό ρόλο.

Παίζεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους και αξίζει να συζητηθεί.

Read Full Post »

αγάπη και μόνο

kinopoisk.ru

Για πάνω από 2 ώρες ο Χάνεκε στη ταινία “Amour” πραγματεύεται τη πορεία ενός ζευγαριού προς το αναμενόμενο τέλος. Η γυναίκα είναι άρρωστη φέροντας δύο εγκεφαλικά και ο άντρας της παρέχει τη φροντίδα που χρειάζεται ενώ αργά και σταθερά εκείνη χάνει τη σωματική και ψυχική της δύναμη. Θα έλεγε κανείς πως η ταινία είναι και βαρετή. Θα έλεγε ίσως πως λόγο και του θλιβερού του θέματος είναι βαριά, δραματική, ψυχοφθόρα. Θα τα έλεγε αυτά κάποιος που δεν γνωρίζει τον τρόπο που σκηνοθετεί ο Χάνεκε. Και ίσως να είχε και δίκιο μιας και μόνο ο τίτλος της ταινίας παραπέμπει σε κάτι ευδιάθετο.

Ανέμενα τη κατάλληλη στιγμή για να δω τη ταινία μιας και γνωρίζοντας το σκηνοθέτη και διαβάζοντας για το θέμα ήμουν προετοιμασμένος για μια καταπληκτική ταινία. Όσο βαρύ και να είναι το θέμα, αν γνωρίζεις τι να περιμένεις, η ικανοποίηση είναι δεδομένη. Το θέμα της ταινίας, η αγάπη, δε βρίσκεται μόνο στο τίτλο, αλλά σε κάθε σκηνή της. Η αγάπη είναι το θέμα, και όχι η δυστυχία του ζευγαριού. Η αγάπη που βρίσκεται στον πραγματικό κόσμο, και όχι στον κόσμο της preety woman. Αν κάποιος από τους θεατές, είχε στο νου του ένα πιο συμβατικό μοτίβο για την αγάπη, και φεύγοντας τον κέρδισε κάτι διαφορετικό, μια αλλιώτικη οπτική, τότε έζησε χάρη στη ταινία μια ενδιαφέρουσα ανατροπή. Την ανατροπή που δεν (χρειαζόταν να) έχει το σενάριο, την είχε η μέρα του εκείνη. Και αν αυτό συνέβη, τότε ο Χάνεκε μίλησε στη καρδιά. Εκεί που μιλά δηλαδή και η αγάπη.

Για μένα η ανατροπή ήταν στον πρωταγωνιστή. Όχι τόσο στην εξαιρετική ερμηνεία του Τρεντινιάν, όσο στο περιεχόμενο που ήταν και το συστατικό της ταινίας. Η ταινία επικεντρώθηκε -χωρίς να μονοπωλείται- από τη στάση του συζύγου. Από τη προσπάθεια που έκανε να μην αφήσει τη γυναίκα του στιγμή χωρίς την αναγκαία φροντίδα. Η προσπάθεια αυτή είναι που κάνει τη ταινία συγκλονιστική. Η προσπάθεια ενός ανθρώπου να πολεμήσει το ανεπιθύμητο κακό με τα πιο απλά μέσα.

Ο καθένας έχει τις αδυναμίες του και ο γράφων τις δικές του. Έχοντας ζήσει από δίπλα, τον άνθρωπο που φέρει αυτή την ευθύνη, της φροντίδας, νιώθω μια ανακούφιση και μόνο που κάποιος κατέγραψε και μετέφερε τόσο ρεαλιστικά και προσιτά τα στάδια της ζωής του συζύγου, τις ανησυχίες του, τις αντιδράσεις του, την υπομονή και τις υπερβάσεις. Όλα συμβαίνουν σε ένα προσωπικό χρόνο. Ο χρόνος που ξεκινά η αγάπη και ο χρόνος που -αναγκαστικά- τελειώνει είναι προσωπικός. Στο ενδιάμεσο περιλαμβάνονται συγγενείς, παιδιά, ταξίδια, περιπέτειες, παρέες, επιτυχίες, γλέντια, δράματα, διαλείμματα, που επηρεάζουν τη κοινή πορεία, αλλά δεν αλλάζουν το κώδικα. Ο κώδικας δυο ανθρώπων που αγαπιούνται παραμένει προσωπικός. Ούτε το ίδιο το παιδί του ζευγαριού είναι σίγουρο ότι θα τον καταλάβει, και αυτό είναι ένα μάθημα που βγαίνει από τη ταινία. Πόσο μάλλον οι συγγενείς, οι φίλοι, ή οι επαγγελματίες της φροντίδας. Κανενός η φροντίδα δε θα συγκριθεί με αυτή του αγαπημένου προσώπου, γιατί ο άνθρωπος που αγαπά είναι αυτός που απαρνιέται τον εαυτό του, και ας μη το ξέρει, και ας μη το καταλαβαίνει ο ίδιος. Για τον ίδιο η αυταπάρνηση είναι μια καθημερινή πράξη.

Η αγάπη και μόνο ορίζει την αρχή και το τέλος μιας ζωής. Όλα τα υπόλοιπα εμπίπτουν στη σφαίρα της επιβίωσης, της κατανόησης και της συνήθειας. Ξεκινάς να ζεις όταν χαμογελάς. Όταν αντιλαμβάνεσαι ότι κάποιος σε περιβάλλει με αγάπη. Και σταματάς να ζεις όταν νιώθεις εντελώς μόνος. Τότε σε καταβάλλει ο πόνος.  Αυτή η αρχή και το τέλος μπορεί να επαναληφθούν πολλές φορές στη ζωή. Καλό θα ήταν βέβαια να συμβαίνουν όσο σπανιότερα γίνεται. Να ζει κανείς μια ζωή συνεχόμενη από ανθρώπους που τον αγαπούν και εναλλάσσονται. Αλλά και να μη συμβαίνει, ο σύγχρονος πολιτισμός έχει δημιουργήσει υποκατάστατα. Από τα φάρμακα μέχρι τη μουσική. Από τις καταναλωτικές επιλογές μέχρι τη θρησκεία. Όλα μπορούν να συμβάλλουν. Όλα μπορούν να βοηθήσουν. Αρκεί να ξέρει κανείς πως η αγάπη βρίσκεται μόνο ανάμεσα σε πραγματικά πρόσωπα και εκφράζεται από το μοναδικό βλέμμα που αναπτύσσεται μεταξύ τους. Και αν δε το’χει, να το επιδιώκει. Οι ήρωες της ταινίας το κράτησαν μέχρι τέλους. Όταν χάθηκε το βλέμμα αυτό, χάθηκε και το νόημα της ζωής. Και σαν θεατής δεν νιώθεις καθόλου πως κάτι πάει στραβά με αυτά που βλέπεις να συμβαίνουν άπαξ και χάνεται αυτός ο κώδικας, αυτό το βλέμμα. Όλα μοιάζουν φυσιολογικά.

Ένα πράγμα που δε μας δίνει να καταλάβουμε η ταινία, είναι πόσο κόπο χρειάζεται για να αντέξει η αγάπη μέχρι εκεί; Πως γίνεται να συγκρατηθεί μέχρι τα βαθιά γεράματα; Ακόμα και με αναταράξεις αν είναι, πως γίνεται να να διατηρηθεί αυτό το μεγαλείο; Γιατί περί μεγαλείου πρόκειται όταν τα όρια της αγγίζουν τα βιολογικά των ανθρώπων και όχι τα ψυχικά που μπορεί να την εξαφανίσουν πολύ νωρίτερα. Αλλά μάλλον αυτό το ερώτημα δε βρίσκεται στις προθέσεις του σκηνοθέτη. Μάλλον για το σκηνοθέτη είναι αρκετό να περιγραφεί η αγάπη με ένα τρόπο λιτό, περιεκτικό και γλυκό. Χωρίς φραστικές η σκηνικές υπερβολές. Εκτός και αν ο τρόπος του αρκεί για να απαντηθεί και το ερώτημα..

Read Full Post »

Synecdoche,New York

Κι’ όμως υπάρχουν άντρες που κλαίνε. Άντρες που πιστεύουν πως είσαι πιο σημαντική απ’τη ζωή τους.  Άντρες που σε θέλουν ερωτικά όχι ως αυτοσκοπό,  αλλά ως ελάχιστη ανταπόδοση της αγκαλιάς που τους προσέφερες. Και δε θα καταλάβεις ποτέ τι βρίσκεται στο μυαλό τους, αφού ούτε οι ίδιοι θα καταλάβουν.

Κι’ όμως υπάρχουν άντρες που δεν μπορείς να τους ακολουθήσεις στη σκέψη, να βγάλεις μαζί τους συμπεράσματα για τη ζωή. Ζεις μαζί τους μα η δική τους ζωή δεν είναι εκεί. Και καταφέρνουν να την ανακαλύψουν όταν την αντιγράψουν σε μια κόλλα χαρτί.  Και καταφέρνουν να φερθούν φυσιολογικά μόνο σε ένα εικονικό περιβάλλον, γιατί τη πραγματικότητα με τίποτα δεν την αντέχουν αν και ποτέ δε θα στο πουν.

Εσύ τους λες συγγραφείς, σκηνοθέτες, διανοούμενους…γυναίκες, εγώ τους λέω σκεπτικούς και ευαίσθητους δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως η ζωή μαζί τους είναι δύσκολη και μη τη δοκιμάσεις αν δεν είσαι έτοιμη να απογοητευτείς. Κάποτε θα σου εξηγήσω γιατί θα απογοητευτείς.

Υπάρχουν άντρες που αντιμετωπίζουν το θάνατο δημιουργώντας ζωή πολλές φορές. Τους αρέσει να κοιτάζουν τη ζωή τους σαν παρατηρητές. Πασχίζουν μια ζωή να βρούνε το τίτλο του έργου. Και το έργο τους ποτέ δεν τελειώνει. Αν θες να μάθεις το γιατί δες τη ταινία.

Στις τελευταίες τους μέρες, αδύναμοι πια ακούν τη ζωή μέσα από ένα ακουστικό αλλά στη πραγματικότητα σε υπακούν.

[Η ταινία του Charlie Kaufman , (Synecdoche, New York) είναι συνέχεια της ιδιοφυούς του παρουσίας, όπως πιθανώς έχει αντιληφθεί κάποιος από την “Αιώνια λιακάδα ενός αψεγάδιαστου μυαλού”, και του “Μυαλού του John Malkovic” η οποία σε συνδυασμό με το ταλέντο του Philip Seymour Hoffman είναι ικανή να σε γοητεύσει]

Read Full Post »