Feeds:
Posts
Comments

Archive for the ‘General’ Category

"Εξάρχεια με θέα" φώτο: Νίκος Χαραλαμπίδης

“Εξάρχεια με θέα”
φώτο: Νίκος Χαραλαμπίδης

Στη τελευταία του αφήγηση με θέμα τη περιπέτεια του Νέιθαν Ζούκερμαν, ο Φίλιπ Ροθ περιγράφει έναν ήρωα μοναχικό, παραιτημένο από τη ζωή, παραδομένο στην ιδιοτροπία και την αβεβαιότητα. Έχοντας αποσυρθεί για έντεκα χρόνια από τη “ζωντάνια” της Νέας Υόρκης, ασκεί τη κενή ψυχή του με πράγματα αδιάφορα και τρομακτικά στη περιοχή της Νέας Αγγλίας. Απρόσμενα γεγονότα εμφανίζονται ως αναταράξεις στην συστηματικά ήσυχη καθημερινότητα του, ώσπου ένα κεντρικό συμβάν αποφαίνεται ως καθοριστικό. Η αντιμετώπιση του καρκίνου του προστάτη μέσα από μια διαφορετική ματιά. Αυτή του έρωτα. Ο 70χρονος ήρωας για πρώτη φορά μετά από καιρό δείχνει να νικάει τους δαίμονες του έχοντας πρώτα αφεθεί στα χέρια των γιατρών για μια επέμβαση στον προστάτη.

Το φάντασμα του τέλους της ζωής, εμπνευσμένο σαν ιδέα από εκείνο του πατέρα του Άμλετ, παίρνει σιγά σιγά μεν, μετά από πολύ ψυχική και σωματική κόπωση δε, το δρόμο της φυγής. Η ελπίδα σχηματίζεται ξανά στο πρόσωπο μιας νεαρής γυναίκας. Η ελπίδα είναι η δύναμη που τον κάνει να θέλει ξανά να ζήσει, να πειραματιστεί, να αγγίξει τη διέγερση. Ακόμα και αν αυτή η χρονική συγκυρία είναι οι παραμονές των εκλογών που θα φέρουν στην ιστορία το κράτος του τρόμου που ετοίμασε η κυβέρνηση του Gerge Bush Jr. για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις της 11ης Σεμπτεμβρίου.

=//=

Κατά τη περίοδο διακυβέρνησης του Gerge Bush Jr ξετυλίγεται η αφήγηση του  Shortbus. Στη ταινία του John Cameron Mictchell παρακολουθούμε μια σειρά ερωτικών απωθημένων να μη μπορούν να ικανοποιηθούν από ζευγάρια που προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και κυρίως με τη πόλη που ζούνε. Τη Νέα Υόρκη. Το shortbus είναι η λύση που βρίσκουν, ένα υπόγειο club, μια μυστική λέσχη, όπου τα μέλη μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα την όποια ερωτική τους επιθυμία χωρίς το φόβο πως θα κριθούν αρνητικά για αυτή. Και μόνο όμως η γνώση, πως στην υπόλοιπη πόλη ανθεί ο συντηρητισμός, η μισαλοδοξία και η ανασφάλεια, είναι αρκετά για να τους αφαιρέσουν ένα κομμάτι από τη χαρά της ζωής. Στα extras & deleted sceens της ταινίας, ο σκηνοθέτης δίνει μια συνέντευξη συνδέοντας την ιστορία του με την εμπειρία του φόβου που έζησαν οι προοδευτικοί άνθρωποι στις ΗΠΑ εκείνα τα χρόνια. Κεντρικό στοιχείο της ανησυχίας του ήταν πως “δε μπορεί αυτή η τόσο δυναμική πόλη να έχει βουτηχτεί στο σκοτάδι, δε μπορεί αυτή η τόσο ζωντανή κοινότητα να τριγυρίζεται από θάνατο”

=//=

Στα χρόνια που ακολούθησαν το φάντασμα μετακινήθηκε από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη. Η νέα συνθήκη ζωής που επέβαλλε τη διαχείριση του υπέρογκου χρέους έγινε βραχνάς και βάσανο για το μεγαλύτερο κομμάτι των αδύναμων ανθρώπων. Και αδύναμοι αρχίσαμε να γινόμαστε όλο και πιο πολλοί. Εδώ στην Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα, η εικόνα που ζήσαμε απείχε αρκετά από τις ρομαντικές αφηγήσεις οικονομικών η υπαρξιακών κρίσεων που μας έστελναν κατά καιρούς οι ΗΠΑ. Μακάρι να μπορούσαμε να βιώσουμε τα γεγονότα από αυτή την απόσταση του βιβλίου από τον αναγνώστη ή του θεατή από την οθόνη. Εδώ η πραγματικότητα ήρθε και μας μίλησε με τη πιο σκληρή γλώσσα. Ήρθε και μας έδιωξε από τη δουλειά που είχαμε, ήρθε και μας άφησε άρρωστους και ανήμπορους στα νοσοκομεία, ήρθε και μας έκλεισε ένα σωρό καταστήματα στην Πατησίων, αφήνοντας για προίκα τη βιομηχανία του καφέ, beaute, καράτε.

=//=

Καφενεία, ταχυφαγεία, μεζεδοπωλεία, σουβλατζίδικα, αρτοποιεία, κομμωτήρια, μανικιούρ, αρωματοπωλεία του χύμα, σχολές αυτοάμυνας. Α, και «Αγοράζω Χρυσό Τιμαλφή». Ιδού, η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα της κρίσης. Στην Αθήνα της Μεγάλης Υφεσης.// Μόνος με το σώμα σου. Και εναντίον όλων. Στο Depression Εra δεν εμπιστεύεσαι κανέναν. Η κοινωνία ράγισε και σπάει, σπάνε οι συνεκτικοί δεσμοί, τα συμβατικά ήθη του καιρού ειρήνης αλλάζουν. Τώρα είναι πόλεμος. Η άφιλη πόλη κρύβει απειλές, στους δρόμους, στα πάρκα, στις πλατείες. Αστυνομικοί-αστακοί περιπολούν· ματαίως, επιτείνουν την ανασφάλεια. Οι σχολές αυτοάμυνας υπηρετούν αυτή την ανάγκη: τον φόβο και το ένστικτο αυτοσυντήρησης το μοναχόλυκου, αυτού που νιώθει ότι ζει εκτός πλαισίου, εκτός κοινωνικής συστοιχίας, άνευ προστασίας, του ξεμοναχιασμένου ή απορριφθέντος που νιώθει ότι δεν υπάρχει γι’ αυτόν κράτος πρόνοιας και κράτος δικαίου, δεν υπάρχει θεός και αφέντης, μόνο ο εαυτός του, το σώμα του, οι γροθιές και η διαρκής του επαγρύπνηση. Μαθαίνει πάλι την ξεχασμένη τέχνη του πολέμου, κουνγκ φου, καράτε, ζίου ζίτσου, αναπνέει βαθιά, είναι έτοιμος για όλα. Η μητρόπολη έχει γίνει σκοτεινή Γκόθαμ Σίτυ και ο flaneur είναι πληβειο-Μπάτμαν. 

=//=

αν προσπαθούσε κανείς να περιγράψει το φάντασμα, με όρους κινηματογραφικούς, σίγουρα θα έπαιρνε εικόνες από το “Δευτέρες με λιακάδα” τη γλυκιά εκείνη ταινία του Φερνάντο Λεόν με τον Χαβιέ Μπαρδέμ να υποδύεται τον απολυμένο εργάτη από τα ναυπηγεία, προσπαθώντας να σώσει όση αξιοπρέπεια του έχει απομείνει στην ανεργία. βάφοντας τα μαλλιά του μαύρα να μην φαίνονται οι γκρίζες τρίχες, λίγο πριν τη συνέντευξη στο γραφείο εύρεσης εργασίας, ή για τις νεότερες ηλικίες, το “medianeras/μεσοτοιχίες” με φόντο την Αργεντινή που έχει συμβιβαστεί με τη πραγματικότητα της χρεωκοπίας, τη μοναξιά, την ανεργία, το φόβο και το πανικό των 30ρηδων, την αβεβαιότητα, και τέλος την ελπίδα που φέρνει η αγάπη.

=//=

και πάλι, όσο ποιητικά προσπαθήσει να το δει κανείς, το φάντασμα παραμένει φάντασμα. ειδικά για τη δική μας τη γενιά ήταν όλα απρόσμενα. με άλλα εφόδια ετοιμαστήκαμε να αντιμετωπίσουμε τη ζωή με άλλα καταλήξαμε να πολεμάμε. όπως έλεγε το βυτίο.

=//=

Δεν ήμουν φτιαγμένος να φοβάμαι μέσα στο τρένο, να απελπίζομαι στις κεντρικές λεωφόρους, να ελίσσομαι ανάμεσα στα πτώματα, να αποφεύγω τα απλωμένα χέρια, να παρατηρώ τα παραιτημένα πόδια. Δεν ήμουν φτιαγμένος να ζήσω αυτά τα χρόνια, αυτές τις ουρές, αυτά τις αγωνίες, αυτές τις φτώχειες. 

Τώρα κάνω βόλτες σε έρημους δρόμους πνιγμένους απ’ τα εκατοντάδες ενοικιάζεται. Γράμματα στοιβάζονται σε εισόδους, ζητιάνοι και πρεζάκια στοιβάζονται σε πεζοδρόμια, άνεργοι στοιβάζονται σε βιογραφικά, μετανάστες στοιβάζονται σε στρατόπεδα.

Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για να βαδίζουμε ατρόμητοι καταπάνω σε όλα τα ζόρια – λογαριασμοί, απολύσεις, ερημιές, μπάτσοι, φασίστες, βιβλιάρια υγείας. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα κλαίγαμε μόνο από έρωτα και εθιμοτυπικά, σε μεγάλες αθλητικές νίκες και επετείους. Άντε πότε πότε κι ένας θάνατος. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα διαβάζαμε τους θεωρητικούς για λόγους κουλτούρας και ότι θα τα βάζαμε με την υπερκατανάλωση, την αλλοτρίωση και άλλες έννοιες απ’ τις εκθέσεις ιδεών.

=//=

ή όπως έγραψε ο Τσαλαπάτης γίναμε η γενιά η μεγαλωμένη στους γκισέδες των αεροδρομίων, στις ξενόγλωσσες ηλεκτρονικές αιτήσεις για δουλειά ή για σπουδές κάπου μακριά, μετρώντας μέρες ανάμεσα σ ένα ‘’που βρίσκεσαι;’’ Και σ ένα ‘’αντίο’’. [..] Και εσύ βρίσκεσαι εδώ και λες τι κάνω; Πως ζω; Και πώς να γράψω; Περπατάς ανάμεσα στους απολυμένους, στους ανέργους και τους άστεγους, τους τοξικοεξαρτημένος και τους ξεριζωμένους, μέσα στη διαστροφή των λέξεων: άνθρωποι ονομάζονται λαθραίοι, άρρωστες γυναίκες υγειονομική βόμβα, εγκληματικές συμμορίες νεοναζί ρατσιστών βαφτίζονται πολιτικά κόμματα, η καταστολή ονομάζεται προστασία, τα βασανιστήρια σωφρονισμός.

=//=

στη μικρή αυτή χερσόνησο της ΝΑ Ευρώπης αύριο έχουμε εκλογές. η προσδοκία πως όλος αυτός ο ζόφος θα τερματιστεί απ΄η μια πλευρά στηρίζεται απ’τη άλλη αμφισβητείται. και είναι δύσκολο έως ανόητο να πει κανείς πως με μια επιλογή που θα κάνει αύριο, θα αλλάξει η ζωή από μόνη της. είναι ίσως προτιμότερο να δει πως φτάσαμε ως εδώ. πως δεν ήταν εύκολα. πως όσα τώρα φαίνονται πιθανά, ή και αυτονόητα, κάποτε δεν ήταν. αν ανατρέξουμε στο παρελθόν μπορεί να δούμε τους εαυτούς μας τρομαγμένους. σε μια πόλη φτώχειας, φόβου και δυστυχίας, να περπατά το φάντασμα σπέρνοντας το θάνατο ως εκδίκηση για μια δολοφονία. αυτή του Μανώλη Καντάρη. ενός ανθρώπου που ετοιμαζόταν να επισκεφθεί τη γυναίκα του που θα γεννούσε. ήταν η καλύτερη δικαιολογία για να ξεκινήσει ένα παρακρατικό κυνήγι προς τους πιο εξαθλιωμένους συνανθρώπους μας. θα δούμε ανθρώπους ανίκανους να αντιδράσουν από το τρόμο που προκαλούν τα χρέη, οι αναδουλειές, η αυθαιρεσία. κι’όμως αντέδρασαν. λίγες μέρες μετά μαζεύτηκαν όλοι μαζί στις πλατείες και άρχισαν να γνωρίζονται ξανά. στην αρχή κραύγαζαν ή έκλαιγαν, μετά έμαθαν να ακούνε και να συζητούν, μέχρι στο τέλος κατέληξαν να κάνουν προτάσεις. να διαβουλεύονται. τη κίνηση αυτή που στο μέλλον θα τιμάμε με τις γνωστές βαρετές τελετές στη χώρα μας και στην υπόλοιπη Ευρώπη, πολλοί την υποτίμησαν. την απαξίωσαν, τη χλεύασαν. ήταν όμως η πρώτη σημαντική συλλογική στιγμή μετά από πάρα πολλά πολλά χρόνια απραξίας, ανάθεσης, και ωχαδελφισμού που έδωσε το δικαίωμα σε διεφθαρμένες ομάδες να κυβερνούν χωρίς καμία αίσθηση λογοδοσίας και σύνεσης. η μέχρι τότε απραξία έδωσε ακόμα και το δικαίωμα να δηλώσουν πως “μαζί τα φάγαμε”.

η επόμενη ιστορική στιγμή ήταν η διαδήλωση για εκείνο το περίφημο μεσοπρόθεσμο. ο κόσμος. η συρροή. η αγανάκτηση. τα αιτήματα για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. και μετά ο κόσμος αυτός να ξεχύνεται. στις γειτονιές, στις Σκουριές, στις άλλες πόλεις τις ύφεσης. όλα αυτά δεν ήταν εύκολα. ούτε αυτονόητα. άνθρωποι που δεν ασχολούνταν με τη πολιτική πάλεψαν για αιτήματα, αντιστάθηκαν στην αστυνομία, δημιούργησαν κινήματα, πρωτοβουλίες, ιατρεία, συλλογικές κουζίνες, συνεργατικά καφενεία, διεκδίκησαν δεδουλευμένα. αυτή ήταν η ιστορία απ’τη πλευρά των ανθρώπων. γραμμένη απ’τις δικές τους ανάγκες. γιατί τόσα χρόνια ακούγαμε- με βασανιστικό τρόπο- την ιστορία των δανειστών, πού είχαν ανάγκη από μεταρρυθμίσεις, και πρόθυμους πελάτες.

δεν ήταν αυτονόητο ότι θα αντιδράσουμε έτσι. δεν ήταν αυτονόητο ότι θα κατέβουμε τόσοι πολλοί στο Κερατσίνι, μετά τη δολοφονία του Φύσσα. θα μπορούσαμε πιθανόν να έχουμε εσωτερικεύσει την αγανάκτηση και την ενοχή. να κάνουμε κακό στους εαυτούς μας ή στους πιο αδύναμους, έχοντας γίνει εμείς οι ίδιοι φαντάσματα γι’αυτούς. ή απλά να ξεχάσουμε. και να επιλέξουμε πάλι μια απ’τα ίδια. ασφάλεια, σταθερότητα, Ευρώπη.

ποια Ευρώπη;

=//=

τα μάτια της Ευρώπης λένε είναι στραμμένα πάλι πάνω στην Ελλάδα. η κοινή μας οικογένεια, ο χώρος που δημιούργησαν με τόσο κόπο οι γονείς μας μετά το πόλεμο για να στεγάσει την ελευθερία, την ανάπτυξη και τη δικαιοσύνη, και που στη χώρα αυτή αρχίσαμε να χαιρόμαστε τα τελευταία 30 χρόνια, πήρε τη μορφή σκιάχτρου τη περίοδο της κρίσης. τι λένε για μας; τι γνώμη έχουν; τι θα μας πάρουν; τι θα μας δώσουν; πως θα αντιδράσουν;

μερόνυχτα κρίσης με τη βοή των καναλιών να μπαίνει στο σπίτι μας με κάθε τρόπο. να ακούγονται τα αιτήματα των ξένων αλλά ποτέ τα δικά μας. εμείς να πρέπει να είμαστε ήσυχοι και εργατικοί. να υπομείνουμε τη τιμωρία.

και όσο και αν γύρω από τα ιδρύματα με τους γραφειοκράτες χτιζόταν μια άλλη Ευρώπη, από τα παιδιά του erasmus, από τα νέα παιδιά του Νότου  που έψαχναν για δουλειά στις πρωτεύουσες του Βορρά, όσο και αν έχτιζαν παρέες και κινήσεις αντίστασης και αλληλεγγύης, η δική τους φωνή δεν ακουγόταν.

=//=

η αυριανή αναμέτρηση είναι μια συνέχεια αυτής της διαρκούς αναμέτρησης της ελπίδας με το φόβο. ένα στάδιο ικανό να κάνει τη χώρα ξανά υπερήφανη. μια δήλωση προς όλους όσους μας παρακολουθούν πως υπάρχει και άλλος δρόμος. ο δρόμος που φτιάξαμε με υλικά τη συνέργεια, τη κατανόηση, τη λογική και την ανθρωπιά. δεν έχει κανένας τη ψευδαίσθηση ούτε την αυταπάτη πως είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. τον βαδίζουμε όμως πλέον χωρίς σκιάχτρα. για αυτό έχουμε τη χαρά. επειδή προχωράμε. χωρίς το φάντασμα.

 

 

 

 

Advertisements

Read Full Post »

χάθηκε.

Edward-Hopper-Nighthawks-Grand-Palais

χάθηκε από εκείνη τη πόλη με τα τόσα μπαρ, τον τόσο κόσμο με διάθεση εξόδου και εξερεύνησης, με τάσεις απομόνωσης αλλά και αυτοπροβολής,  χάθηκε από εκείνη τη κοίτη της αέναης νυχτερινής ζωής, με τις εμπορικές στοές, που μετατρέπονταν το βράδυ σε τόπους συνάντησης φερέλπιδων νέων με αινιγματικές δεσποινίδες,

χάθηκε από εκείνη τη πρωτεύουσα του καλού γούστου, που τόση μελέτη είχε αφιερωθεί, στη σημασία της λεπτομέρειας, στη διαφορά της αισθητικής, στην αγωγή της ψυχής,

χάθηκε να φιλοξενείται ένα μπαρ που να αντιστέκεται στο χρόνο,  να φωτίζεται διαρκώς όλη νύχτα, αποβάλλοντας το πέπλο του μυστηρίου, να είναι απλωμένο από τη μια γωνία του κτηρίου ως την άλλη, χωρίς να νοιάζεται αν θα γεμίζει, να παίζει μουσική χαμηλά, ώστε να μπορεί το ζευγάρι να συνομιλήσει, ώστε να μπορεί ο θαμώνας, να ηρεμήσει.

χάθηκε από εκείνη την εποχή, ένα στέκι, που να μη διαφημίζεται ως στέκι, ένα μαξιλάρι να ακουμπίσουν όσοι τη νύχτα δεν μπορούν να ξαπλώσουν στο στρώμα. δε θέλαν. θέλαν να περάσουν τη νύχτα κινηματογραφικά.

=//=

έλα μάρκο, έχει περάσει η ώρα, πες μας τι χρωστάμε.

δε χρωστάτε. έχετε πληρώσει τόσες φορές και με το παραπάνω.
να φύγετε όσο είναι νύχτα ακόμα και έχει ησυχία. να περάσετε την υπόλοιπη αγκαλιά.

θα φύγουμε μάρκο και θα σ’αφήσουμε με τον μοναχικό επισκέπτη
να πείτε μια κουβέντα αληθινή. να του κάνεις παρέα.

δε νομίζω να θέλει παρέα. να βρίσκεται μια Κυριακή βράδυ σ’ενα μέρος ήσυχο θέλει, να πίνει ένα λακγαβούλιν, να παρακολουθεί τις ιστορίες των άλλων και να φαντάζεται το επικό τους τέλος. γεμάτο άλλοτε σπαραγμούς άλλοτε συγκλονιστικούς έρωτες. γι’αυτόν το ίδιο είναι.

θα σ’αφήσουμε μάρκο.

=//=

χάθηκε εκείνο το μπάρ που γέμιζε ιστορίες το σημειωματάριο του μοναχικού επισκέπτη.
έμεινε μόνο ένας πίνακας να γεμίζει τους τοίχους μοντέρνων διανοητών και εκλεκτικών θηλυκών.

Read Full Post »

Lomogram_2014-12-17_06-17-23-PM

έβρεχε εκείνες τις τελευταίες μέρες. έβρεχε πολύ. σαν ένα συντονισμένο σχέδιο να εκνευριστούν οι πάντες. να δυσκολευτούν σε οτιδήποτε. να λυγίσουν τη τελευταία στιγμή. τη τελευταία νύχτα. του χρόνου.

έβρεχε δοκιμάζοντας τις αντοχές των παπουτσιών. στα πεζοδρόμια με τις σπασμένες πλάκες. που έκρυβαν εκπλήξεις λάσπης στους απρόσεκτους. δοκιμάζοντας τα φρένα των προσαγωγών. να μη γλιστρήσουν τα πόδια, να μη ξεφύγουν οι αστράγαλοι. να μη χαλάσει η βραδινή εμφάνιση. η τόσο ξεχωριστή εμφάνιση. η τελευταία εμφάνιση. της νύχτας.

έβρεχε και είχαν σπάσει τα τηλέφωνα. εκτός από τις πλάκες. όλοι αποζητούσαν συντροφιά. να τα πούμε πριν τελειώσει ο χρόνος. τι να πούμε; όσα δεν είπαμε όλο το χρόνο. γιατί δεν τα είπαμε; γιατί δεν μιλάμε. γιατί δεν έχουμε μάθει να μιλάμε. χρειάζεται λίγος φόβος για να κάνει τις λέξεις γαργάρα. ο φόβος του τέλους του χρόνου ας πούμε.

έβρεχε και μαζί με τις σόλες των παπουτσιών δοκιμάζονταν και τα μυρμήγκια. εκείνα βρίσκονταν ανάμεσα στα παπούτσια και το έδαφος. το βαθύ από το χώμα έδαφος. έτρεχαν πανικόβλητα να βρούνε τρύπα. κουβαλώντας άλλοτε τις προμήθειες του χειμώνα, άλλοτε τη συντροφιά τους. μια συστάδα μυρμήγκια ακόμα.

εκείνα έβλεπαν κάθε λιγότερο από λεπτό το τέλος. του φαγητού τους. της συντροφιάς τους. ακόμα και των ίδιων από πνιγμό. από μια σταγόνα νερό. αλλά είχαν συνηθίσει. ήξεραν να πορεύονται και μετά απ’αυτό. ήξεραν να επιβιώνουν ακόμα και μετά το πνιγμό. δύσκολο να το διανοηθεί κανείς. αλλά και πάλι, ποτέ δε νοιάστηκε πραγματικά κανείς.

δύσκολη νύχτα.

Read Full Post »

είχα πριν δυο ακριβώς χρόνια βρεθεί (γιατί; δε ξέρω γιατί.) σε μια εναρκτήρια εκδήλωση. τη διοργάνωνε μια “πολιτική κοινότητα” νέων ηλικιακά ανθρώπων που θεωρούσαν την Ευρώπη “το σπίτι τους”. μιλούσαν για δίκαιη διακυβέρνηση, νέα υλικά, νέους θεσμούς, νέα πρόσωπα και αυτογνωσία. μιλούσαν για ειρηνική επανάσταση. λέγαν πως “Η νέα πολιτική μας θέλει ανοιχτόμυαλους, συνεργατικούς, ειλικρινείς με τους εαυτούς μας και τους συνανθρώπους μας“. ένιωθα λίγο πως διάβαζα ξανά εκείνα τα πέηπερς από το μεταπτυχιακό δημόσιας πολιτικής του χάρβαρντ που είχαμε και στη σχολή μου. ήταν τόσο άνετο το περιβάλλον, τόσο απλό, τόσο προοδευτικό. οι ομιλητές με τζιν και πλεχτή γραβάτα, καρό απαλό πουκάμισο και σμάρτφον στο χέρι. ένας αέρας βοστώνης φύσαγε για λίγο στο αμφιθέατρο του ενέαογνώντατέσσερα στο γκάζι. οι νέοι που μίλαγαν για μεταρρυθμίσεις. οι νέοι που βγαίνουν μπροστά.

ανάμεσα στους ομιλητές υπήρχε και κάποιος που δήλωνε σύμβουλος πολιτικής και επικοινωνίας. δεν θεωρούσε αναγκαίο να δηλώσει πως κατ’αποκλειστικότητα, τότε, συμβούλευε, τον υπουργό δημόσιας τάξης, όντας επικεφαλής του γραφείου του. θεώρησε όμως αναγκαίο να μιλήσει για τη “διαχείριση των μεταναστευτικών ροών”, για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κεντρική κυβέρνηση και για το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο. ανάμεσα σε άλλες επιτυχίες του υπουργείου δημόσιας τάξης αναφέρθηκε και στα κέντρα κράτησης αλλοδαπών όπως αυτό της αμυγδαλέζας. “τα κέντρα κράτησης είναι ένα βήμα προόδου” είχε πει. με μια φωνή απαλή, σχεδόν ενοχική για το βάρος της ευθύνης που είχε να διαχειριστεί, αλλά και αποφασιστική. απαντητική απέναντι στο εκατέρωθεν ισοπεδωτικό λαϊκισμό όσων θέλουν τη νομιμοποίηση όλων των μεταναστών και όσων (απ’το άλλο άκρο) τους θέλουν κακοποιημένους ίσως και μετά νεκρούς. αυτός δε βρισκόταν στα άκρα. αυτός βρισκόταν στο κέντρο. ήξερε ποια είναι η ισορροπημένη πρόταση διακυβέρνησης. ποιο είναι το βήμα προόδου.

=//=

στο προηγούμενο κείμενο στο blog είχα αναφερθεί στην απόφαση του δικαστηρίου σχετικά με τη ληστεία στο βελβεντό. ληστεία που τελικά δεν έγινε. δεν κατάφεραν ούτε να κλέψουν τίποτα. ούτε βία να ασκήσουν σε κανένα. αντίθετα πολύ πριν την απόφαση του δικαστηρίου είχε καταφέρει η αστυνομία να τους σακατέψει και το δημοσιογραφικό συνάφι να τους συκοφαντήσει ως τρομοκράτες. δυο μήνες μετά, ένας απ’αυτούς, ο Νίκος Ρωμανός, κάνει απεργία πείνας ζητώντας “μια ανάσα ελευθερίας” μέσα από τη φοιτητική άδεια. ως κρατούμενος τη δικαιούται αν το δικαστικό συμβούλιο αποφασίζει πως δεν αποτελεί απειλή. με λύπη μου παρατηρώ, ή μάλλον όχι, με αγανάκτηση, η οποία καταλήγει σε λύπη, πως από το δημόσια κουβέντα που έχει αναπτυχθεί, κανείς από όσους ανοικτά και απερίφραστα λένε “να μείνει μέσα”, “κάνει πολιτικό εκβιασμό”, “αφού θέλει, ας πεθάνει” δε γνωρίζει ούτε για τι πράγμα κατηγορήθηκε, ούτε τη ποινή εκτίει, ούτε τι έκανε ή του κάναν πριν βρεθεί στη φυλακή. αντίθετα βρίσκουν δικαιολογίες του τύπου “ο νόμος άλλαξε”, “υπάγεται πλέον στα σωφρονιστικά καταστήματα τύπου Γ'”, είναι “ένας επικίνδυνος άνθρωπος που καίει, σπάει, πυροβολεί” και δυστυχώς ή ευτυχώς, ανάλογα τη πλευρά που είσαι, δεν ισχύει τίποτα απ’όλα αυτά. προχτές το συζήταγα με μια νεαρή τελειόφοιτη και μου έλεγε “γιατί να βγεί; αφού είναι τρομοκράτης”, της απάντησα πως δεν υφίσταται η έννοια τρομοκρατία ούτε εκτίει σχετική ποινή. μετά μου είπε “ναι, αλλά είναι αναρχικός”, και της απαντώ πως δεν είναι -ακόμα- παράνομο να είσαι αναρχικός σε αυτή τη χώρα.

=//=

μια ολόκληρη εβδομάδα πριν την επέτειο της εξέγερσης του πολυτεχνείου, το (απελευθερωμένο πλέον από αποφάσεις συγκλήτων) πρυτανικό συμβούλιο του ΕΚΠΑ και του ΟΠΑ, είχαν καλέσει την αστυνομία να περιφρουρήσει τα κτίρια των οδών Πανεπιστημίου και Ακαδημίας και εκείνο της Πατησίων. η αιτιολογία ήταν για να μη γίνουν καταλήψεις που θα οδηγήσουν σε καταστροφές. λες τις μέρες που ακολούθησαν, τις μέρες που έξω απο τα τρία κτήρια και όλα τα γύρω αποστειρωμένα τετράγωνα με ΜΑΤ, ΕΚΑΜ, ΔΙΑΣ, ΔΕΛΤΑ και άστολους αστυνομικούς, οι λόγοι για καταλήψεις έπαψαν να υπάρχουν. στο ίδιο θέατρο παραλόγου, βλέπαμε το πολυτεχνείο να περιφρουρείται από τις πολιτικές ομάδες που είχαν αναλάβει τον “εορτασμό” να μένει επίσης άθικτο από “καταστροφές” μόνο που αυτή τη φορά την ευθύνη είχε η πανεπιστημιακή κοινότητα και όχι η αστυνομία. ήταν δυο εικόνες εκ διαμέτρου αντίθετες. η μια ήταν η απόλυτα σωστή, αυτή που αποδεικνύει πως η παν/κη κοινότητα και σέβεται και φροντίζει το πανεπιστήμιο όταν την αφήνεις, και η άλλη, η απόλυτα λάθος, που θέλει την αστυνομία, ως λύση σε κάθε πιθανό πρόβλημα. και δυστυχώς η τελευταία έχει αρχίσει να γίνεται τάση. κυρίαρχη.

=//=

στη χτεσινή κινητοποίηση για την ένδειξη αλληλεγγύης στο αίτημα του Νίκου Ρωμανού, έγινε μια συμβολική κατάληψη των γραφείων της ΓΣΕΕ. τη ώρα που κράτησε οι διαδηλωτές άνοιξαν ένα πανό σε ένα από τα μπαλκόνια του κτηρίου που έγραφε  “αλληλεγγύη στον απεργό πείνας αναρχικό Ρωμανό“. το δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 θεώρησε αναγκαίο αντί αυτών να δείξει μια εικόνα φλεγόμενου αυτοκινήτου  τη νύχτα πάνω από την είδηση για κατάληψη.

=//=

έγραφα τις προάλλες πως είτε θα του δώσουν τη φοιτητική άδεια για φανούν σαν κράτος φιλεύσπλαχνοι, αφού πρώτα τον εξουθενώσουν βιολογικά, και μας ζαλίσουν ότι θέλει ο ίδιος να πεθάνει, δείχνοντας έτσι, ποιος είναι το κράτος που προσαρμόζει τη νομιμότητα στα σχέδια του, είτε θα τον αφήσουν να πεθάνει, γνωρίζοντας ποιες θα είναι οι αντιδράσεις, τι οργή θα απελευθερώσουν, και ως ένα μεγάλο βαθμό υποκινώντας τες. γιατί; γιατί θέλουν να αποτελειώσουν ότι ξεκίνησε ως αμφισβήτηση της νόμιμης βίας το Δεκέμβρη του ’08΄γιατί θέλουν να το κάνουν έχοντας το ηθικό πλεονέκτημα. πλέον το παιδί που βρισκόταν δίπλα στο γρηγορόπουλο όταν πέθαινε, δεν είναι θύμα. είναι ενήλικος, ληστής, αναρχικός, τρομοκράτης, θύτης. πλέον δεν υπάρχουν δικαιολογίες. και υπάρχει (;) και μια ανθρώπινη μάζα που έχει κουραστεί με όλα αυτά. “πορείες, διαδηλώσεις, βια, καταστροφές, μα καλά, δεν έχετε κουραστεί με όλα αυτά; δεν έχετε καταλάβει ότι δεν οδηγούν πουθενά;

=//

στο μεταξύ έχουν μαζευτεί Σύροι πρόσφυγες στο σύνταγμα, έχοντας ξεφύγει από τον πόλεμο, και ζητούν άσυλο. ο τηλεαστέρας εκπρόσωπος της ΝΔ καλεί τον υπουργό δημόσιας τάξης να τους μαζέψει γιατί χαλάν την εικόνα της πόλης εν όψη Χριστουγέννων. η παρουσία τους είναι εμπόδιο να πάρει μια ανάσα η αγορά.

OLDBOY

=//=

μαθαίνω σήμερα, και με αφορμή αυτό έγραψα όσα έγραψα, πως “ένας ακόμα νεκρός μετανάστης στην Αμυγδαλέζα“. ο προηγούμενος είχε πεθάνει το καλοκαίρι.

=//=

αντί να μιλάμε για αφοπλισμό της αστυνομίας στις συγκεντρώσεις όπως κάναμε το Δεκέμβρη του ’08 τη καλούμε να αποστειρώσει τα πανεπιστήμια. αντί να εφαρμόζουμε τα δικαιώματα των κρατουμένων και να αναβαθμίζουμε τις συνθήκες κράτησης όπως κάνουν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι “το σπίτι μας”, απαντάμε στο πόσο αντιδραστικό είναι να τους αποκαλούνε “πολιτικούς εκβιαστές”. αντί να δημιουργήσουμε αποτελεσματικό σύστημα ασύλου και ένταξης προσφύγων και μεταναστών τους οδηγούμε σε κέντρα κράτησης, και κυρίως μακριά από το κέντρο της χριστουγεννιάτικης αγοράς.

=//=

στην άλλη όχθη του ατλαντικού, ο πρόεδρος που έχει υποχωρήσει σε ένα σωρό συντηρητικές επιλογές από την έναρξη της θητείας του, δίνει τον καλύτερο λόγο της ζωής του, υπενθυμίζοντας ότι η Αμερική είναι έθνος μεταναστών και η παρουσία τους την έχει κάνει αυτό το ισχυρό κράτος που είναι σήμερα. στην εδώ χώρα, στο κοινοβούλιο, ο πρωθυπουργός, γνωρίζει και συνεχώς επαναλαμβάνει πόσο απειλή είναι για τη κοινωνία μας και την Ευρώπη, οι “λαθρομετανάστες”. ένας όρος εξευτελιστικός και αντικανονικός. και δε βρίσκεται κανένας κεντροαριστερός ή προοδευτικός της βοστώνης να των σταματήσει. και δεν αντιδρά κανείς από το “κέντρο” σε ότι ακραίο ακούει.

=//=

ο θάνατος, ο αργός, νόμιμος και ενοχικός θάνατος είναι το μόνο που μπορεί αυτός ο συρφετός να μας προσφέρει. είναι το δικό τους βήμα προόδου.

=//=

παρακολουθούμε το θάνατο ενός δεκαπεντάχρονου στα εξάρχεια, ενός αφγαγού στα πετράλωνα, ενός χιπχοπά στο κερατσίνι, ενός κρατουμένου στην αμυγδαλέζα, μιας διαπομπευμένης οροθετικής, ενός παιδιού στο φαρμακονήσι, ενός υπερχρεωμένου στη Μεσσηνία, ενός αναρχικού στο Γ.Γενηματάς. αφήνοντας ένα σωρό κανάλια να τον κανιβαλίσουν, να τον κάνουν νόμιμο, να τον κάνουν αναπόφευκτο, και κυρίως να ρίξουν την ευθύνη στο νεκρό. παρακολουθούμε περιμένοντας το δικό μας θάνατο αφού όλο αυτό το πανηγύρι το θεωρούμε λογικό. παρακολουθούμε χωρίς να βλέπουμε κάτι το δολοφονικό.

=//=

Μια νοητή γραμμή ενώνει τα φλεγόμενα αυτοκίνητα των Εξαρχείων με τα πυρπολημένα αυτοκίνητα των αυτοχείρων του μνημονίου. αυτό λέει ο silentcrossing.

=//=

νυσάφι πια. νυσάφι.

όχι άλλες δικαιολογίες.

όχι άλλο θάνατο.

 

Read Full Post »

δε μιλάμε πια.

είδα τις προάλλες το lunchbox. μια πολύ γλυκιά και ρομαντική ταινία για έναν μοναχικό υπάλληλο λογιστηρίου έτοιμο να συνταξιοδοτηθεί και μια νοικοκυρά με απίστευτες μαγειρικές ικανότητες στη Βομβάη. ο υπάλληλος δεν είχε χρόνο ούτε διάθεση να μαγειρεύει, και η νοικοκυρά νόμιζε ότι μαγείρευε καθημερινά για τον άντρα της. νόμιζε, γιατί ενώ έστελνε το φαγητό με ένα σύστημα food courier στο γραφείο του, το φαγητό κατέληγε στον υπάλληλο του λογιστηρίου. παρότι το σύστημα απ’ότι μαθαίνουμε στη ταινία είχε βρεβευθεί για την αποτελεσματικότητά του ακόμα και από το Harvard. αυτή η αναποτελεσματικότητα όμως, αυτή η μικρή παραδρομή, έφερε κοντά της τον κύριο λόγιστή, που σε αντίθεση με τον άντρα της νοικοκυράς, τίμησε όλο το φαγητό της και την έκανε ευτυχισμένη. τόσο ευτυχισμένη όσο να πάρει τη πρωτοβουλία να του μιλήσει και να τον συναντήσει. και έκανε και εκείνον ευτυχισμένο μιας και μετά από τόσα χρόνια που είχε χάσει τη γυναίκα του βρέθηκε κάποια να τον γοητεύσει με τις συνταγές της και το ενδιαφέρον της. στη ταινία που προβάλεται δίνεται και η απάντηση στο αν είναι ικανή η μαγειρική από μόνη της να φέρει δυο ανθρώπους κοντά. εμένα όμως αυτό που με απασχολούσε ήταν που πάει ο έρωτας μετά το στομάχι. γιατί την απάντηση αυτή δεν την έδινε το lunchbox. όσο χορταστικό και αν ήταν.

είδα λοιπόν χτες τη ταινία «10000km / η απόσταση μεταξύ μας». μια εξίσου ρομαντική, και συγκινητική ταινία για έναν ισπανό δάσκαλο και μια βρετανίδα φωτογράφο, που έχουν ήδη 7 χρόνια σχέσης και σκέφτονται να κάνουν παιδιά. μα ένα mailακι τους τ’αλλάζει όλα. η φωτογράφος παίρνει επιτέλους υποτροφία για ένα πρότζεκτ και δε χρειάζεται να κάνει πια μαθήματα αγγλικών για να ζήσει. εκεί που κάθονται λοιπόν στο τραπέζι και τρώνε το πρωινό τους, ο έρωτας φεύγει ξαφνικά απ’το στομάχι και πάει στο λος άτζελες. και εμείς σαν θεατές παρατηρούμε πως εξελίσσεται η σχέση τους για ένα περίπου χρόνο μέσα από το skype.

αξίζει να το δεις ειδικά άμα δεν το’χεις ζήσει. το αγόρι που θέλει να τη κρατήσει και το κορίτσι που θέλει να προχωρήσει.  τα 17 λεπτά μονό πλάνο για το πως ο έρωτας φεύγει απ΄το κρεβάτι, πάε στο μπάνιο, κάθεται στο τραπέζι, περνά απ’το λάπτοπ, πέφτει στο κρεβάτι με βαριά καρδιά, όσο να μη μπορεί να σηκωθεί, και όταν σηκώνεται παίρνει την απόφαση να φύγει 100000 χλμ μακριά. και να ζεί μέσα από τα λάπτοπ.

στη περίπτωση του lunchbox άρχισε να ζωντανεύει μέσα από τα γράμματα. τα παλιά καλά ερωτικά γράμματα. αυτά που γράφονται με το χέρι. και πάλι όμως δεν ήταν αρκετό. είτε μέσα από τα λάπτοπ είτε μέσα από τις επιστολές, η απόσταση, αυτή που άλλοτε μετριέται σε χιλιόμετρα, άλλοτε σε χρόνια, είναι δυνατότερη απο δαύτον. και ακόμα δεν έχει βρεθεί το κατάλληλο αντιβιωτικό.

βλέπουμε λοιπόν σε ταινίες άντρες που κλαίνε. γυναίκες που μένουν μόνες χωρίς να λένε τι θένε. στέλνουμε mail ψυχοβγαλτικά. ακούμε τραγούδια μελαγχολικά. αλλά δε βρίσκουμε τις λύσεις πια. και δε τις βρίσκουμε ίσως επειδή δε τις συζητάμε. επειδή συνηθίσαμε να τα έχουμε όλα έτοιμα και σε σειρά.

γι’αυτό σκεφτόμουν πως είναι μαλλον αναγκαίο εκτός απ’το να βλέπουμε, να συζητάμε. από κοντά. να βρισκόμαστε πιο συχνά.

 

Read Full Post »

μόνο

WP_000963

έλα ρε γαμώτο να φύγουμε. έλα να τελειώνουμε. έλα να κάνουμε ένα γρήγορο σάλτο στην πλευρά απέναντι. να πάρουμε ένα αυτόματο να αρχίσουμε να γαζώνουμε όποιον μας μικραίνει τη ζωή. να αρχίσουμε να φτύνουμε. να δώσουμε ένα τέλος στους καλούς τρόπους. να γυρίσουμε τη πλάτη στους καλούς κόσμους. στα στολισμένα σακάκια. στα ψεύτικα χαμόγελα. στους ψεύτικους φίλους. στους δήθεν φίλους. να φύγουμε απ’τη δυστυχία όλοι μαζί. με ένα γρήγορο βήμα και δυνατό. να κρατιόμαστε απ’το χέρι. να σφίγγουμε το χέρι. να μη φύγει το χέρι. να κυκλώσουμε το τετράγωνο. πριν μας κυκλώσει αυτό. πριν μας πνίξει. να βγάλουμε από μέσα ότι ζωντανό υπάρχει και να αφήσουμε το υπόλοιπο να σαπίσει. να το πάρουμε μαζί. εκεί που θα πάμε. να το κρατήσουμε φυλαχτό ανάμεσα μας. ό,τι είναι ζωντανό να μένει ανάμεσά μας. ο,τι έχει ψυχή να μένει στη καρδιά μας. όχι στο στόμα. να ανθίζει σα λουλούδι. να μη βαλτώνει σα σάλιο. να γίνεται λέξεις με νόημα. όχι κόμπος στο στομάχι. να βγαίνει και να φτερουγίζει. να έχει χαρακτήρα. να γνωρίζει νέους κόσμους που δε το πνίγουν. να κελαηδάει στα παιδιά και να τα κάνει να χαμογελούν. να φυσάει κόντρα όταν όλα φυσάνε πρίμα. να λέει αλήθειες. να μας παίρνει απ’το χέρι όταν μεγαλώσει να μας δείξει το δρόμο. το δρόμο στην ελευθερία. που φτιάχνει κάθε ψυχή όταν νικάει το φόβο. όταν πατάει το πόνο.
να μη μείνουμε μόνοι. μόνο.
να’μαστε μαζί.

 

Read Full Post »

μόνιμη σχέση

Η τελευταία φορά που είχε κάνει μόνιμη σχέση, που κράτησε δηλαδή πάνω από ένα χρόνο, που είχε δέσιμο και κλάμα, και γλύκα, και τραγούδι, και δωράκια, και άλλα που δε θυμάται αλλά σίγουρα δεν ήταν μόνο σεξ και βόλτες όπως οι άλλες που ακολούθησαν, ήταν τότε που ήταν ακόμα φοιτητής. Την είχε αγαπήσει, ή έτσι νομίζει ακόμα τουλάχιστον, γιατί ποτέ δε ξέρεις πόσο αγαπάς κάποιον παρά μόνο όταν τον χάνεις και είναι πλέον αργά, και δε θα έλεγε ότι αγάπησε άλλη. Αν και το σ’αγαπώ το είπε με ευκολία σε όσες ακολούθησαν, κερδίζοντας μια ή παραπάνω νύχτες πλάι τους.

Ήταν φοιτητής οικονομικών στην ΑΣΟΕΕ και δε μπορούσε να του απαγορέψει κανείς να έχει φιλοδοξίες. Ήθελε και αυτός να γίνει στέλεχος επιχειρήσεων για να αποκτήσει πείρα, μέχρι να δημιουργήσει τη δικιά του εταιρία. Έμαθα από νωρίς τι σημαίνει ανταγωνισμός, τι σημαίνει στρατηγική, ανάπτυξη και αποτελεσματικότητα. Και κυρίως, τι σημαίνει κέρδος. Τι σημαίνει συμφέρον και ατομική ιδιοκτησία. Τα εφάρμοζε αρχικά στον εαυτό του και μετά θεωρούσε δεδομένο ότι θα εφαρμοστούν στο περιβάλλον του.

Δεν υπήρχε περίπτωση λοιπόν να παραμείνει με τη κοπέλα του και μετά το πτυχίο. Το MBA στο Λονδίνο ήταν η νέα μεγάλη ευκαιρία να ανοίξει τους ορίζοντές του. Όχι μόνο ακαδημαϊκά -αν και εδώ που τα λέμε, who gives a shit about academia, money making is a wonderfull thing- αλλά και σε επίπεδο δικτύου. Δίκτυο. Γνωριμίες. Ανθρώπινοι πόροι. Μετά το χρηματικό κεφάλαιο, αλλά και παράλληλα με αυτό, ήταν ο πρώτος και βασικός παράγοντας ανάπτυξης. Αυτά τους μαθαίνανε στην ΑΣΟΕΕ. Δεν ήταν δυνατόν λοιπόν να μείνει με την ίδια γυναίκα. Οι ορίζοντές του έπρεπε να ανοίξουν. Ανάπτυξη. Μαζί με τη διεύρυνση των γνώσεων έβαζε και αυτή των ανθρώπων. Ήταν νέος γεμάτος καύλες και δε μπορούσε να κρατήσει το πουλί του σε μια φωλιά. Γύρω του κυκλοφορούσαν κάθε λογής γυναίκες. Ήταν αριστούχος, ήταν γυμνασμένος και είχε και λεφτά. Έβγαινε στις pub με σκισμένα τζιν και φούτερ με κουκούλα και έτσι έδειχνε πιο cool. Λίγο πριν τα 30 πέρναγε την “αριστερή” του φάση. Στην Ελλάδα δε τους άντεχε τους φοιτητές που ήταν στις παρατάξεις, τους θεωρούσε γραφικούς. Δεν ακουγόταν η μουσική τους με τίποτα. Ποιός ακούει το 2000 Θεοδωράκη; αναρωτιόταν. Και γιατί γεμίζουν το πανεπιστήμιο με αφίσες; Εμείς εδώ ήρθαμε για να σπουδάσουμε όχι για να ασχοληθούμε με τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Γουγκοσλαβία! Αυτά έλεγε. Η μόνη οργάνωση φοιτητών που εκτιμούσε και πίστευε ότι άξιζε λίγο από το χρόνο του ήταν η AIESEC. Δίκτυο. Άνθρωποι. Κεφάλαιο.

Γνώρισε πολλές γυναίκες στο Λονδίνο, με λίγες βρέθηκε στο κρεβάτι. Σχέση δεν έκανε με καμία. Δεν τον πείραζε τόσο. Είχε και το MBA να τελειώσει και αγχωνόταν να βγάλει άριστα και σ’αυτό. Τα κατάφερε. Και έπειτα έπιασε δουλειά στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Ήταν ένας winner. Τίποτα δε μπορούσε να ανακόψει την ανοδική του πορεία. Η μία χρυσή γραμμή ακολουθούσε την άλλη, στο βιογραφικό που τόσο επιμελώς έχτιζε.

Ώσπου ήρθαν οι πρώτες αμφιβολίες. Όταν άκουσε ότι κανέναν ουσιαστικά δεν ενδιαφέρει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Και η Ευρώπη γενικότερα μη σου πω. Το ενδιαφέρον ήταν στις χρηματαγορές. Μετά την απορρύθμιση που τους είχαν προσφέρει το city και η κυβέρνηση Clinton οι χρηματαγορές ήταν η πρώτη και μεγαλύτερη πηγή παραγωγής πλούτου παγκοσμίως. Εκεί ήταν το χρήμα. Αλλά το MBA του δεν ήταν αρκετό να τον δεχτούν και να δουλέψει εκεί. Το City το έβλεπε κυρίως όταν συναντούσε τους συναδέλφους του για καφέ.

Στο διάολο και η “αριστερή” φάση, και οι pub, και τα τζίν, και οι ευρωπαίες γκόμενες. Άρχισε να νιώθει ότι μένει πίσω. Και δε μπορούσε να το διαχειριστεί. Αυτό που χρειαζόταν ήταν ένα μεταπτυχιακό στα χρηματοοικονομικά. Η μια δουλειά intern που θα του άνοιγε το δρόμο για τη Goldman Sachs και τη Morgan Stanley. Δουλειά, δουλειά, δουλειά για να βγάλει λεφτά. Να πάει στην Αμερική να ειδικευτεί στις διεθνείς χρηματαγορές. Yale ή Prinston. Δεν είχε τόσο σημασία. Ivy League να είναι. Να παραμείνει χρυσή η γραμμή στο cv. Και το κατάφερε και αυτό. Με ένα χρόνο δουλειά και καλούς βαθμούς πήρε υποτροφία για το μεταπτυχιακό στο Yale. Πήγε και έζησε το όνειρο του. Ήταν πλέον ένας από τους λίγους. Ένας από τους world leaders. Τα bussiess plan που έγραφε ήταν τα ανταγωνιστικότερα. Απ’το δεύτερο εξάμηνο είχε κιόλας κλείσει part time συμβόλαιο με εταιρία στη Wall Street. Τα κορίτσια δεν το ενδιέφεραν τόσο. Με τα λεφτά που είχε μπορούσε να πάει ακόμα και σε stip club στο Miami “να περάσει καλά” .

Μόνο που πάντα γύρναγε σπίτι μόνος. Και αυτό δε του καθόταν καλά. Ειδικά όταν δεν είχε δουλειά. Ήθελε και αυτός μια συντροφιά. Αλλά δεν υπήρχε χρόνος να το σκεφτεί και πολύ καλά. Η δουλειά ήταν η δική του μόνιμη σχέση με αμοιβή.

Έκανε καριέρα θα έλεγε κανείς. Πέντε χρόνια γεμάτα στη Wall Street και άλλα τόσα περίπου στις αγορές τις Σιγκαπούρης και του Χον Κονγκ. Ήρθαν και έδεσαν σαν εμπειρία όταν τον χρειάστηκε η Ελλάδα. Η κρίση χρέους του 2009 ήταν για εκείνον μια τεράστια ευκαιρία. Όλοι ήθελαν να ξεφορτωθούν από επάνω τους τα ελληνικά χαρτιά. Τα λέγαν σκουπίδια πολύ πριν να κατονομάσουν οι οίκοι αξιολόγησης. Εκείνος ήξερε πως οι Γερμανοί δε θα άφηναν έτσι εύκολα να καταρρεύσει το ευρώ. Τουλάχιστον χωρίς να έχουν δημιουργήσει πρώτα εθνικά αποθεματικά. Κανείς δεν τον πίστευε αλλά δεν είχε σημασία. Σημασία είχε ότι βρισκόταν στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή. Γνώριζε ταυτόχρονα το πωλητή και τον αγοραστή. Και για τις γνώσεις του χρέωνε πολλά.

Πολλά όμως ζητούσε και η δουλειά. Πολλές ώρες, πολλές συγκρούσεις, πολλά νεύρα. Λίγος ύπνος, λίγη ξεκούραση και ησυχία. Δεν είχε ξαναβρεθεί σε ανάλογες συνθήκες. Ήταν η δουλειά που ονειρευόταν, θεωρούσε. Ήταν η στιγμή της ζωής του. Διακινητής ομολόγων.  Delivery boy  τον φωνάζανε. Από τον Οκτώβρη του ’09 μέχρι τον Απρίλη του ’10 έβγαλε σε έξι μήνες όσα δε βγάλαν άλλοι σε έξι, και παραπάνω χρόνια.

Αλλά στο τέλος δεν άντεξε. Παρέδωσε. Νευρικό κλονισμό του είπε ο γιατρός. Και του συνέστησε, εκτός των άλλων, διακοπές. Περάσαν τέσσερα χρόνια από τότε. Δεν είχε πολλούς φίλους στην Ελλάδα. Δεν του έκανε κέφι να φύγει. Να πάει που; Δεν είχε κίνητρο. Προσπαθούσε να κάνει καλή ζωή. Στην Ελλάδα της κρίσης. Πάλεψε με όσες δυνάμεις είχε να βρει δουλειά στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Δεν τον ήθελαν όμως οι Γερμανοί.

Πήρε περίπου δέκα κιλά από το πολύ φαγητό. Έπαιρνε το αμάξι και κυνηγούσε όποια ταβέρνα μάθαινε πως έχει καλό φαγητό. Ήταν ότι καλύτερο είχε η Ελλάδα και του είχε λείψει. Αυτό και μια γυναίκα. Μια σοβαρή σχέση. Και είχε αργήσει να το καταλάβει. Είχε φτάσει σαράντα και ήξερε ο,τι escort girl κυκλοφορούσε. Αλλά αντιλήφθηκε πως δε μπορούσε να ξεκινήσει μια νέα ζωή έτσι. Χρειαζόταν κάτι σταθερό. Είχε ανάγκη μια συντροφιά.

Προσπάθησε πολλές φορές με ραντεβού και δώρα ακριβά, αλλά καμία δε του έδινε ζεστασιά. Αποφάσισε να βάλει μια αγγελία. Να βρει μια με τους δικούς του όρους. Λεφτά είχε. Θα τις πέρναγε από συνέντευξη. Στην Ελλάδα τις κρίσης, έλεγε, όλοι αναζητούν μια ευκαιρία. Εγώ θα είμαι η ευκαιρία για κέρδος μιας εμφανίσιμης, έξυπνης, νέας αλλά φτωχής γυναίκας, και αυτή θα είναι η ευκαιρία η δικιά μου να ανακάμψω, να γίνω πιο ανταγωνιστικός στο κοινωνικό περιβάλλον, να σταθώ στα πόδια μου. Συμφέρουσα επιλογή, και για τους δυο.

Η Αγγελία έγραφε: ΜΌΝΙΜΗ σχέση με αμοιβή αναζητάει 40 χρονος σοβαρός κύριος, παντρεμένος ,που αναζητεί διέξοδο από την ρουτίνα του γάμου. προσφέρεται εχεμύθεια και οικονομική στήριξη κατά την διάρκεια της σχέσης. Χωρίς φωτογραφία. Και την έβαλε στην ηλεκτρονική έκδοση της χρυσής ευκαιρίας 1η Μαρτίου. Πριν το 3μερο της καθαράς Δευτέρας. Χωρίς φωτογραφία. Δεν έστελνε άλλωστε αυτός βιογραφικό. Εκείνες θα πέρναγαν από συνέντευξη.

monimi sxesi

Η φράση κλειδί ήταν “διέξοδος από τη ρουτίνα του γάμου”. Αυτό θεωρούσε πως θα έφερνε κοντά του νεότερες κοπέλες που δεν τους απασχολούσε η συζυγική ζωή. Έδινε ένα αέρα ελευθερίας σε αυτόν, και το ίδιο νόμιζε και για τις υποψήφιες.

Τα αιτήματα για “συνέντευξη” που δέχτηκε ήταν αμέτρητα. Βρήκε επιτέλους μια ενδιαφέρουσα ασχολία. Κέρδος, συμφέρον, ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα. Ήταν όλα ξανά εδώ. Όλα ξανά, μετά από καιρό, έμοιαζαν πιθανά.

Read Full Post »

Older Posts »