Feeds:
Posts
Comments

στο Baile Tusnad, στη μικρότερη πόλη της Ρουμανίας, συνάντησα την Ioana Bere από το volunteer center και την Adriana Iordache από το E-civis.

IMAG0283

IMAG0286

η τριήμερη συνάντηση είχε ως θέμα συζήτησης τη ρητορική μίσους. το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει καταλήξει και την ορίζει ως “όλες της μορφές έκφρασης που διαδίδουν, προτρέπουν, προωθούν ή δικαιολογούν το φυλετικό μίσος, τη ξενοφοβία, τον αντισημιτισμό ή οποιαδήποτε άλλη μορφή μη ανοχής της διαφορετικότητας, συμπεριλαμβανομένης της μισαλλοδοξίας, του εθνικισμού, των διακρίσεων και της εχθρότητας κατά των μειονοτικών ομάδων και των μεταναστών”.

H Adriana είχε συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα καταγραφής και αποτύπωσης της εθνικής νομοθεσίας ανά την Ευρώπη, που προστατεύει τα θύματα μίσους ανά τη σχετική ρητορική και ποινικοποιεί ορισμένες μορφές της. ήταν μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια μιας και έδωσε την ευκαιρία να συζητήσουμε πάνω στις εθνικές ευαισθησίες. στη ρουμανία για τους τσιγγάνους, (που αν θέλουμε να είμαστε politically correct τους αποκαλούμε ρομά), στη Γερμανία για τους Εβραίους, στις Η.Π.Α. για τους αφροαμερικανούς. Στην Ελλάδα το μίσος τα τελευταία χρόνια μεγαλώνει για τους μετανάστες. και ειδικά για αυτούς που εισέρχονται χωρίς χαρτιά. είναι ο εύκολος στόχος. πολύ πριν καθοριστεί η νομοθεσία για την διαχείρισή τους, ομάδες με συγκεκριμένο ιδεολογικό φορτίο, αυτό που politically correct αποκαλούμε αντι-ανεκτικό, και στη κανονική ζωή μισάνθρωπο, έχουν αναλάβει να τους ποινικοποιήσουν στη συνείδηση της μάζας συνδέοντας τους με τα εγκλήματα. με όλα τα εγκλήματα. Από τον αρχηγό της νεοναζιστικής συμμορίας  (Ν.Μιχαλολιάκο) μέχρι τον προηγούμενο πρωθυπουργό (Α.Σαμαρά) , οι “λαθρομετανάστες”, οι “κακής ποιότητας μετανάστες” οι “βρωμιάριδες που μολύνουν το ελληνικό αίμα” γίνονται υπεύθυνοι για όλα τα δεινά αυτού του τόπου και πρέπει με κάθε μέσο να τιμωρηθούν. χωρίς να έχουν πειράξει κανένα.

αρκεί που θέλουν να μπουν στη χώρα χωρίς κρατική άδεια. χωρίς χαρτιά. αυτό είναι αρκετό για να τους συγκεντρώνουμε σε στρατόπεδα που politically correct αποκαλούμε “κλειστά κέντρα κράτησης”. στερώντας τους την ελευθερία και το δικαίωμα σε ανθρώπινες συνθήκες ζωής.

“να ανακαταλάβουμε τις πλατείες μας” έλεγε ο πρώην πρωθυπουργός που ήθελε να μας πείσει ότι διασφαλίζει το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας.

“να πεθάνουν, να ψοφήσουν, γα γυρίσουν σπίτια τους” γράφουν κάτω από σχεδόν κάθε είδηση που τους αφορά ανώνυμοι ανεγκέφαλοι. επιδεικνύοντας το αυθεντικό τους μίσος στη πιο χυδαία μορφή.

ας δει κανείς τα σχόλια σε αυτό το άρθρο και θα καταλάβει τι σημαίνει μίσος.

http://www.tovima.gr/society/article/?aid=560746&h1=true#commentForm

Εξω οι λαθραιοι απο την χωρα μου. Εχω και εγω δικαιοματα. Για οτι συνεβει φταινε οι ιδιοι γιατι αυτοι αυτοβουλως μπηκαν στην σαπια βαρκα με κακες καιρικες συνθηκες. Να παπελαθουν ολοι.

για την αποδοχή προσφύγων; Και να είναι πρόσφυγας ο άλλος εγώ γιατί πρέπει να τον βάλω στη χώρα μου και να του τα ακουμπάω κάθε μήνα άμεσα και έμμεσα; Και από πότε μια ομάδα που λέγεται “Pro Asyl” δηλ. “για το άσυλο” είναι ανεξάρτητη; Αυτοί αν μπορούσαν θα έφερναν 200 εκατ. μουσουλμάνους στην Ευρώπη. Αστεία πράγματα.

Γιατί όμως τόσο μίσος; Γιατί είναι απλό. Ο εγκέφαλος είναι πιο εύκολο να λειτουργεί με στερεότυπα απ’ότι με βαθιά ανάλυση αιτίων, συγκυριών και αποτελεσμάτων. Γιατί είναι πιο εύκολο να χτυπάς τον αδύνατο. Σε κάνει να αισθάνεσαι πιο δυνατός. Και γιατί σε πολιτικό επίπεδο ο λαϊκισμός, είναι σαν το μέλι στα δάκτυλα. Γιατί να μην το γλύψει κανείς; Γιατί να μη χαϊδέψει τα αυτιά του ακροατηρίου του δημιουργώντας βολικούς εχθρούς  και αίτια για τα προβλήματα που ο ίδιος δημιούργησε;

Τα θυμήθηκα όλα αυτά όταν η Andiana μου μίλησε για ένα τείχος σε περιοχή που ζούσαν οικογένειες τσιγγάνων στη Ρουμανία. Ένα τείχος που θα βοηθούσε τους περαστικούς να μην αναμειχθούν με την “επικίνδυνη” ομάδα. Ο τείχος της Baia Mare,  για τον οποίο ο economist έγραψε “the art of exclusion” Που θα την προστατεύει. Όπως το δικό μας τείχος στον ‘Εβρο που μας προστατεύει από τους εξαθλιωμένους μετανάστες. Όμορφα περιστατικά που περισσότερο μας κάνουν να στεναχωριώμαστε για τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό και λιγότερο να νιώθουμε υπερήφανοι. Ας ελπίσουμε το Συμβούλιο της Ευρώπης που τρέχει την καμπάνια “NO HATE SPEECH MOVEMENT” να γίνει πιο παρεμβατικό.

 

όμορφα και τρυφερά νιάτα που γοητεύτηκαν. από τη δύναμη του μυαλού και του λόγου. από την ηρεμία της ψυχής ενός δοκιμασμένου. ενός ανθρώπου συστηματικά μοναχικού και δύστροπου. που κράτησε τον εγωισμό σαν όπλο από την εποχή της σκληρής ζωής. που το΄χει ακόμα για να πολεμά όσους τα ανθρώπινα εμπόδια. τότε πολεμούσε όσους του στερούσαν την ελπίδα. τώρα πολεμά να τους τη στερήσει αυτός. άνθρωπος του θεάτρου. άνθρωπος των βιβλίων. άνθρωπος της γλυκιάς ζωής. του καλού κρασιού και του ορθού λόγου. του δικού του λόγου. που δεν γίνεται να συνυπάρξει με τον λόγο των λιγότερο μορφωμένων. τον λιγότερο πιστών. τον λιγότερο έμπειρων. των λιγότερων.

όμορφα και τρυφερά νιάτα που μεγάλωσαν χωρίς τη χαρά της περιπέτειας. και κάναν τρόπο ζωής την ενοχή. πλάι στη πολυτέλεια που τους προσέφερε η κάποτε γοητεία. μακριά από την αληθινή επιβίωση που τους στέρησε ο φόβος της μοναξιάς. μάθανε να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα με φιλανθρωπία, πνίγοντας στο κλάμα τις στιγμές ανθρωπιάς.

όμορφα και τρυφερά νιάτα που πέσαν σε χειμερία νάρκη, παρέα με τις ιδέες μιας αυτοαναφορικής γενιάς. ανθρώπων που μιλούσαν για το Θεό χωρίς να τιμούν τους νεκρούς τους, που ανέλυαν το αστικό τοπίο από την άνεση του σκουπισμένου από υπηρέτριες σαλονιού τους, και κατηγορούσαν τα λάθη μιας κοινωνίας που υπήρχε μόνο στο μυαλό τους. που δεν κατάφεραν να βγουν λίγο παραέξω από τον ασφαλή τους δρόμο. και να συλλάβουν τις αγωνίες της. την οργή της. νιάτα και ιδέες που πέσαν σε χειμερία νάρκη ενώ μακριά τους οι εποχές εναλλάσσονταν.  μέχρι που άρχισαν και αυτά να λιώνουν. όπως το χιόνια. 

για τη (τεράστια σε έκταση) ταινία Kis Uykusu/Χειμερία Νάρκη του Nuri Bilge Ceylan που δίκαια απέσπασε το μεγάλο βραβείο Palme d’or στο φεστιβάλ των Καννών.

ουάου.

sam

είναι εύκολο, πολύ εύκολο αυτές τις μέρες να είσαι πρώην κυβερνητικός και να κάνεις αντιπολίτευση. αν το οικονομικό επιτελείο ακολουθήσει νεοφιλελεύθερο δρόμο θα μιλήσεις για κωλοτούμπα (που τόσο περίμενες τόσες μέρες να γίνει αλλά ακόμα να γίνει και νευριάζεις) και θα πείς το γνωστό “εμείς τα λέγαμε”, αν ακολουθήσει πορεία σύγκρουσης θα φέρεις το τρόμο για grexit, θα φύγουν καταθέσεις, θα δημιουργηθεί πανικός, θα μειωθούν τα έσοδα, θα δημιουργήσεις σκηνικό καταστροφής και θα λες πάλι “εμείς τα λέγαμε, είναι ανίκανοι, παιδαρέλια, λαϊκιστές”, αν πάλι ακολουθήσουν ένα πιο συμβιβασμένο δρόμο ανάμεσα σε προοδευτικές (μεν) φιλοευρωπαικές μεταρρυθμίσεις (δε) και στην αντιμετώπιση της λιτότητας με μεγέθυνση και κοινωνική συνοχή θα λες πάλι “εμείς προετοιμάσαμε το δρόμο, εμείς κάναμε το δύσκολο κομμάτι, εμείς φέραμε πλεόνασμα, βγάλαμε τη χώρα στις αγορές (αυτό δε το πολυλένε τώρα) και στρώσαμε το δρόμο για να εισπράξετε εσείς τις δάφνες”. σε κάθε περίπτωση δηλαδή είσαι καλυμμένος. εχεις προετοιμαστεί να εισπράξεις είτε τη φθορά είτε τις δάφνες. αυτοαναφορικά, υπεροπτικά, και με τον απαραίτητο σαδισμό που ζητά η έμφαση στη “τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων”.
είναι εύκολο τώρα, πολύ εύκολο. είναι εύκολο γιατί κανείς δε μιλά για το τι άφησε πίσω της η πρώην κυβερνητική πορεία. τα κλειστά μαγαζιά, τα νοικοκυριά χωρίς εργαζόμενο, τις ανέχεια στην ασθένεια, τα παιδιά χωρίς φαγητό στο σχολείο, τα νοσοκομεία χωρίς ανθρώπους και εξοπλισμό, τα δάνεια που πνίξαν τόσο κόσμο. θα ξεχαστούν νομίζεις όλα αυτά και θα ξαναβγείς στην επιφάνεια με νέο κόμμα, νέο αρχηγό, νέα ταμπέλα, έτοιμος να εισπράξεις και πάλι. κοιμήσου εσύ και η εξεταστική δουλεύει.

"Εξάρχεια με θέα" φώτο: Νίκος Χαραλαμπίδης

“Εξάρχεια με θέα”
φώτο: Νίκος Χαραλαμπίδης

Στη τελευταία του αφήγηση με θέμα τη περιπέτεια του Νέιθαν Ζούκερμαν, ο Φίλιπ Ροθ περιγράφει έναν ήρωα μοναχικό, παραιτημένο από τη ζωή, παραδομένο στην ιδιοτροπία και την αβεβαιότητα. Έχοντας αποσυρθεί για έντεκα χρόνια από τη “ζωντάνια” της Νέας Υόρκης, ασκεί τη κενή ψυχή του με πράγματα αδιάφορα και τρομακτικά στη περιοχή της Νέας Αγγλίας. Απρόσμενα γεγονότα εμφανίζονται ως αναταράξεις στην συστηματικά ήσυχη καθημερινότητα του, ώσπου ένα κεντρικό συμβάν αποφαίνεται ως καθοριστικό. Η αντιμετώπιση του καρκίνου του προστάτη μέσα από μια διαφορετική ματιά. Αυτή του έρωτα. Ο 70χρονος ήρωας για πρώτη φορά μετά από καιρό δείχνει να νικάει τους δαίμονες του έχοντας πρώτα αφεθεί στα χέρια των γιατρών για μια επέμβαση στον προστάτη.

Το φάντασμα του τέλους της ζωής, εμπνευσμένο σαν ιδέα από εκείνο του πατέρα του Άμλετ, παίρνει σιγά σιγά μεν, μετά από πολύ ψυχική και σωματική κόπωση δε, το δρόμο της φυγής. Η ελπίδα σχηματίζεται ξανά στο πρόσωπο μιας νεαρής γυναίκας. Η ελπίδα είναι η δύναμη που τον κάνει να θέλει ξανά να ζήσει, να πειραματιστεί, να αγγίξει τη διέγερση. Ακόμα και αν αυτή η χρονική συγκυρία είναι οι παραμονές των εκλογών που θα φέρουν στην ιστορία το κράτος του τρόμου που ετοίμασε η κυβέρνηση του Gerge Bush Jr. για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις της 11ης Σεμπτεμβρίου.

=//=

Κατά τη περίοδο διακυβέρνησης του Gerge Bush Jr ξετυλίγεται η αφήγηση του  Shortbus. Στη ταινία του John Cameron Mictchell παρακολουθούμε μια σειρά ερωτικών απωθημένων να μη μπορούν να ικανοποιηθούν από ζευγάρια που προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και κυρίως με τη πόλη που ζούνε. Τη Νέα Υόρκη. Το shortbus είναι η λύση που βρίσκουν, ένα υπόγειο club, μια μυστική λέσχη, όπου τα μέλη μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα την όποια ερωτική τους επιθυμία χωρίς το φόβο πως θα κριθούν αρνητικά για αυτή. Και μόνο όμως η γνώση, πως στην υπόλοιπη πόλη ανθεί ο συντηρητισμός, η μισαλοδοξία και η ανασφάλεια, είναι αρκετά για να τους αφαιρέσουν ένα κομμάτι από τη χαρά της ζωής. Στα extras & deleted sceens της ταινίας, ο σκηνοθέτης δίνει μια συνέντευξη συνδέοντας την ιστορία του με την εμπειρία του φόβου που έζησαν οι προοδευτικοί άνθρωποι στις ΗΠΑ εκείνα τα χρόνια. Κεντρικό στοιχείο της ανησυχίας του ήταν πως “δε μπορεί αυτή η τόσο δυναμική πόλη να έχει βουτηχτεί στο σκοτάδι, δε μπορεί αυτή η τόσο ζωντανή κοινότητα να τριγυρίζεται από θάνατο”

=//=

Στα χρόνια που ακολούθησαν το φάντασμα μετακινήθηκε από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη. Η νέα συνθήκη ζωής που επέβαλλε τη διαχείριση του υπέρογκου χρέους έγινε βραχνάς και βάσανο για το μεγαλύτερο κομμάτι των αδύναμων ανθρώπων. Και αδύναμοι αρχίσαμε να γινόμαστε όλο και πιο πολλοί. Εδώ στην Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα, η εικόνα που ζήσαμε απείχε αρκετά από τις ρομαντικές αφηγήσεις οικονομικών η υπαρξιακών κρίσεων που μας έστελναν κατά καιρούς οι ΗΠΑ. Μακάρι να μπορούσαμε να βιώσουμε τα γεγονότα από αυτή την απόσταση του βιβλίου από τον αναγνώστη ή του θεατή από την οθόνη. Εδώ η πραγματικότητα ήρθε και μας μίλησε με τη πιο σκληρή γλώσσα. Ήρθε και μας έδιωξε από τη δουλειά που είχαμε, ήρθε και μας άφησε άρρωστους και ανήμπορους στα νοσοκομεία, ήρθε και μας έκλεισε ένα σωρό καταστήματα στην Πατησίων, αφήνοντας για προίκα τη βιομηχανία του καφέ, beaute, καράτε.

=//=

Καφενεία, ταχυφαγεία, μεζεδοπωλεία, σουβλατζίδικα, αρτοποιεία, κομμωτήρια, μανικιούρ, αρωματοπωλεία του χύμα, σχολές αυτοάμυνας. Α, και «Αγοράζω Χρυσό Τιμαλφή». Ιδού, η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα της κρίσης. Στην Αθήνα της Μεγάλης Υφεσης.// Μόνος με το σώμα σου. Και εναντίον όλων. Στο Depression Εra δεν εμπιστεύεσαι κανέναν. Η κοινωνία ράγισε και σπάει, σπάνε οι συνεκτικοί δεσμοί, τα συμβατικά ήθη του καιρού ειρήνης αλλάζουν. Τώρα είναι πόλεμος. Η άφιλη πόλη κρύβει απειλές, στους δρόμους, στα πάρκα, στις πλατείες. Αστυνομικοί-αστακοί περιπολούν· ματαίως, επιτείνουν την ανασφάλεια. Οι σχολές αυτοάμυνας υπηρετούν αυτή την ανάγκη: τον φόβο και το ένστικτο αυτοσυντήρησης το μοναχόλυκου, αυτού που νιώθει ότι ζει εκτός πλαισίου, εκτός κοινωνικής συστοιχίας, άνευ προστασίας, του ξεμοναχιασμένου ή απορριφθέντος που νιώθει ότι δεν υπάρχει γι’ αυτόν κράτος πρόνοιας και κράτος δικαίου, δεν υπάρχει θεός και αφέντης, μόνο ο εαυτός του, το σώμα του, οι γροθιές και η διαρκής του επαγρύπνηση. Μαθαίνει πάλι την ξεχασμένη τέχνη του πολέμου, κουνγκ φου, καράτε, ζίου ζίτσου, αναπνέει βαθιά, είναι έτοιμος για όλα. Η μητρόπολη έχει γίνει σκοτεινή Γκόθαμ Σίτυ και ο flaneur είναι πληβειο-Μπάτμαν. 

=//=

αν προσπαθούσε κανείς να περιγράψει το φάντασμα, με όρους κινηματογραφικούς, σίγουρα θα έπαιρνε εικόνες από το “Δευτέρες με λιακάδα” τη γλυκιά εκείνη ταινία του Φερνάντο Λεόν με τον Χαβιέ Μπαρδέμ να υποδύεται τον απολυμένο εργάτη από τα ναυπηγεία, προσπαθώντας να σώσει όση αξιοπρέπεια του έχει απομείνει στην ανεργία. βάφοντας τα μαλλιά του μαύρα να μην φαίνονται οι γκρίζες τρίχες, λίγο πριν τη συνέντευξη στο γραφείο εύρεσης εργασίας, ή για τις νεότερες ηλικίες, το “medianeras/μεσοτοιχίες” με φόντο την Αργεντινή που έχει συμβιβαστεί με τη πραγματικότητα της χρεωκοπίας, τη μοναξιά, την ανεργία, το φόβο και το πανικό των 30ρηδων, την αβεβαιότητα, και τέλος την ελπίδα που φέρνει η αγάπη.

=//=

και πάλι, όσο ποιητικά προσπαθήσει να το δει κανείς, το φάντασμα παραμένει φάντασμα. ειδικά για τη δική μας τη γενιά ήταν όλα απρόσμενα. με άλλα εφόδια ετοιμαστήκαμε να αντιμετωπίσουμε τη ζωή με άλλα καταλήξαμε να πολεμάμε. όπως έλεγε το βυτίο.

=//=

Δεν ήμουν φτιαγμένος να φοβάμαι μέσα στο τρένο, να απελπίζομαι στις κεντρικές λεωφόρους, να ελίσσομαι ανάμεσα στα πτώματα, να αποφεύγω τα απλωμένα χέρια, να παρατηρώ τα παραιτημένα πόδια. Δεν ήμουν φτιαγμένος να ζήσω αυτά τα χρόνια, αυτές τις ουρές, αυτά τις αγωνίες, αυτές τις φτώχειες. 

Τώρα κάνω βόλτες σε έρημους δρόμους πνιγμένους απ’ τα εκατοντάδες ενοικιάζεται. Γράμματα στοιβάζονται σε εισόδους, ζητιάνοι και πρεζάκια στοιβάζονται σε πεζοδρόμια, άνεργοι στοιβάζονται σε βιογραφικά, μετανάστες στοιβάζονται σε στρατόπεδα.

Δεν ήμαστε φτιαγμένοι για να βαδίζουμε ατρόμητοι καταπάνω σε όλα τα ζόρια – λογαριασμοί, απολύσεις, ερημιές, μπάτσοι, φασίστες, βιβλιάρια υγείας. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα κλαίγαμε μόνο από έρωτα και εθιμοτυπικά, σε μεγάλες αθλητικές νίκες και επετείους. Άντε πότε πότε κι ένας θάνατος. Εμείς υπολογίζαμε ότι θα διαβάζαμε τους θεωρητικούς για λόγους κουλτούρας και ότι θα τα βάζαμε με την υπερκατανάλωση, την αλλοτρίωση και άλλες έννοιες απ’ τις εκθέσεις ιδεών.

=//=

ή όπως έγραψε ο Τσαλαπάτης γίναμε η γενιά η μεγαλωμένη στους γκισέδες των αεροδρομίων, στις ξενόγλωσσες ηλεκτρονικές αιτήσεις για δουλειά ή για σπουδές κάπου μακριά, μετρώντας μέρες ανάμεσα σ ένα ‘’που βρίσκεσαι;’’ Και σ ένα ‘’αντίο’’. [..] Και εσύ βρίσκεσαι εδώ και λες τι κάνω; Πως ζω; Και πώς να γράψω; Περπατάς ανάμεσα στους απολυμένους, στους ανέργους και τους άστεγους, τους τοξικοεξαρτημένος και τους ξεριζωμένους, μέσα στη διαστροφή των λέξεων: άνθρωποι ονομάζονται λαθραίοι, άρρωστες γυναίκες υγειονομική βόμβα, εγκληματικές συμμορίες νεοναζί ρατσιστών βαφτίζονται πολιτικά κόμματα, η καταστολή ονομάζεται προστασία, τα βασανιστήρια σωφρονισμός.

=//=

στη μικρή αυτή χερσόνησο της ΝΑ Ευρώπης αύριο έχουμε εκλογές. η προσδοκία πως όλος αυτός ο ζόφος θα τερματιστεί απ΄η μια πλευρά στηρίζεται απ’τη άλλη αμφισβητείται. και είναι δύσκολο έως ανόητο να πει κανείς πως με μια επιλογή που θα κάνει αύριο, θα αλλάξει η ζωή από μόνη της. είναι ίσως προτιμότερο να δει πως φτάσαμε ως εδώ. πως δεν ήταν εύκολα. πως όσα τώρα φαίνονται πιθανά, ή και αυτονόητα, κάποτε δεν ήταν. αν ανατρέξουμε στο παρελθόν μπορεί να δούμε τους εαυτούς μας τρομαγμένους. σε μια πόλη φτώχειας, φόβου και δυστυχίας, να περπατά το φάντασμα σπέρνοντας το θάνατο ως εκδίκηση για μια δολοφονία. αυτή του Μανώλη Καντάρη. ενός ανθρώπου που ετοιμαζόταν να επισκεφθεί τη γυναίκα του που θα γεννούσε. ήταν η καλύτερη δικαιολογία για να ξεκινήσει ένα παρακρατικό κυνήγι προς τους πιο εξαθλιωμένους συνανθρώπους μας. θα δούμε ανθρώπους ανίκανους να αντιδράσουν από το τρόμο που προκαλούν τα χρέη, οι αναδουλειές, η αυθαιρεσία. κι’όμως αντέδρασαν. λίγες μέρες μετά μαζεύτηκαν όλοι μαζί στις πλατείες και άρχισαν να γνωρίζονται ξανά. στην αρχή κραύγαζαν ή έκλαιγαν, μετά έμαθαν να ακούνε και να συζητούν, μέχρι στο τέλος κατέληξαν να κάνουν προτάσεις. να διαβουλεύονται. τη κίνηση αυτή που στο μέλλον θα τιμάμε με τις γνωστές βαρετές τελετές στη χώρα μας και στην υπόλοιπη Ευρώπη, πολλοί την υποτίμησαν. την απαξίωσαν, τη χλεύασαν. ήταν όμως η πρώτη σημαντική συλλογική στιγμή μετά από πάρα πολλά πολλά χρόνια απραξίας, ανάθεσης, και ωχαδελφισμού που έδωσε το δικαίωμα σε διεφθαρμένες ομάδες να κυβερνούν χωρίς καμία αίσθηση λογοδοσίας και σύνεσης. η μέχρι τότε απραξία έδωσε ακόμα και το δικαίωμα να δηλώσουν πως “μαζί τα φάγαμε”.

η επόμενη ιστορική στιγμή ήταν η διαδήλωση για εκείνο το περίφημο μεσοπρόθεσμο. ο κόσμος. η συρροή. η αγανάκτηση. τα αιτήματα για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. και μετά ο κόσμος αυτός να ξεχύνεται. στις γειτονιές, στις Σκουριές, στις άλλες πόλεις τις ύφεσης. όλα αυτά δεν ήταν εύκολα. ούτε αυτονόητα. άνθρωποι που δεν ασχολούνταν με τη πολιτική πάλεψαν για αιτήματα, αντιστάθηκαν στην αστυνομία, δημιούργησαν κινήματα, πρωτοβουλίες, ιατρεία, συλλογικές κουζίνες, συνεργατικά καφενεία, διεκδίκησαν δεδουλευμένα. αυτή ήταν η ιστορία απ’τη πλευρά των ανθρώπων. γραμμένη απ’τις δικές τους ανάγκες. γιατί τόσα χρόνια ακούγαμε- με βασανιστικό τρόπο- την ιστορία των δανειστών, πού είχαν ανάγκη από μεταρρυθμίσεις, και πρόθυμους πελάτες.

δεν ήταν αυτονόητο ότι θα αντιδράσουμε έτσι. δεν ήταν αυτονόητο ότι θα κατέβουμε τόσοι πολλοί στο Κερατσίνι, μετά τη δολοφονία του Φύσσα. θα μπορούσαμε πιθανόν να έχουμε εσωτερικεύσει την αγανάκτηση και την ενοχή. να κάνουμε κακό στους εαυτούς μας ή στους πιο αδύναμους, έχοντας γίνει εμείς οι ίδιοι φαντάσματα γι’αυτούς. ή απλά να ξεχάσουμε. και να επιλέξουμε πάλι μια απ’τα ίδια. ασφάλεια, σταθερότητα, Ευρώπη.

ποια Ευρώπη;

=//=

τα μάτια της Ευρώπης λένε είναι στραμμένα πάλι πάνω στην Ελλάδα. η κοινή μας οικογένεια, ο χώρος που δημιούργησαν με τόσο κόπο οι γονείς μας μετά το πόλεμο για να στεγάσει την ελευθερία, την ανάπτυξη και τη δικαιοσύνη, και που στη χώρα αυτή αρχίσαμε να χαιρόμαστε τα τελευταία 30 χρόνια, πήρε τη μορφή σκιάχτρου τη περίοδο της κρίσης. τι λένε για μας; τι γνώμη έχουν; τι θα μας πάρουν; τι θα μας δώσουν; πως θα αντιδράσουν;

μερόνυχτα κρίσης με τη βοή των καναλιών να μπαίνει στο σπίτι μας με κάθε τρόπο. να ακούγονται τα αιτήματα των ξένων αλλά ποτέ τα δικά μας. εμείς να πρέπει να είμαστε ήσυχοι και εργατικοί. να υπομείνουμε τη τιμωρία.

και όσο και αν γύρω από τα ιδρύματα με τους γραφειοκράτες χτιζόταν μια άλλη Ευρώπη, από τα παιδιά του erasmus, από τα νέα παιδιά του Νότου  που έψαχναν για δουλειά στις πρωτεύουσες του Βορρά, όσο και αν έχτιζαν παρέες και κινήσεις αντίστασης και αλληλεγγύης, η δική τους φωνή δεν ακουγόταν.

=//=

η αυριανή αναμέτρηση είναι μια συνέχεια αυτής της διαρκούς αναμέτρησης της ελπίδας με το φόβο. ένα στάδιο ικανό να κάνει τη χώρα ξανά υπερήφανη. μια δήλωση προς όλους όσους μας παρακολουθούν πως υπάρχει και άλλος δρόμος. ο δρόμος που φτιάξαμε με υλικά τη συνέργεια, τη κατανόηση, τη λογική και την ανθρωπιά. δεν έχει κανένας τη ψευδαίσθηση ούτε την αυταπάτη πως είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. τον βαδίζουμε όμως πλέον χωρίς σκιάχτρα. για αυτό έχουμε τη χαρά. επειδή προχωράμε. χωρίς το φάντασμα.

 

 

 

 

χάθηκε.

Edward-Hopper-Nighthawks-Grand-Palais

χάθηκε από εκείνη τη πόλη με τα τόσα μπαρ, τον τόσο κόσμο με διάθεση εξόδου και εξερεύνησης, με τάσεις απομόνωσης αλλά και αυτοπροβολής,  χάθηκε από εκείνη τη κοίτη της αέναης νυχτερινής ζωής, με τις εμπορικές στοές, που μετατρέπονταν το βράδυ σε τόπους συνάντησης φερέλπιδων νέων με αινιγματικές δεσποινίδες,

χάθηκε από εκείνη τη πρωτεύουσα του καλού γούστου, που τόση μελέτη είχε αφιερωθεί, στη σημασία της λεπτομέρειας, στη διαφορά της αισθητικής, στην αγωγή της ψυχής,

χάθηκε να φιλοξενείται ένα μπαρ που να αντιστέκεται στο χρόνο,  να φωτίζεται διαρκώς όλη νύχτα, αποβάλλοντας το πέπλο του μυστηρίου, να είναι απλωμένο από τη μια γωνία του κτηρίου ως την άλλη, χωρίς να νοιάζεται αν θα γεμίζει, να παίζει μουσική χαμηλά, ώστε να μπορεί το ζευγάρι να συνομιλήσει, ώστε να μπορεί ο θαμώνας, να ηρεμήσει.

χάθηκε από εκείνη την εποχή, ένα στέκι, που να μη διαφημίζεται ως στέκι, ένα μαξιλάρι να ακουμπίσουν όσοι τη νύχτα δεν μπορούν να ξαπλώσουν στο στρώμα. δε θέλαν. θέλαν να περάσουν τη νύχτα κινηματογραφικά.

=//=

έλα μάρκο, έχει περάσει η ώρα, πες μας τι χρωστάμε.

δε χρωστάτε. έχετε πληρώσει τόσες φορές και με το παραπάνω.
να φύγετε όσο είναι νύχτα ακόμα και έχει ησυχία. να περάσετε την υπόλοιπη αγκαλιά.

θα φύγουμε μάρκο και θα σ’αφήσουμε με τον μοναχικό επισκέπτη
να πείτε μια κουβέντα αληθινή. να του κάνεις παρέα.

δε νομίζω να θέλει παρέα. να βρίσκεται μια Κυριακή βράδυ σ’ενα μέρος ήσυχο θέλει, να πίνει ένα λακγαβούλιν, να παρακολουθεί τις ιστορίες των άλλων και να φαντάζεται το επικό τους τέλος. γεμάτο άλλοτε σπαραγμούς άλλοτε συγκλονιστικούς έρωτες. γι’αυτόν το ίδιο είναι.

θα σ’αφήσουμε μάρκο.

=//=

χάθηκε εκείνο το μπάρ που γέμιζε ιστορίες το σημειωματάριο του μοναχικού επισκέπτη.
έμεινε μόνο ένας πίνακας να γεμίζει τους τοίχους μοντέρνων διανοητών και εκλεκτικών θηλυκών.

ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

gelia

Είναι κλεισμένα τα χάδια σου σε κουτί
αιωνιότητα. Τα χείλη σου περιμένουν
στο κατώφλι της αγάπης. Αν είχαμε
άπειρο χρόνο θα ψαρεύαμε στην όχθη
σου φιλιά. Θα κάναμε θραύση εις το
όρος Αραράτ θα γεμίζαμε σπόρια την
ποδιά σου και το καθρεφτάκι σου αχνό.
Αν είχαμε χρόνο άπειρο δε θα κωλώναμε
πουθενά. Ο φόβος θα κυκλοφορούσε
στα βιβλία και στο σινεμά. Στα φαράγγια
τη νύχτα με τους λύκους. Στους χέρσους
τάφους. Αν είχαμε άπειρο χρόνο δε θα
κάναμε σπουδές και δε θα κορνιζάραμε
πτυχία. Θα βγάζαμε γλώσσα στο θεό
της φθοράς. Στον ακόρεστο φονιά των
ατίθασων βυζιών θα βάζαμε φωτιά.
Νυχθημερόν θ’ ακούγαμε διαβολικά
γουργουρητά. Γέλια της γύμνιας
κελαρυστά. Δεν θα είχαμε χρονολογίες
θανάτου εντός παρενθέσεως, επικήδειους,
φέρετρα σκεπασμένα με σημαίες.
Χριστιανούς σταυροφόρους με χατζάρες
και μάνατζερ με κοφτερά χαμόγελα. Δεν
θα είχαμε διαφθορά μόλυνση σφαγές παρά
μονάχα του τραπεζίτη ήλιου τα δόντια
να ροκανίζουν τις καταθέσεις μας.

View original post

Lomogram_2014-12-17_06-17-23-PM

έβρεχε εκείνες τις τελευταίες μέρες. έβρεχε πολύ. σαν ένα συντονισμένο σχέδιο να εκνευριστούν οι πάντες. να δυσκολευτούν σε οτιδήποτε. να λυγίσουν τη τελευταία στιγμή. τη τελευταία νύχτα. του χρόνου.

έβρεχε δοκιμάζοντας τις αντοχές των παπουτσιών. στα πεζοδρόμια με τις σπασμένες πλάκες. που έκρυβαν εκπλήξεις λάσπης στους απρόσεκτους. δοκιμάζοντας τα φρένα των προσαγωγών. να μη γλιστρήσουν τα πόδια, να μη ξεφύγουν οι αστράγαλοι. να μη χαλάσει η βραδινή εμφάνιση. η τόσο ξεχωριστή εμφάνιση. η τελευταία εμφάνιση. της νύχτας.

έβρεχε και είχαν σπάσει τα τηλέφωνα. εκτός από τις πλάκες. όλοι αποζητούσαν συντροφιά. να τα πούμε πριν τελειώσει ο χρόνος. τι να πούμε; όσα δεν είπαμε όλο το χρόνο. γιατί δεν τα είπαμε; γιατί δεν μιλάμε. γιατί δεν έχουμε μάθει να μιλάμε. χρειάζεται λίγος φόβος για να κάνει τις λέξεις γαργάρα. ο φόβος του τέλους του χρόνου ας πούμε.

έβρεχε και μαζί με τις σόλες των παπουτσιών δοκιμάζονταν και τα μυρμήγκια. εκείνα βρίσκονταν ανάμεσα στα παπούτσια και το έδαφος. το βαθύ από το χώμα έδαφος. έτρεχαν πανικόβλητα να βρούνε τρύπα. κουβαλώντας άλλοτε τις προμήθειες του χειμώνα, άλλοτε τη συντροφιά τους. μια συστάδα μυρμήγκια ακόμα.

εκείνα έβλεπαν κάθε λιγότερο από λεπτό το τέλος. του φαγητού τους. της συντροφιάς τους. ακόμα και των ίδιων από πνιγμό. από μια σταγόνα νερό. αλλά είχαν συνηθίσει. ήξεραν να πορεύονται και μετά απ’αυτό. ήξεραν να επιβιώνουν ακόμα και μετά το πνιγμό. δύσκολο να το διανοηθεί κανείς. αλλά και πάλι, ποτέ δε νοιάστηκε πραγματικά κανείς.

δύσκολη νύχτα.