Τι συζητάμε;
Η συζήτηση για ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι εξ ορισμού αδιάφορη και εσφαλμένη, καθώς δεν περιλαμβάνει ούτε καθαρά ιδιωτικά ούτε ολοκληρωμένα πανεπιστήμια. Πανεπιστήμιο θεωρείται ένα ΑΕΙ που παρέχει όλες τις επιστήμες. Όχι μόνο τις οικονομικές ή τις τεχνικές. Γι’αυτό το (σημερινό) Οικονομικό Πανεπιστήμιο πριν το λέγαμε ΑΣΟΕΕ, το Πάντειο το λέγαμε “η Πάντειος” και το τεχνικό ΑΕΙ το λέμε (ακόμα) Πολυτεχνείο. Ιδιωτικό σημαίνει να μην εξαρτάται οικονομικά από το κράτος και να αποσκοπεί σε κέρδη. Κάτι που στην υπόλοιπη ΕΕ αφορά 5% της αγοράς. Με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο [όπως δείχνουν και οι πίνακες του ΟΟΣΑ] που είναι όλα Ιδιωτικά. Όπως θέλει να τα κάνει και εδώ μια ομάδα επιχειρηματιών. Αλλά εκεί τουλάχιστον είναι Πανεπιστήμια.


Τη μάχη πάντως υπερ των ιδιωτικών πανεπιστημίων τη δίνει εδώ και είκοσι περίπου χρόνια η ΝΔ. Με τη Μαριέττα Γιαννάκου τότε ως Υπουργό Παιδείας θέλοντας να αναθεωρήσει το άρθρο 16 που -ρητά- τα απαγορεύει. Ήταν μάλιστα η πρώτη φορά που η γενιά μου, και εγώ προσωπικά, έφαγε ξύλο από τα ΜΑΤ στις διαδηλώσεις. Τότε ακόμα το ΠΑΣΟΚ ήταν κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Μετά από ορισμένα χρόνια, όταν ο ΓΑΠ ένιωσε δυνατός μίλησε και αυτός για τα μη-κρατικά (sic). Τότε μάλιστα ήταν που ο ΓΑΠ ανέδειξε το “φαινόμενο Πιερρακάκη”.
Τώρα πια, έχουμε με τον αντισυνταγματικό “Νόμο Πιερρακάκη”, να είναι μια πραγματικότητα, και μάλιστα έχουμε έχουμε ακόμα έναν πρώην πρωθυπουργό, τον Αλέξη Τσίπρα, δια των αντιπροσώπων του, να τα θεωρεί τετελεσμένα.
Πως όμως έγιναν “τετελεσμένα”?
Ο “Νόμος Πιερρακάκη”, απέφυγε επιμελώς να μιλήσει για ιδιωτικά ΑΕΙ αλλά μίλησε για παραρτηματα μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων. Έτσι κατάφερε και να “χαϊδέψει” την ρητή απαγόρευση του Συντάγματος για ιδιωτικά Πανεπιστήμια και να προκαταβάλει την γνωμοδότηση του ΣτΕ καθώς αιτιολογούσε τις διατάξεις του ως “αρμονική με το ενωσιακό δίκαιο” ερμηνεία του Αρθρου 16, δηλαδή το αναγνωρισμένο από την ΕΕ δικαίωμα πτυχιούχων άλλων πανεπιστημίων σε ισοτιμία [στην αγορά] με τα εγχώρια. Άρα ο “Νόμος Πιερρακάκη” νομιμοποιεί [στην ουσια] τα ιδιωτικα ΑΕΙ [αφου μόνο ως ιδιωτικά μπορούν να λειτουργήσουν τα ξένα δημόσια παραρτήματα] μέσω της αναγνώρισης ισοτιμίας πτυχίων που παρέχουν τα παραρτήματα. Και με λαγό τα παραρτήματα των ξένων ΑΕΙ, “εκβίασε” την απόφαση του ΣτΕ και άνοιξε νομικά το δρόμο στην ανωτατοποίηση των εγχώριων κολλεγίων που καμία σχέση δεν έχουν με τα κανονικά πανεπιστήμια. Περισσότερα για την αντισυνταγματικότητα του “Νόμου Πιερρακάκη” και τη γνωμοδότηση του ΣτΕ στο κείμενο του καθηγητή Ακρίτα Καϊδατζη.
Καλά όλα αυτά, αλλά εσάς τι σας νοιάζει αν ο κόσμος θέλει να πάει σε ιδιωτικά πανεπιστήμια;, θα πει κανείς. Όπως ακριβώς είπε ο Πιερρακάκης για να δικαιολογήσει την ανάγκη για τη νομιμοποίηση τους. Και εδώ ακριβώς είναι η ουσία. Στο αν υπάρχει η όχι ανάγκη για μια τέτοια αγορά και όχι τόσο στο αν τα επιτρέπει ή όχι το Σύνταγμα [που δεν τα επιτρέπει] κάτι που έχει κάνει σημαία η Αριστερά στην Ελλάδα και δεν έχει δυστυχώς καταλάβει πως αυτή τη μάχη την έχουμε χάσει.
Ανάγκη λοιπόν υπήρχε τόσα χρόνια καθώς οι πανεπιστημιακές σχολές με μεγάλη ζήτηση δεν μπορούσαν να καλύψουν αυτή τη ζήτηση, δεν υπήρχε δηλαδή από το Δημόσιο ΑΕΙ η ανάλογη “προσφορά” θέσεων οπότε οι γονείς που ήθελαν να ενισχύσουν τα παιδιά τους με “πτυχία αξίας” και τα παιδιά δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις υψηλές βάσεις εισαγωγής και στην εξουθενωτική διαδικασία των πανελλαδικών εξετάσεων, κατέφευγαν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού πληρώνοντας το ανάλογο τίμημα σε δίδακτρα και έξοδα διαμονής. Σιγά σιγά [κάποια από] τα ιδρύματα αυτά άνοιξαν παραρτήματα στην Ελλάδα και έτσι το “πτυχίο αξίας” και κόστιζε λιγότερο και είχε βαρύγδουπο αγγλοσαξονικό τίτλο.
Και πάλι όμως, η αγορά αυτή δεν ήταν τόσο μεγάλη ώστε να βάλει μια [σοβαρή] επιχείρηση το χέρι στην τσέπη και να ανοίξει ιδιωτικό πανεπιστήμιο. Στην καλύτερη να ανοίξει καμία ιδιωτική οικονομική σχολή που θα πουλάει MBA ή πτυχία ψυχολογίας, που αμφότερα έχουν μεγάλη ζήτηση αλλά δεν απαιτούν σοβαρό προϋπολογισμό και επένδυση σε εξοπλισμό. Μπορούν όμως μια χαρά να χρεώνουν υψηλά δίδακτρα προσφέροντας πτυχία με βαρύγδουπο αγγλοσαξωνικό τίτλο. Ούτε βέβαια η αγορά αυτή είναι τόσο μεγάλη ώστε να ασκήσει πολιτική πίεση για την αναθεώρηση του Άρθρου 16.
Όπότε τι έκανε η επιχείρηση “Μαξίμου ΑΕ”?
Ότι κάνει κάθε πολιτική δύναμη που υπηρετεί την παρασιτική δήθεν ελεύθερη οικονομία. Έκανε πραάξη το “αγάπη μου συρρίκνωσα τα παιδιά μας”. Εν προκειμένω, συρρίκνωσε την προσφορά θέσεων από τα δημόσια ΑΕΙ. Πως; Από τη μία με το να κλείσει σχολές των ΑΕΙ. Κυρίως δια της συγχωνεύσεως των τμημάτων ΑΕΙ με τα κοντινά ΤΕΙ που είχαν ίδιο επιστημονικό αντικείμενο. Το δρόμο αυτό άνοιξε ο Κώστας Γαβρόγλου ως Υπουργός Παιδείας ιδρύοντας νεα (μεν) Πανεπιστήμια, όπως το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, μέσα από συγχώνευση (δε) των ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά, ή οπως το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας με 3 Σχολές και 6 Τμήματα που συγχωνεύτηκε με το ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας. Πάντα χρειάζεται ένας δούρειος ίππος, ένα τυράκι στη φάκα, ένα δώρο όπως η “ανωτατοποίηση” που το βλέπεις, αλλά δεν βλέπεις την παγίδα όπως η “συγχώνευση”. Υπήρχε όμως και η κανονική κατάργηση-κλείσιμο σχολών όπως το ΤΕΙ στον Πύργο Ηλείας το οποίο αποσκοπούσε να μειώσει την προσφορά θέσεων εκ μέρους του δημοσίου.
Το άλλο εργαλείο ήταν η μείωση του αριθμού θέσεων που απέμειναν μέσω της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ). Και αυτή όμως η παγίδα χρειαζόταν ένα δώρο, ένα τυράκι, μια βάση νομιμοποίησης. Εδώ το τυράκι ήταν πως “δεν μπορεί να εισάγεται σε σχολή των ΤΕΙ κάποιος με βαθμό εισαγωγής μικρότερο από 10”. Κάτι που είναι εν αρχή σωστό, και έτσι νομιμοποιήθηκε η ΕΒΕ, κατέληξε όμως να απαγορεύει την εισαγωγή ακόμα και με 17,18 και να μείνουν χωρίς φοιτητές σχολές όπως η Αρχιτεκτονική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Η ΕΒΕ λοιπόν μείωσε τους εισακτέους σε Δημόσια ΑΕΙ και τους οδήγησε σε αναζήτηση θέσης εκπαίδευσης στα εγχώρια ιδιωτικά κολλέγια. Και επειδή πολλές οικογένειες, σχεδόν αναγκαστικά, οδηγήθηκαν (χωρίς ΕΒΕ) στα ιδιωτικά κολλέγια τα τελευταία χρόνια φτάσαμε κάπως έτσι να μιλάμε για τετελεσμένα.
Ως ενδιάμεσο εργαλείο χρησιμοποιήθηκε και η εκκαθάριση των φοιτητών καταλόγων μέσω τις “διαγραφής αιωνίων φοιτητών” αλλά αυτό δεν είχε τόσο μεγάλο κοινωνικό και σίγουρα καθόλου οικονομικό ενδιαφέρον.
Περισσότερα πάντως για την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής στο κείμενο της Σοφίας Πουλοπούλου.
Το άλλο επιχείρημα περί “ασφάλειας δικαίου” είναι αστείο καθως οι κυβερνήσεις αλλάζουν για να αλλάξουν οι άδικοι νόμοι, όπως ας πούμε η μεσαιωνικής αντίληψη νομιμοποίηση της 13ωρης εργασιας, και όχι για να παραμείνουν “ασφαλείς” Περισσότερα για το νομικό αστειο της ασφάλειας δικαίου στο κείμενο της Μυρτώς Λέτσου.
Ωραία λοιπόν, και τι πρέπει να κάνουμε τώρα;
Να τα καταργήσουμε; Είναι δυνατόν; Ποιά μάχη πρέπει να δώσουμε όχι ως Αριστερά αλλά συνολικά ως κοινωνία, ως υπερασπιστές του δημοσίου συμφέροντος,και να μην τη χάσουμε;
Αρχικά, η κατάργηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι σίγουρα “δύσκολη, χρονοβόρα και δαπανηρή. Δεν μπορεί κάποιος που έχει ξεκινήσει τυπικά νομίμως τις σπουδές του να τις διακόψει. Άρα πρέπει να υπάρξει μια μεταβατική περίοδος αρκετών ετών για να αποφοιτησουν όσοι έχουν εγγραφεί σε αυτά. Τεχνικά πάντως μπορεί να γίνει. Αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς στην επί της αρχής θέση μας υπέρ του άρθρου 16, τότε ένας προσεκτικά σχεδιασμένος νόμος μπορεί να καταργεί τον θεσμό και να το κάνει ομαλά και όχι βίαια”
Έπειτα πρέπει να έχουμε ίδιους κανόνες για τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά ΑΕΙ. Εξομοίωση των προϋποθέσεων λειτουργίας των ιδιωτικων με αυτές των δημοσίων πανεπιστημίων (διδακτικό προσωπικό με προκήρυξη στην ΑΠΕΛΛΑ, πλήρη 4ετη προγράμματα σπουδών κλπ) και των ΕΒΕ των ιδιωτικών με αυτές των ΕΒΕ των ομολόγων Τμημάτων των δημοσίων. Όσα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές αλλά και όλες τις προϋποθέσεις που θετει η Ευρωπαϊκή Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας θα πρέπει να καταργηθούν
Όπως αναφέρει και ο καθηγητής Σωτήρης Ρούσσος, οι φοιτητές των δημοσίων ΑΕΙ. είναι σήμερα, μετά την εκκαθάριση των ανενεργών, περίπου 360.000. Δηλαδή οι φοιτητές των ιδιωτικών είναι μόλις 1,5% του φοιτητικού πληθυσμού των δημοσίων. Η όποια αναστάτωση που θα επέλθει από το κλείσιμο των ιδιωτικών πανεπιστημίων θα είναι πολύ μικρότερη από αυτήν της ένταξης των ΤΕΙ στα πανεπιστήμια ενώ το κέρδος για την κοινωνία που θα απαλλαγεί από την άγρια εμπορευματοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης θα είναι τεράστιο.
Και τέλος το δυσκολότερο ερώτημα. Με τα Δημόσια ΑΕΙ τι να κάνουμε; Αυτό το ερώτημα, αν και δύσκολο να απαντηθεί σε ένα κείμενο, αν και καλύτερα να μην κάνουμε τίποτα το καινούργιο και απλώς να ενισχύσουμε του πόρους τους οπως ζητούν οι Πρυτάνεις, θα ήταν αρκετό, και να ασχοληθούμε περισσότερο με την υποχρεωτική εκπαίδευση θα ήταν καλύτερο, η σύντομη -περιεκτική- απάντηση θα ήταν να τα “εκσυγχρονίσουμε” μετακινώντας τις λειτουργίες τους όσο πιο κοντά με αυτές των ισχυρών ευρωπαϊκών ΑΕΙ είναι η μόνη λύση.
Δηλαδή:
1) Ανανέωση και χρηματοδότηση του διδακτικού προσωπικού αξιοποιώντας την πληθώρα Ελλήνων διδακτόρων και μεταδιδακτόρων που αναζητούν θέσεις εργασίας/διδασκαλίας σε ΑΕΙ του εξωτερικού, [έχουμε άλλωστε τους πιο κακοπληρωμένους ερευνητές ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ],
2) ανακαίνιση των αιθουσών διδασκαλίας και του εξοπλισμού των εργαστηρίων, \
3) αξιοποίηση του ΕΛΙΔΕΚ με σταθερή χρηματοδότηση σταθερών ερευνητικών κύκλων (όπως ζητούν και αξιόλογοι Έλληνες ερευνητές του εξωτερικού),
4) Δημιουργία σύγχρονων δημόσιων δομών παράλληλων φοιτητικών δραστηριοτήτων (φοιτητικές εστίες, αθλητικές και πολιτιστικές εγκαταστάσεις) και το βασικότερο και σημαντικότερο από όλα για το τέλος.
5) Να πάψουμε να τα κατηγορούμε ως υπεύθυνα για τη βια και την εγκληματικότητα της κοινωνίας μας, να βάλουμε τέλος στην καθύβριση και απαξίωση τους.
Αυτά.

