Feeds:
Posts
Comments

Στοιβαγμένοι στο αμπάρι της απογοήτευσης,

μίζερα απευθυνόμαστε στο διπλανό μας ράκος,

αναστενάζοντας καλησπερίζουμε τον κάθε επισκέπτη,

αχνά και αδύναμα ακούμε

όχι τόσο τη φωνή του καπετάνιου,

όσο τον αντίλαλο από τα μουγκρητά του.

Χωρίς καμία προειδοποίηση, στις 2 Απριλίου 2016, ο γνωστός κωμικός Louis C.K. εξέπεμψε μέσα από τη προσωπική του ιστοσελίδα, το πρώτο επεισόδιο της σειράς “Horace and Pete”. H σειρά ολοκληρώθηκε σε 10 επεισόδια με δική του σκηνοθεσία και αφήγηση που περιείχε τη κοινή ζωή τριών ανθρώπων, συγγενών, που ως μόνο μέσο επιβίωσης έχουν ένα μπαρ στο Brooklyn.

Tο bar περνά από χέρι σε χέρι στην επόμενη γενιά, εδώ και ένα αιώνα. Άλλωστε η χρονιά 1916 είναι αποτυπωμένη και στο λογότυπο του μπαρ κάτω από το όνομα “HORACE AND PETE’S”.

Παραδομένο σε μια βαθιά αγωνία να κρατήσει τον αυθεντικό του χαρακτήρα, το μπαρ δεν είναι καθόλου δεκτικό στην αλλαγή διακόσμησης, ούτε στην εισαγωγή νέων προτάσεων σερβιρίσματος αλκοόλ. Σερβίρει μόνο τζιν, ουίσκι, βότκα, ρούμι και μπύρα. Και μπύρα μόνο budviser. Όπως επίσης ορίζει διαφορετικές τιμές για τους θαμώνες, τους ανθρώπους που κρατούν το μαγαζί ζωντανό, και διαφορετική για τους περαστικούς, τους δήθεν, τους χίπστερ, αυτούς που δε ξέρουν να πίνουν, θέλουν μόνο να επιδειχθούν. “No mixed drinks” δηλώνει ορθά και κοφτά ο γέρος μπάρμαν στους μικρούς τσαρλατάνους.

Παράλληλα με την αυθεντικότητα, πορεύεται και η αμηχανία. Οι ζωές των ηρώων βουτηγμένες στη θλίψη και τη τρυφερότητα, την αβεβαιότητα και τις ενοχές, αγωνιούν, κυρίως να κατανοήσουν το κόσμο γύρω τους, να βάλουν σε τάξη τα συναισθήματα τους, και να ανακαλύψουν τη μαγική λύση να πορευτούν στη ζωή. Μαγική γιατί όσο και αν τα μέσα επικοινωνίας προσφέρουν έξυπνες, γρήγορες, καινοτόμες λύσεις, τα εμπόδια στη ζωή πληθαίνουν, και οι ήρωες νιώθουν όλο και πιο ανίσχυροι.

Η σειρά, παρ’ότι δεν ακολούθησε τη παραδοσιακή μορφή διανομής, δεν υπέκυψε δηλαδή στο σύστημα επικερδούς διαμεσολάβησης των μεγάλων παραγωγών, απέσπασε, τάχιστα, εξαιρετικά σχόλια από το σώμα των κριτικών. Κάτι που αποτελούσε μεγάλο ρίσκο για τους δημιουργούς της.

Φαίνεται πως η ανάγκη για μια πιο βαθιά, πιο ειλικρινή ανάγνωση της τρέχουσας συγκυρίας,  είναι ικανή να ξεπεράσει τις κατεστημένες νόρμες της αγοράς. Η, κατά μια άλλη ερμηνεία, η αγορά, θέλοντας να διαφυλάξει τα προϊόντα της, αγκάλιασε και ανέδειξε ένα πρωτότυπο, στρατευμένο στην ενοχική και ανίσχυρη μεν, τεκμηριωμένη δε,  αποδόμηση του φαντάσματος που ορίζει τις τύχες του κόσμου σε ένα λευκό οίκο στην άλλη πλευρά του ατλαντικού.

Ἡ ζωὴ ποὺ μικραίνει: ἡ μεγάλη ἀλήθεια.
Στὸν ὁποὺ πιάνει τὸ τσαπὶ γίνεται τσάπισμα
στὸν ὁποὺ πίνει τὸ νερὸ γίνεται πιόμα.

(Νίκος Καροῦζος-Ἡ ἔναστρη φωτεινότητα)

Η ζωή που μικραίνει, η ζωή που συνθλίβει, η ζωή που στενάζει, γίνεται λόγια στο στόμα των ηρώων, στο στόμα που γλυκαίνεται απ’το αλκοόλ, το φλέρτ  και τη φλυαρία.

Η ζωή που μικραίνει σε βάζει σε διλήμματα. Η πόλη που ζούμε άραγε πόσα τέτοια μπαρ συγκρατεί; πόσες κατεστημένες νόρμες περιθωριοποιεί; πόση αυθεντικότητα αγκαλιάζει;

Advertisements

Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.*

IMAG1727

υποθέτουμε πως η ποίηση εντοπίζεται στο πρόσωπο της. στο τρόπο που το βλέμμα της χαϊδεύει το τρόμο σου, στο τρόπο που η απουσία της δίνει νόημα στη φαντασία, στο τρόπο που η παρουσία της εντείνει την αμηχανία. υποθέτουμε γιατί δε γνωρίζουμε. αν γνωρίζαμε θα βασανιζόμασταν πολλαπλά.

είδα τις προάλλες ένα όνειρο. αλλά δεν κατάφερα να καταλήξω. αν ήταν εφιάλτης ή ευχή. είδα πως εμφανίστηκε δίπλα μου από τύχη ενώ από μόνη της είχε απομακρυνθεί. είδα πως αυτή ξαφνιάστηκε για λίγο αφήνοντας εμένα να τρομοκρατηθώ. μήπως και πιάνοντας χώρο απ’το χώρο της γίνω άθελα μου ενοχλητικός. και στα διαλείμματα του τρόμου βίωνα τον ενθουσιασμό. για τον ίδιο πάλι λόγο. για τη τυχαία συνάντηση. και ξύπνησα έπειτα αναστατωμένος. χωρίς ποτέ να καταλήξω αν ήθελα να ήμουν εκεί.

ο άνθρωπος που παραδέχεται την ήττα είναι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. είναι ένας άνθρωπος που γνώρισε τα όρια του. ο άνθρωπος που ζούσε στην αμηχανία ήταν ένας βασανισμένος άνθρωπος.

δεν υπάρχουν μικροί ή μεγάλοι άνθρωποι κατά γενική ομολογία. παρά μόνο κατά ειδική. το ειδικό βάρος του καθενός. το μέγεθος του. κρίνεται στο μυαλό μας. κάθε στιγμή.

στέκομαι στην ουρά του ΑΤΜ και βλέπω τη κυρία που παίρνει τα τελευταία 40 ευρώ. το χαρτάκι την ειδοποιεί πως απομένουν στο λογαριασμό της 1,26 ευρώ. τον επόμενο μήνα δε θα έχει αλλάξει κάτι. ο επόμενος στη σειρά για το ΑΤΜ είμαι εγώ. τα δικά μου 40 ευρώ δεν είναι τα τελευταία. τον επόμενο μήνα θα μου δοθεί πάλι η ευκαιρία. ή και όχι. άλλωστε εκτός από εμένα από το λογαριασμό μου πια τραβάει ελεύθερα και η εφορία. σκέφτομαι πως είτε έχει κάποιος δουλειά είτε δεν έχει το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. μάξιμουμ 40 ευρώ. όσα δεν κατάφεραν χρόνια ολόκληρα κινητοποιήσεων ενάντια στο σύστημα τα καταφέρνει το σύστημα από μόνο του τρώγοντας τις σάρκες του.

σ’εναν από τους χειρότερους εφιάλτες μου, το μέτωπο της λογικής, κερδίζει μια αποφασιστική, ιστορικού χαρακτήρα μάχη ενάντια στον εθνολαϊκισμό σε αυτόν το τόπο. οι εθνική επέτειος της 25ης Μαρτίου παύει πλέον να εορτάζεται με τις γνωστές στρατιωτικό-θρησκευτικές τελετές και τη θέση τους παίρνει μια πανελλήνια γιορτή καινοτομίας και επιχειρηματικότητας. καταχρεωμένοι έλληνες πληρώνουν κατοστάευρα για να δουν τα μπουμπούκια τους να παρουσιάζουν μικρά ρομποτάκια που μετατρέπουν το γάλα του πρωινού σε σοκολατούχο και χειροκροτούνται ασταμάτητα υποκαθιστώντας έτσι το χειροκρότημα της παρέλασης. σέκσι κορίτσια που έχουν σπουδάσει μπίζνες ιντέλιτζενς και εργάζονται ως ντίτζιταλ ακάουντ μάνατζερς εκφωνούν ατάκες του μπιλ γκέητς και του μπάρακ ομπάμα από την ιστορική του επίσκεψη εκείνο το φθινόπωρο στην Αθήνα εξηγώντας πως “επανάσταση σήμερα είναι να καινοτομείς”. στα διαλείμματα αυθεντικοί βερολινέζοι ντίτζέης παίζουν τέκνο ακούσματα θυμίζοντας στο κοινό πως το σύγχρονο ελληνικό κράτους που εορτάζει οφείλει την υπόληψη του σε μια βαυαρική οικογένεια και εν γένει στη καλοσύνη των ξένων. στα νυχτερινά σέσιον αυτού του ατελείωτου τριήμερου τέντεξ τα παιδιά των δανειστών που εκμεταλλεύτηκαν τον δημόσιο πλούτο τον οποίο αγόρασαν φτηνά, έχουν γίνει πλέον ελληνόπουλα και στο σέκσιον “σέαρ γιόρ αηντίας” μας παρουσιάζουν ως καινοτόμα ιδέα την εγκατάσταση στα νησιά αλλοδαπών οικονομικά ξεχαρβαλωμένων πληθυσμών οι οποίοι θα δώσουν νέα πνοή στη παραγωγή ενέργειας στον τόπο αυτό μέσα από ανανεώσιμες πηγές. η ιδέα μάλιστα θα πλαισιώνεται από το επιχείρημα της οικονομίας μιας και οι εν λόγω πληθυσμοί  θα εργάζονται με αντάλλαγμα τη δυνατότητα να ψαρεύουν μόνοι τους όσα ψάρια θέλουν για να φάνε. στο απέραντο αυτό πανηγύρι λίγοι γραφικοί οπισθοδρομικοί Έλληνες θα απέχουν προτιμώντας να εορτάσουν ανεβαίνοντας μονοπάτια καταπράσινων ορεινών χωριών με σκοπό να καταλήξουν σε απομονωμένα εκκλησάκια τα οποία κρυφά θα λειτουργούν και θα προσφέρουν σώμα και αίμα κυρίου σε μορφή κοινωνίας όπως παλιά. της κρυφής γιορτής συνοδευτικά θα λειτουργούν μουσικές εκδηλώσεις με πνευστά, σταφύλια και παξιμάδια. οι λίγοι αυτοί Έλληνες θα ονομάζονται “οι άλλοι”. γιατί κόλαση είναι πάντα οι άλλοι.

άκουσα προχθές το “θυμήσου όπου πας” από το Λουκιανό Κηλαηδόνη. δυσκολεύομαι να δεχθώ πως η γλυκιά βραχνή αυτή φωνή μπορεί να αντικατασταθεί, πως η ψυχή αυτή έχει αναπαυθεί. εγώ ας πούμε τη νύχτα της ανάστασης ανέμενα την επιστροφή του Κηλαηδόνη.

διαφωνούσαμε με το Γ. ως προς τις μοιραίες γυναίκες. η δικιά του γνώμη ήταν πως μοιραίες είναι οι γυναίκες που είχαμε γνωρίσει τόσο καλά ώστε να μη μπορούμε να ξεχάσουμε. οι γυναίκες με τις οποίες συνδεθήκαμε, περάσαμε ατέλειωτα μερόνυχτα και κύματα, οι γυναίκες που εμφανίζονται μπροστά μας όποια γυναίκα και αν δούμε μετά απ’αυτές, που γίνονται διαρκές μέτρο σύγκρισης, που μας λυγίζουν ακόμα και όταν έχουν περάσει τόσα χρόνια μετά τον αποχωρισμό μας.

η δικιά μου γνώμη ήταν πως μοιραίες είναι οι γυναίκες που δε γνωρίσαμε ακόμα. που μας βασανίζει το πάθος και η λαχτάρα να τις φέρουμε κοντά. μοιραίες γυναίκες είναι εκείνες που δε θα καταφέρουμε ποτέ να τις κατακτήσουμε.

δυο χέρια που θα σ’αγγίξουν. δυο μάτια που θα σε κοιτάξουν. δυο λόγια που θα σε γονατίσουν. αυτά είναι αρκετά για να συνθέσουν το αναγκαίο απόσταγμα τρυφερότητας. ίσως και η στιγμή. όχι ίσως. και η στιγμή. έκτοτε η πορεία γίνεται ένας μάταιος αγώνας να κρατήσει αυτό το απόσταγμα στο βάθος του χρόνου.

φίλοι.

15202556_1258604957561014_605136416394039066_n

artwork by fotini tikou 

Φίλοι δεν είναι όσοι μας θυμούνται στον ελεύθερο τους χρόνο. Φίλοι είναι όσοι βρίσκουν χρόνο για μας από τον ελεύθερο που δεν έχουν. Φίλοι δεν είναι όσοι μας προσφέρουν κάτι που τους ζητάμε. Και μας το θυμίζουν όταν ζητάνε κάτι και αυτοί. Φίλοι είναι όσοι μοιράζονται μαζί μας το λίγο που έχουν χωρίς ποτέ να νοιαστούν τι απέγινε. Φίλοι δεν είναι όσοι μας λένε μόνο καλά λόγια. Φίλοι είναι όσοι βρίσκουν να πουν τα καλύτερα για εμάς στους άλλους, και σε μας λένε την αλήθεια με χαμόγελο και νοιάξιμο. Φίλοι δεν είναι όσοι έρχονται στη γιορτή μας. Φίλοι είναι όσοι για χάρη τους οργανώνουμε τη γιορτή.

ida8

Θέλουν κάτι διαφορετικό από αυτό που θες εσύ, ή δεν ξέρουν τι θέλουν, αλλά σίγουρα (1) ΔΕΝ επιθυμούν να εκφράσουν τη διαφωνία τους και σίγουρα (2) ΔΕΝ είναι ικανοί να καταλήξουν σε κάτι συγκεκριμένο. Οπότε, (1) έχουν την απίστευτη ικανότητα/υπομονή να γυροφέρονουν ώρες ή μέρες ένα θέμα, (2) να αποφεύγουν κάθε φορά που η συζήτηση πάει να καταλήξει σε κάτι συγκεκριμένο, και (3) να μεταθέτουν την ευθύνη της ασυνενοησίας σε σένα μιας και οι ίδιοι είναι ικανοί να συζητάνε για ώρες χωρίς να καταλήξουν ενώ εσύ εκνευρίζεσαι μετά τις 3 μέρες με το ίδιο θέμα. (το 3 μέρες είναι μεταβλητή. ο καθένας έχει τα δικά του όρια). Όταν επιτέλους καταλήγουν να συμφωνήσουν μαζί σου, δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι πήραν μια απόφαση, γιατί δεν είναι τέτοιοι άνθρωποι, και ακόμα θεωρούν ότι μπορεί να αναιρεθεί. Και προφανώς τελευταία στιγμή ΠΑΝΤΑ κάτι συμβαίνει και η συμφωνία χαλάει, και φταις εσύ που νευριάζεις και όχι αυτοί που είναι ασυνεπείς. Η όλη ενοχή λοιπόν που μπορείς να ενσωματώσεις έγκειται στο ότι τους συμπαθείς άρα είσαι ευάλωτος σε υποχωρήσεις, και με αυτό το δεδομένο καταφέρνουν και σε χειρίζονται. Όλα αυτά μέχρι να ανακαλύψεις μετά από πολλές αποτυχίες ότι δεν αξίζουν καμία συμπάθεια, και να αρχίσεις χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία να τους χειρίζεσαι εσύ, απολαμβάνοντας σαδιστικά μια αίσθηση δικαίωσης, χωρίς όμως να αντιλαμβάνεσαι ότι το νόσημα τους έχει μεταδοθεί σε σένα.

Μemorandum

Η πλαστή δημοκρατία μας ανέχεται και συγχωρεί, αλλά είναι το τελευταίο στάδιο αποκτήνωσης και υποταγής. Το ισοδύναμο της πορνοκρατικής μανίας του μουλά και του ιεροκήρυκα είναι ο ηγέτης-ανθρωποβοσκός που με πρόσχημα την οικονομία λιανίζει τις ζωές των υποτελών στον πάγκο του παγκόσμιου χασάπη.

ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

1280x720-tPh

Είναι αδύνατο να κλείσουμε την πόρτα στις λέξεις που λερώνουν τη φαντασία. Η κοσμιότης είναι η ζελατίνα της κοινωνικής συνθήκης που μας θέλει τόσο σιδερωμένους και ηθικούς όσο επιτάσσει το συμφέρον μας. Έξω μεταμορφώνομαι σε κάτι άλλο από αυτό που είμαι μέσα. Έξω βιώνω το τραύμα της συνύπαρξης με τον Άλλο ενώ μέσα ακονίζω τις μύχιες απολήξεις της ατομικότητάς μου.

Εδώ εξουσία και πάλι, σημείο τομής όλων των δυνατών δρόμων, η Εκκλησία. Η Εκκλησία του Χριστού, η Εκκλησία του Ισλάμ, η Εκκλησία του προτεστάντη και όλες οι σκεπασμένες με χρυσόσκονη αγιοσύνης αγριότητες. Εδώ η επιχείρηση υποταγής περνάει από τη συστηματική καταπίεση του σώματος, του πόθου και της ηδονής, καθιστώντας την απονέκρωση της σάρκας τον κανόνα της θεοκρατικής διαστροφής.

Η Εκκλησία καθιστώντας κάθε άντρα αμαρτωλό και κάθε γυναίκα αμαρτωλή, αφήνοντάς τους παραδομένους στο έλεός της, παρέχει στον εαυτό της μόνο το απόλυτο δικαίωμα να τους συγχωρήσει. Αυτή τη συνθήκη σήμερα την…

View original post 219 more words

12115608_870294749757974_4219126279536797862_nΟι «όμορφες μέρες» θα είστε πάντα εσείς.

Πάω να ξεκινήσω λέγοντας «ο ιστορικός του μέλλοντος αυτό…» ή «ο ιστορικός του μέλλοντος εκείνο…» και σταματάω. Γιατί συνειδητοποιώ ότι δεν έχω ιδέα ποιος θα είναι ο ιστορικός του μέλλοντος. Ποιο θα είναι το επίπεδο συνείδησης του αυριανού ανθρώπου  ή αν θα έχει καν. Αν θα υπάρχει ένα σημείο κάπου κοντά στο μέλανα πυρήνα ή πάνω απ’ το νωτιαίο μυελό που να συνειδητοποιεί ακόμα την έννοια «ανθρωπιά», «αλληλεγγύη», αν οι αμυγδαλίδες θα έχουν ακόμα συναισθηματική μνήμη ή αν το συναίσθημα θα αφανιστεί. Τι θα σημαίνει το «βοήθησέ» ή το «θες βοήθεια;» κι αν θα υπάρχει καν ως έννοια.

Κάποτε πίστευα πως θ’ αλλάξω τον κόσμο… Αυτό δεν έγινε. Όπως δεν έγινε κι ότι ο κόσμος δεν άλλαξε εμένα. Με άλλαξε και πολύ.

Μου έμαθε να βρίσκω τις αλυσίδες μέσα μου, και όσο μπορώ να τις σπάω για να αντέχω τις αλυσίδες γύρω μου χωρίς να με πνίγουν, χωρίς να με ακινητοποιούν, ώστε να θυμάμαι πως σκλάβος είναι εκείνος που ζει μέσα στην αυτόβουλη αιχμαλωσία του φόβου του. Μου έμαθε πως κάθε φορά που κράτησα το στόμα μου κλειστό ενώ έπρεπε να μιλήσω το κάψιμο στο λαιμό μου ήταν χειρότερο από όλες τις φορές που έκλεινε επειδή ούρλιαζα συνθήματα στις διαδηλώσεις.

Είναι φορές που σκέφτομαι πως αν είχα πεθάνει νέα δεν θα είχα προλάβει να καταλάβω σε βάθος τη βρωμιά του κόσμου, τη βρωμιά του ανθρώπου – τον τρόπο που δημιουργεί ωραίες λέξεις κι έννοιες για να καλλωπίσει την αρπακτική, εγωκεντρική του φύση, τη δειλία το βόλεμα, την ανοσία του στο χυδαίο. Αν είχα πεθάνει νέα θα είχα φύγει με τη βαθιά πεποίηθηση πως αυτός ο κόσμος είναι ζήτημα ημερών να αλλάξει, γιατί δεν μπορεί, τόσο πολύ που το πιστεύουμε, το βλέπουμε, το γευόμαστε, δεν μπορεί να είναι μια μαζική παραίσθηση είκοσι πιτσρικάδων.

Όμως να που οι είκοσι πιτσιρικάδες μεγαλώσαμε. Οι τέσσερις έγιναν χριστιανοί, οι δέκα νοικοκυραίοι, οι δύο κάηκαν απ’ τα ναρκωτικά, ο ένας ψιλοτρελάθηκε, και οι τρεις είμαστε ακόμα εδώ. Πού ακριβώς είναι το εδώ δεν ξέρω… τρέμω μάλιστα κάθε φορά που μου το ρωτάει κι ο ίδιος μου ο εαυτός. Του απαντάω απλά ότι είναι “εδώ” που αντέχω περισσότερο παρά οπουδήποτε αλλού να είμαι.

Δεν έχω τις λύσεις, έχω μόνο σκέψεις, κάτι όνειρα σαν τσαλακωμένα χαρτάκια που πλύθηκαν στις τσέπες του παντελονιού, κι ούτε που ξεχωρίζω πια τι γράφανε, έχω μια καρδιά που συνεχίζει να συγκινείται όποτε βλέπω ανθρώπους να ζουν και να πεθαίνουν για το όραμά τους, κουβαλάω έναν έρωτα για την επανάσταση κάπως σαν τη φαντασίωση της γεροντοκόρης, γιατί ξέρω πως δεν θα τη ζήσω, ξέρω πως ο μεγάλος έρωτας δε θα’ρθει πια, αλλά εγώ συνεχίζω να στολίζομαι και να κάθομαι κάθε απόγευμα στο παράθυρο κοιτάζοντας τους περαστικούς…

Κι ίσως αυτό που με κρατάει σε εκείνο το παράθυρο της νιότης μου είναι αυτοί οι λίγοι που παλεύουν ακόμα καθημερινά, κόντρα σ’ αυτό το «ο θάνατός σου η ζωή μου» για ένα κομμάτι ψωμί, κι αυτό μπαγιάτικο.  Άνθρωποι-αντίδοτα, που όσο κι αν ο καπιταλισμός διαβρώνει τις συνειδήσεις σαν οξύ, όσο κι αν χρησιμοποιεί όλους τους δήθεν πυλώνες ηθικής για να χειρίζεται το θυμικό των ανθρώπων, κάποιοι δεν γίνανε ποτέ οι «περήφανες μαριονέτες» στο θεατράκι του που θα πεθάνουν για τις πατρίδες, τις θρησκείες και τα έθνη του, παρά μόνο για τους συντρόφους τους που κρατιούνται χέρι-χέρι στο δρόμο, ανακουφίζοντας με ψυχή ο ένας τον πόνο του άλλου. Και παραμένουν εκεί. Πιστεύοντας πως αυτός ο κόσμος κάποτε θ’ αλλάξει…

Κι ας αναρωτιέμαι καθημερινά αν αυτό το «υπερασπίσου το παιδί γιατί αν γλυτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα» μήπως τέλειωσε, μήπως το χάσαμε πια το παιδί; Μήπως είμαστε κιόλας μούμιες που περπατάνε, σα φαντάσματα χωρίς πύργο, απλά ένα βάρος στα βλέφαρα του Θανάτου…  Μα το παλεύω.

Γι’ αυτό δεν ξέρω τι να πω σε εσένα που έφυγες έτσι, παρά πως μου γέννησες τούτες τις σκέψεις και μια ανατριχίλα στο κορμί, που θα μου δώσει άλλα δέκα χρόνια αντοχής στο δρόμο, να συνεχίζω ν’ αγωνίζομαι γι’ αυτά που πέθανες, που πεθαίνουμε κάθε μέρα μικρούς απανωτούς θανάτους, ασκήμιας, κατάντιας, ασφυξίας, αγωνίας, ελπίδας, έρωτα για μια ομορφιά που τη νιώθουμε, τη νιώθουμε βαθιά, μα ακόμα δεν την βλέπουμε.  Όμως πού θα πάει, κάποιοι, κάπου, μια μέρα θα τη δουν…

Γιατί, όπως σου είπα, κάποτε πίστευα πως θ’ αλλάξω τον κόσμο. Κι αυτό δεν έγινε. Άλλαξα όμως λίγο τον κόσμο μου. Εσύ πάλι σίγουρα τον άλλαξες πολύ το δικό σου κόσμο. Γιατί οι άνθρωποι που σε γνώριζαν, οι άνθρωποι που άγγιξες με τα όνειρά σου, δε θα είναι ποτέ, μα ποτέ πια οι ίδιοι.

[Φωτογραφία Δημήτρη Χαρισιάδη, Κάλυμνος, 1950 - Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη]

[Φωτογραφία Δημήτρη Χαρισιάδη, Κάλυμνος, 1950 – Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη]

«Πιστεύαμε πως αν απειλούσαμε με έξοδο, οι Ευρωπαίοι θα τρόμαζαν. Αποδείχτηκε λάθος εκτίμηση. Πριν από τρία χρόνια, μπορεί αυτό να ίσχυε, αλλά στο μεταξύ κι εκείνοι πήραν τα μέτρα τους. Προς έκπληξή μας, ο κ. Σόιμπλε πρότεινε αν θέλαμε να βγούμε από το ευρώ, να μας βοηθήσει κιόλας/Ι.Δραγασάκης/13-8-2015»

Για πολλά πολλά χρόνια πιστεύαμε πως η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι και θα είναι κερδοφόρα για όλους τους τομείς της οικονομίας. Αυτή η εκτίμηση δεν ήταν εντελώς αβάσιμη. Μεγάλες ροές χρημάτων είτε με τη μορφή επιδοτήσεων, είτε με τη μορφή χαμηλότοκων δανείων έφταναν στα χέρια μας, μας έδιναν πολύ περισσότερες καταναλωτικές επιλογές, και με γοργούς ρυθμούς άλλαζαν το βιωτικό μας επίπεδο. Αυτή η πραγματικότητα λειτουργούσε και σαν δεδικασμένο για το μέλλον, προσφέροντας την ελπίδα πως αρκεί να παραμείνουμε πιστοί στους κανόνες της λέσχης για να έχουμε στο μέλλον αυτό που αποκαλείται “σταθερότητα και ανάπτυξή”

Οι εγγενείς αδυναμίες της λέσχης, είτε είχαν να κάνουν με τη δομή της είτε με τον αιώνιο μεν, άγραφο δε κανόνα της σχέσης ισχυρού και αδύναμου. Τα πρώτα χρόνια της κρίσης, φάνηκε η ανεπάρκεια του συνόλου να υποστηρίξει το δημιούργημα. Η απουσία κοινής κατεύθυνσης, η έλλειψη μέριμνας για την εποχή της ύφεσης, ο λαβύρυνθος των αποφάσεων. Έφτασαν το Σεπτέμβριο του 2009, να δηλώνουν πως “το μεγαλύτερο μέρος της κρίσης έχει ξεπεραστεί, και τώρα οδεύουμε προς την ανάκαμψη”. Κανείς δεν ανέμενε αυτό που θα ακολουθούσε. Και αν το ανέμενε δεν προετοίμασε τους εταίρους του, παρά μόνο τα δικά του στενά συμφέροντα. Η χρηματοπιστοτική κρίση των Η.Π.Α. μεταφέρθηκε στην Ευρώπη χτυπώντας το κοινό νόμισμα και πρώτα απ’όλους τον αδύναμο κρίκο με τα διπλά ελλείμματα. Την Ελλάδα. Αδύναμη και ανέτοιμη η λέσχη άρχισε να κατηγορεί το θύμα σε μια παραζάλη προτεσταντικής ηθικής, και με ταχύτατους ρυθμούς να δημιουργεί ένα μαξιλάρι χρηματοδότησης και συμμόρφωσης, έξω -ακόμα και τώρα- από κάθε δημοκρατική νομιμοποίηση. Τον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας. Η σταθερότητα που δημιούργησε ελέγχεται ακόμα και σήμερα.

Τα χρόνια που πέρασαν στο όνομα αυτής της σταθερότητας και της ευρωπαϊκής προοπτικής, νοικοκυριά φτωχοποιήθηκαν, επιχειρήσεις εξαφανίστηκαν, τίμιοι άνθρωποι βούλιαξαν στα χρέη, νέοι εξαφανίστηκαν είτε από τη χώρα είτε από τον παραγωγικό της ιστό. Και όμως, στο όνομα της Ευρώπης, μπορεί να θυσιάστηκαν τόσοι πολλοί, τίποτα όμως δεν κερδήθηκε.

Μέχρι της τελευταίες εθνικές εκλογές πιστεύαμε πως δεν κερδήθηκε τίποτα επειδή ουσιαστικά δεν διεκδικήθηκε. Είχαμε κάθε λόγο να το πιστεύουμε και αυτό μιας και κάθε μας διαφωνία, κάθε μας φωνή αντιμετωπιζόταν με λυσσαλέες αντιδράσεις, με τιμωρία και απαξίωση. Ένα τεράστιο κοινωνικό σώμα, ποτισμένο με αγανάκτηση και οργή, οπλισμένο με αντίσταση και αλληλεγγύη, και με συγκρατημένη αισιοδοξία αναζητούσε επειγόντως να εκφραστεί εντός και κυρίως εκτός της χώρας. Απαιτούσε να σταματήσει η κατρακύλα το συντομότερο δυνατό.

Η προσπάθεια που ξεκίνησε μετά την 25η Ιανουαρίου ήταν πολλά υποσχόμενη. Τα πρόσωπα που την έσυραν κατά κύριο λόγο ακατάλληλα, η στρατηγική (που ζητούσε όλα τα αιτήματα -χρέος/εργασιακά/ιδιωτικοποιήσεις/τράπεζες- να μπουν άμεσα στο τραπέζι) εσφαλμένη, και οι σύμμαχοι ανύπαρκτοι. Από τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου φάνηκε η πορεία των πραγμάτων. Οι προσδοκίες άρχισαν να χάνονται. Οι αντίπαλοι δεν είχαν διάθεση συνεννόησης.  Παίζαμε με ένα παίκτη εναντίον δεκαοκτώ και θέλαμε να βάλουμε και γκόλ. Δοκιμάσαμε μέχρι το καλοκαίρι όλα τα μέσα (καθυστέρηση, ισοδύναμα, συνδιαλλαγή, κατευνασμό, δημοσιότητα, διεθνοποίηση, εκλογίκευση) που περνούσαν απ’το χέρι μας αλλά η απέναντι πλευρά ήταν αδιατάρακτη.

Και κάπως έτσι καταλήξαμε στην έκρηξη του δημοψηφίσματος και έπειτα στον ταπεινωτικό συμβιβασμό. Το τελευταίο μας όπλο ήταν να φωνάξουμε σε όλο το κόσμο με ένα δυνατό “ΟΧΙ” πως αυτή η πορεία δεν έχει διέξοδο. Πως χρειάζεται ανατροπή. Και αυτό εξόργισε περισσότερο τον αντίπαλο. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί συμπαρατάχθηκαν πίσω από το ισχυρότερο κράτος το οποίο σε μια ωμή επίδειξη ισχύος έσπειρε τον τρόμο στην κοινωνία μέσω των κλειστών τραπεζών.

Για εκείνες τις μέρες πολλά θα γραφτούν στο μέλλον και μια μεγάλη συζήτηση απόδοσης ευθυνών θα διεξαχθεί. Το σίγουρο είναι πως εν πολλοίς οι κλειστές τράπεζες κατάφεραν να σπείρουν τον πανικό εκεί που έπρεπε. Στους εργαζόμενους που είτε δέχθηκαν αναγκαστικές άδειες είτε αδιατάρακτα υπέμειναν καθυστερήσεις μισθών και εκβιασμούς, στις επιχειρήσεις που ακύρωσαν παραγγελίες λόγω αδυναμίας πληρωμής, σε ηλικιωμένους που είδαν τη σύνταξη τους να έρχεται σε δόσεις αδυνατώντας να πληρώσουν τα έξοδα περίθαλψης. Τι και αν αυτό το συμβάν βασίστηκε στην απογύμνωση των ίδιων των ευρωπαϊκών θεσμών, μιας και η ΕΚΤ βάσει καταστατικού της έπρεπε να διαφυλάξει τη σταθερότητα; ο σκοπός της τιμωρίας, της επιβολής, της συμμόρφωσης, ήταν αρκετός για να αγιάσει όλα τα μέσα.

Και σαν λαός υποκύψαμε. Δε φάνηκε αυτό στην αλλαγή στάσης του πρωθυπουργού μας. Φάνηκε στην ανυπαρξία αντιστάσεων την επόμενη μέρα όταν η ταπεινωτική συμφωνία ψηφιζόταν στη Βουλή. Αμηχανία, απογοήτευση, αποτυχία και αδιέξοδο. Συναισθήματα που εν πολλοίς κρατούν ακόμα και σήμερα.

Τι και αν καταφέραμε κλείνοντας τη τελευταία σκηνή του έργου να φωνάξουμε πως “ο βασιλιάς είναι γυμνός”?

Ο βασιλιάς παραμένει βασιλιάς και εμείς υπήκοοι χωρίς στρατηγική διεξόδου. Γιατί η αποτυχία της πορείας μας δεν ήταν μόνο αδυναμία διαπραγμάτευσης ενός προγράμματος κοινωνικής συνοχής μέσα στην ευρωζώνη, αλλά και η ανυπαρξία σχεδίου σε περίπτωση ρήξης με αυτή. Χωρίς θεσμική συγκρότηση, χωρίς ανταγωνιστικά προϊόντα, χωρίς κινηματική ετοιμότητα στο εσωτερικό και ισχυρούς συμμάχους στο εξωτερικό δε μπορούμε να προχωρήσουμε πουθενά. Το εθνικό νόμισμα από μόνο του σε ένα περιβάλλον συνεχών υποτιμήσεων δεν είναι αρκετό.

Είμαστε όμως υποχρεωμένοι, τώρα πια που γνωρίζουμε τι σημαίνει Ευρώπη, να αναστοχαστούμε, να πορευτούμε σε ένα μέλλον μακριά από το περιβάλλον των εκβιασμών, μακριά από το ζόφο των μνημονίων, μακριά από το μονόδρομο των τιμωρών. Να αμφισβητήσουμε την Ευρώπη και να την αλλάξουμε.

Την εποχή που ανοίγεται μπροστά μας και καθώς η ζωή μας θα σκληραίνει χρειαζόμαστε όπλα για να αντέξουμε. Τη γνώση, την κατανόηση, τη ψυχραιμία, την αλληλεγγύη, την αντίσταση, την αναζήτηση διεξόδου, το σχεδιασμό.

Η εποχή των αναταράξεων είναι πάλι εδώ. Και εμείς οφείλουμε να προετοιμαστούμε. Τις μέρες που θα ακολουθήσουν, και καθώς η χώρα οδεύει προς ένα σχέδιο ανασυγκρότησης με ορίζοντα τον Απρίλιο του 2016, με τη μορφή σημειωμάτων εδώ θα καταγραφούν οι αναγκαίες ερωτήσεις και οι πιθανές απαντήσεις στη συλλογική μας αναζήτηση. Σκοπός, τι άλλο; Να συνεχίσουμε να στεκόμαστε δυνατοί μπροστά στο αδύνατο.